Διεθνή
Aνάλυση: Η Ελλάδα στα «δυο στενά»
Ενώ η τουρκική επεκτατικότητα παίρνει κάθε μέρα νέες μορφές, η μη αντίδραση έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με την παράλυση απέναντι στον μηχανισμό της χρεοκοπίας.Η εξέλιξη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 10-11 Δεκεμβρίου, με το «μικρό καλάθι» των αποφάσεων για την Τουρκία, και οι προβλέψεις για μια δυστοπική Προεδρία Biden στις ΗΠΑ κομίζουν μηνύματα για τα επόμενα βήματα της Ελλάδας. Από μια σκοπιά, ο Elvis Presley και ο Βασίλης Τσιτσάνης, σε έναν παράξενο συνδυασμό, χαρτογραφούν το ελληνικό πρόβλημα – και υποδεικνύουν τη λύση του. Από πολλές απόψεις ο Κυριάκος Μητσοτάκης και όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί βρίσκονται στα αντίστοιχα «δύο στενά» του Τσιτσάνη, καθώς η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε δύο ζητήματα που κυκλώνουν το σύνολο της εθνικής ζωής, όπως οι δύο στενοί διάδρομοι περίζωναν τη ζωή στις φυλακές Τρικάλων: τις επεκτατικές διεκδικήσεις της Τουρκίας εις βάρος των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και την Οικονομία.
Οι δύο µείζονες αυτές εθνικές προκλήσεις, έχουν µια πρόσθετη ιδιαιτερότητα: απαιτούν µια λύση «It’s now or never», όπως επιτάσσει ο Elvis Presley. Η επιτακτικότητα του «τώρα ή ποτέ», προκύπτει από το γεγονός ότι η χώρα µας σήµερα, στην κατάσταση που βρίσκεται, δεν είναι σε θέση, µε τις δικές της δυνάµεις, να δώσει απάντηση ούτε στο ένα ζήτηµα ούτε στο άλλο. Δεν φροντίσαµε, δηλαδή, στη διαδροµή µας να γίνουµε µια χώρα όπως η Σουηδία, η Ελβετία ή το Ισραήλ, οι οποίες έχουν στρατηγικά επιλέξει και καταφέρει η οικονοµία τους να είναι υγιής και ανταγωνιστική, και να διατηρούν αυτοτελή και ισχυρή εθνική αµυντική αποτροπή. Η Σουηδία, µάλιστα, και το Ισραήλ επενδύουν αποφασιστικά σε µια ακµάζουσα αµυντική βιοµηχανία, που αποτελεί ισχυρό αναπτυξιακό συντελεστή της εθνικής τους οικονοµίας.
Η ελληνική πολιτική τάξη αυτήν τη στιγµή, στο σύνολό της (µε εξαίρεση το ΚΚΕ, που έχει δική του, εντελώς ιδιαίτερη «γραµµή»), κινείται απέναντι στον τουρκικό επεκτατισµό πολιτικά, θεσµικά και µε διπλωµατικά µέσα, αποφεύγοντας να αντιµετωπίσει το ζήτηµα µε τους ίδιους όρους που ο Erdogan το επιχειρεί και σχεδιάζει να το παγιώσει. Κανένα κόµµα (κατ’ αντίθεση προς το παρελθόν) δεν υποστήριξε τη δυναµική αποτροπή της έµπρακτης αµφισβήτησης ούτε µε πολεµική ενέργεια, όπως το «βυθίσατε το Χόρα», ούτε µε ευθεία απειλή πολέµου, όπως το 1987, ούτε, έστω, µε συστηµατική παρεµπόδιση της έρευνας του «Oruc Reis», έτσι ώστε τυχόν «θερµό επεισόδιο» να το «χρεωθεί» ορατά, διεθνώς, η Τουρκία. Ως «κόκκινη γραµµή» της ελληνικής αντίδρασης ορίστηκε η περίπτωση έρευνας εντός των έξι µιλίων των χωρικών υδάτων ή, τυχόν επιχείρηση γεώτρησης στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, την οποία, βεβαίως, σε κανέναν επίσηµο χάρτη δεν έχουµε πλήρως αποτυπώσει.
