Διεθνή
Τουρκία, Κούρδοι και Συρία
Τις προηγούμενες ημέρες, ξέσπασαν μάχες στην Βόρεια Συρία, μεταξύ Συριακών ένοπλων οργανώσεων που έχουν την υποστήριξη της Τουρκίας και Κουρδικών πολιτοφυλακών που κατά την διάρκεια του δεκαετούς σχεδόν εμφυλίου πολέμου στη Συρία, έχουν σταθεροποιήσει την θέση τους σε περιοχές της Βόρειας Συρίας, ιδίως μετά από την ενεργό συμμετοχή τους στην συμμαχία που αντιμετώπισε στρατιωτικά την οργάνωση του ‘Ισλαμικού Κράτους.’ Αυτή την φορά, πεδίο μάχης κατέστη η πόλη Αϊν Ίσα.
Σταχυολογούμε ενδεικτικά από σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Μάχες ανάμεσα σε υποστηριζόμενους από την Τουρκία μαχητές και κουρδικές δυνάμεις ξέσπασαν νωρίτερα αυτό το μήνα κοντά στην πόλη Αΐν Ίσα της βόρειας Συρίας. Η πόλη Αΐν Ίσα βρίσκεται πάνω στον αυτοκινητόδρομο M4 ο οποίος συνδέει μεγάλες συριακές πόλεις και στον οποίο γίνονται συνήθως ρωσοτουρκικές περιπολίες. Οι τουρκικές δυνάμεις και οι Σύροι αντάρτες σύμμαχοί τους κατέλαβαν πέρυσι εδάφη στην περιοχή με μια επίθεση εναντίον της κουρδικής πολιτοφυλακής YPG, η οποία ελέγχει τμήματα της βόρειας και της ανατολικής Συρίας».[1]
Σε αυτό το πλαίσιο, διαφαίνεται η στρατηγική σημασία της συγκεκριμένης περιοχής και πόλης, καθότι εντός της διασταυρώνονται η Ρωσική και Τουρκική στρατιωτική παρουσία όπως λαμβάνει χώρα στην Συρία, οι κινήσεις ένοπλων ομάδων και Κουρδικών πολιτοφυλακών, με την