Οι κρίσιµες παράµετροι που «αδυνατίζουν» το ελληνικό σενάριο
Σε αυτή την κοινή «γραµµή», το σύνολο των πολιτικών δυνάµεων απευθύνεται στη διεθνή έννοµη τάξη, τον ΟΗΕ, την ΕΕ, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, χωρίς να είναι αφελής, ώστε να θεωρεί ότι υπάρχει ένας αυτοµατισµός εφαρµογής του Δικαίου στις διεθνείς σχέσεις. Γι’ αυτό και αναπτύσσει πολύπλευρες επαφές, διαµορφώνει ευρύτερους δεσµούς από τους ως τώρα ιστορικούς συµµάχους µας και επιδιώκει την ευρύτερη δυνατή αποµόνωση και καταδίκη της Τουρκίας. Ο υποκρυπτόµενος υπολογισµός είναι ότι η ορατή και προκλητική αυτονόµηση του Erdogan από τη Δύση ή θα προκαλέσει µια εξίσου ανοιχτή αποµόνωσή του, άρα συνέπειες και καταδίκη, ή θα τον εξαναγκάσει, µετά από πίεση, να επανακάµψει στις ατλαντικές «σταθερές».
Το σενάριο είναι ισχυρό, αλλά πάσχει επικίνδυνα σε δύο κρίσιµες παραµέτρους. Η πρώτη παράµετρος είναι ο χρόνος. Αν είτε η καταδίκη του Erdogan είτε το «ξαναµάζεµα στο µαντρί» της Τουρκίας αργήσουν, η Ελλάδα κινδυνεύει να γίνει είτε η Ιφιγένεια της δυτικής αφύπνισης είτε ο µόσχος ο σιτευτός που θα θυσιαστεί για την επιστροφή του Ασώτου.
Η δεύτερη παράµετρος (που επίσης πάσχει) είναι η ελπίδα πως η νέα διοίκηση Biden θα αποκαταστήσει τους ατλαντικούς δεσµούς, εξέλιξη που αναπόφευκτα θα ενισχύσει τη συνοχή −άρα, και την αποτελεσµατικότητα− της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και ότι από κοινού, πια, ΗΠΑ και ΕΕ θα θέσουν φραγµό στην Τουρκία ως προς τις επεκτατικές της επιδιώξεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς θα την υποχρεώσουν να επανέλθει στην ατλαντική «κανονικότητα».
Το κρίσιµο κενό
Ωστόσο, ήδη το τοπίο στις ΗΠΑ είναι δυσοίωνο. Παρά το γεγονός ότι ο Biden θα υψώσει τελικά το χέρι του στις 20 Ιανουαρίου, είναι φανερό ότι θα υπάρξει µια εξαιρετικά προβληµατική Προεδρία. Σοβαροί Αµερικανοί αναλυτές µιλάνε ήδη για Προεδρία «lame duck», καθώς ο διχασµός της αµερικανικής κοινωνίας απεδείχθη ιδιαίτερα βαθύς και προφανώς θα συνεχιστεί. Αυτό προοιωνίζεται µια αποσταθεροποιητική διαρκή πολιτική οξύτητα, που θα συµπαρασέρνει σε διαµάχες στη Γερουσία και την κοινή γνώµη για επιλογές που παλαιότερα ανήκαν ανεµπόδιστα και αποκλειστικά στον Πρόεδρο και στο «βαθύ κράτος».
Με µια παρόµοια αστάθεια στο εσωτερικό των ΗΠΑ, καθίσταται προβληµατικό το ενδεχόµενο για µεγάλες και συστηµατικές κινήσεις αναδιαµόρφωσης των παγκόσµιων ισορροπιών, µε τόσο επωφελή για την Ευρώπη και την Ελλάδα τρόπο όσο οι προσδοκίες καλλιεργούν. Αντιθέτως, καθίσταται πολύ πιθανό το ενδεχόµενο να µην µπορέσει να αποκατασταθεί η απολεσθείσα ηγεµονία, µε τους παλαιούς τρόπους και µεθόδους, στις παλαιές «σταθερές». Θα χρειαστεί να αναγνωριστούν οι νέες πραγµατικότητες και να επαναπροσδιοριστούν τα όρια της προσπάθειας αποκατάστασης. Πράγµα που θα σηµαίνει µόνον κέρδη για τις χώρες και τους πολιτικούς που εκµεταλλεύτηκαν το κενό των ΗΠΑ και επεξέτειναν την ισχύ και την επιρροή τους. Η Κίνα, η Ρωσία και η Τουρκία ανήκουν σε αυτή την οικογένεια των ωφεληµένων του κενού δύναµης.
Η ψευδαίσθηση της «αποµονωµένης» και «αδύναµης» Τουρκίας
Η Τουρκία έχει κατοχυρώσει πλέον την αναγνώριση της ως περιφερειακής δύναµης. Έχει επιβάλει την παρουσία της σε µια ευρεία ζώνη: από τον Καύκασο και τη Συρία έως την Ανατολική Μεσόγειο και τη Λιβύη. Συνασπίζει αργά αλλά σταθερά το σουνιτικό Ισλάµ, εκτοπίζοντας την Σαουδική Αραβία από αυτόν τον παραδοσιακό ρόλο. Έχει κατακτήσει, σε µεγάλο βαθµό, αυτάρκεια στα εξοπλιστικά της προγράµµατα και επενδύει αποτελεσµατικά σε προωθηµένους τεχνολογικά τοµείς, όπως τα drones και οι κατευθυνόµενοι πύραυλοι. Λέγεται ότι το αδύναµο σηµείο της είναι η οικονοµία. Εν µέρει αληθές, αλλά µε µια αδύναµη πολιτική όψη. Είναι τόσο µεγάλη η γεωστρατηγική σηµασία της Τουρκίας και τόσο εκτεταµένη η εµπλοκή στην τουρκική οικονοµία της Γερµανίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας, ώστε αν λάβουν αυτές οι χώρες (και άλλες ελάσσονες), εν ονόµατι της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ουσιαστικά µέτρα κατά της Άγκυρας, θα είναι σαν να πυροβολούν τα πόδια τους.
Προσθέτως, η Τουρκία, κατ’ αντίθεση µε την Κίνα ή τη Ρωσία, έχει το πλεονέκτηµα των πολλών εναλλακτικών «ταµπλό» για τους ελιγµούς της. Το ξέρει η ίδια καλά και χειρίζεται θαυµάσια τις πρωτεϊκές της µεταµορφώσεις. Ακόµα και εάν υποθέσουµε ότι θα εξαναγκασθεί ή θα κρίνει συµφερότερο να υποδυθεί ότι «συµµαζεύεται» ως ατλαντική δύναµη, θα απαιτήσει ανταλλάγµατα. Και τα µόνα που µπορεί να λάβει αφορούν τις διεκδικήσεις της έναντι της Ελλάδας. Και είναι πρώτιστο καθήκον της πολιτικής ηγεσίας της Ελλάδας να µην επιτρέψει να το επιτύχει.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα υπάρξει ελληνική κυβέρνηση που θα αποδεχθεί διάλογο µε την Τουρκία για οτιδήποτε άλλο εκτός από την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών µε βάση το Δίκαιο της Θάλασσας και µε κατάληξη, σε περίπτωση µη συµφωνίας, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Γιατί αποδοχή συζήτησης άλλων θεµάτων, σηµαίνει ότι αναγνωρίζονται ως υπαρκτά, ενώ δεν έχουν νόµιµη βάση. Άρα, και µόνον η αναγνώρισή τους ως «θεµάτων στο τραπέζι» σηµαίνει ότι µπαίνουµε σε µια θανάσιµη περιπέτεια, χωρίς καµιά πιθανότητα να υπάρξει επωφελές τέλος. Αντίθετα, κάποια στιγµή, ακόµα και ο πιο καλόπιστος, διαλλακτικός και προσχωρητικός Έλληνας συνοµιλητής θα ανακαλύψει τη δύναµη της κλασικής διατύπωσης του Καρλ Μαρξ «καλύτερα ένα φρικτό τέλος, παρά µια φρίκη δίχως τέλος».
Η Ελλάδα, εποµένως, ή θα αποκτήσει το εθνικό βάθος ισχύος τού Ισραήλ και την αντίληψη ετοιµότητας της Σουηδίας ή θα στηρίζεται σε ένα διεθνές σύστηµα που δεν θα µπορεί να εγγυηθεί αποτελεσµατικά την ακεραιότητα και τα κυριαρχικά δικαιώµατα της χώρας.
Αν η απάντηση είναι ότι επιβάλλεται να αποκτήσουµε εθνική ισχύ βάθους, τότε η έξοδος από το «πρώτο στενό» φωτίζει την έξοδο από το δεύτερο, το στενό της οικονοµίας.
Γιατί, χάρη στη στρατηγικά ορθή ένταξή µας στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, µπορεί µεν να έχουµε λιγότερες εγγυήσεις ασφαλείας από αυτές που χρειαζόµαστε (και επιβαλλόταν µια ολοκληρωµένη Ε.Ε. να διαθέτει), αλλά διαθέτουµε το πλαίσιο και τη χρηµατοδότηση ώστε να µεταβάλουµε τη δική µας θέση ισχύος, αξιοποιώντας τους πόρους του Ταµείου Ανάκαµψης για µια συνολική µεταβολή της θέσης της χώρας. Η Ελλάδα έχει όλες τις προϋποθέσεις να αναδειχθεί σε σύγχρονη, ανταγωνιστική οικονοµία, µε αιχµή τον πρωτογενή τοµέα, τη µεταποίηση και τη µετάβαση στην ψηφιακή εποχή. Οργανικό τµήµα της αναπτυξιακής στρατηγικής µπορεί και πρέπει να είναι η αµυντική βιοµηχανία σε όλο το φάσµα − και ιδίως στις νέες τεχνολογικές εφαρµογές.
Πέρα από την υπηρέτηση του ζωτικού εθνικού συµφέροντος, που είναι το καθήκον και η υποχρέωση προς την πατρίδα, η πολιτική τάξη οφείλει να κινηθεί προς αυτήν τη δηµιουργική επιλογή και για λόγους αυτοσυντήρησης και αυτοπροστασίας. Οι δυνάµεις που έλαβαν στο παρανοϊκό δηµοψήφισµα του 2015 το 62%, το 2010 ήταν στο 3%. Σήµερα η εκδοχή που υποστηρίζει ότι η Ελλάδα, αντί να εξαντλήσει κάθε διπλωµατικό µέσο, σε συνδυασµό µε ισχυρή αποτροπή για να επιβάλει την νοµιµότητα, πρέπει να «δείρει τον Τούρκο», να «κηρύξει πόλεµο», «να αναζητήσει αλλού συµµαχίες» κ.λπ. δείχνει εξίσου περιθωριακή. Αν, όµως, από λάθος χειρισµούς η Ελλάδα υποστεί µια εθνική ταπείνωση, η παρούσα πολιτική τάξη θα αποσαθρωθεί µε πολύ χειρότερο τρόπο σε σχέση µε ό,τι συνέβη µε την κρίση των µνηµονίων. Δεν θα έχουµε απλώς νέο γύρο καταγγελιών για τους «προδότες πολιτικούς», αλλά πλήρη αµφισβήτηση των στρατηγικών επιλογών της χώρας, µε ταυτόχρονη καταδίκη των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και Ε.Ε. και αναζήτηση νέων στρατηγικών συµµαχιών. Σήµερα όλες αυτές οι απόψεις είναι στο περιθώριο. Αλλά ο µηχανισµός εκτίναξής τους θα είναι ο ίδιος.
Αναγκαία η στροφή στις εθνικές προτεραιότητες
Το πολιτικό σύστηµα στο ζήτηµα της απειλής της Τουρκίας κινείται σαν υπνοβάτης. Αντιδρά όπως στη µακρά περίοδο που, ενώ βάθαινε ο µηχανισµός της χρεοκοπίας, δεν µιλούσε κανείς γι’ αυτή. Αντίθετα, τα κόµµατα ανταγωνίζονταν σε παροχές, ώσπου η χώρα «έσκασε» το 2009. Σήµερα, ενώ η τουρκική επεκτατικότητα κάθε µέρα παίρνει νέες µορφές, η µη αντίδραση έχει παρόµοια χαρακτηριστικά µε την παράλυση απέναντι στον µηχανισµό της χρεοκοπίας. Το πολιτικό σύστηµα στέκει αµήχανο, δείχνει φοβικό, παράγει και διαχέει σύγχυση. Βεβαίως, σε ιδιαίτερες συνοµιλίες αναγνωρίζεται το πρόβληµα. Και η έλλειψη αντίδρασης αιτιολογείται από τον φόβο µήπως προκληθεί «εθνικιστική παραφροσύνη», όπως µε τον «ζητωπόλεµο» της καταστροφής του 1897.
Και ορθά επιδιώκεται να διατηρήσει ο λαός νηφαλιότητα. Αλλά αυτό δεν σηµαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει συνείδηση του κινδύνου και ετοιµότητα αντιµετώπισής του, µε κάθε µέσο, άρα και στρατιωτικό. Αντί, λοιπόν, να εξηγηθεί µε αυτό τον ήρεµο και ορθολογικό τρόπο η ανάγκη µιας συνολικής στροφής στις εθνικές προτεραιότητες, η αλλαγή του υποδείγµατος της χώρας, η αποφασιστική ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάµεων, αλλά και του φρονήµατος των πολιτών, αναπτύσσεται µια καµπάνια εναντίον του εθνικισµού, που, όµως, συγχέει τον εθνικισµό µε τον πατριωτισµό, µε βαθιά επικίνδυνο και παραλυτικό της εθνικής αυτοπεποίθησης και αξιοπρέπειας τρόπο.
Ας τελειώσουµε, λοιπόν, αυτήν τη σύγχυση µεταξύ πατριωτισµού και εθνικισµού, µε ένα πρόσφατο παράδειγµα. Όταν η Αργεντινή έκανε την τυχοδιωκτική επέµβαση στα Φόκλαντς το 1982, κανείς στη Βρετανία δεν έβρισε ή µείωσε τους Αργεντινούς· το δε BBC έκανε έξαλλη τη Θάτσερ, γιατί είχε τόση δηµοσιογραφική απόσταση και ουδετερότητα κατά τις 72 ηµέρες της ένοπλης αντιπαράθεσης, ώστε δεν έλεγε καν «our troops» αλλά «british troops». Αλλά αυτές οι δυνάµεις, χωρίς καµιά εθνικιστική ή ρητορική έξαρση, µε επαγγελµατική εκπαίδευση και τη δηµοκρατική αίσθηση του καθήκοντος του πολίτη-οπλίτη προς την πατρίδα, τσάκισαν τους υπερεθνικιστές αξιωµατικούς της χούντας της Αργεντινής.
Total Defence
Η Σουηδία, που µετείχε τελευταία φορά σε πόλεµο το 1814, όχι µόνον διατηρεί ισχυρή αποτρεπτική ισχύ, αλλά στηρίζεται και στην εφεδρεία της Εθνοφυλακής. Το στρατηγικό δόγµα της είναι «Total Defence», σε περίπτωση που η χώρα δεχθεί εισβολή. Στο έντυπο οδηγιών µε τίτλο «Εάν έλθει η κρίση ενός πολέµου», στην επανέκδοση του 2018 προσδιορίζεται το πλαίσιο δράσης του συνόλου των τακτικών Ενόπλων Δυνάµεων και της Εθνοφυλακής και τονίζεται: «Να γνωρίζετε ότι κάθε ανακοίνωση ότι η αντίσταση σταµάτησε, θα είναι ψέµα του εχθρού. Η αντίσταση πρέπει να είναι συνεχής στον χρόνο και σε κάθε περίσταση. Εξαρτάται από Εσένα, τον δικό Σου αγώνα, την δική Σου αφοσίωση – και την θέλησή Σου να επιβιώσεις».
Είµαστε, άραγε, τόσο πιο ασφαλείς και ευηµερούντες από τους Σουηδούς, ώστε να µην πάρουµε τώρα τις αναγκαίες αποφάσεις για να βγούµε έγκαιρα και αποφασιστικά από τα «δυο στενά» που απειλούν τη χώρα µας και τις ζωές µας;
Τρεις παράµετροι που οδηγούν σε εθνική ισχύ
– Xάρη στη στρατηγικά ορθή ένταξή µας στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, µπορεί µεν να έχουµε λιγότερες εγγυήσεις ασφαλείας από αυτές που χρειαζόµαστε (και επιβαλλόταν µια ολοκληρωµένη ΕΕ να διαθέτει), αλλά διαθέτουµε το πλαίσιο και τη χρηµατοδότηση ώστε να µεταβάλουµε τη δική µας θέση ισχύος, αξιοποιώντας τους πόρους του Ταµείου Ανάκαµψης.
– Η Ελλάδα έχει όλες τις προϋποθέσεις για να αναδειχθεί σε σύγχρονη, ανταγωνιστική οικονοµία, µε αιχµή τον πρωτογενή τοµέα, τη µεταποίηση και τη µετάβαση στην ψηφιακή εποχή.
– Πρέπει να εξηγηθεί µε ήρεµο και ορθολογικό τρόπο η ανάγκη µιας συνολικής στροφής στις εθνικές προτεραιότητες, η αλλαγή του υποδείγµατος της χώρας, η αποφασιστική ενίσχυση των Ενόπλων ∆υνάµεων αλλά και του φρονήµατος των πολιτών.
*To άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί αυτή τη Πέμπτη 24/12 στα περίπτερα.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας



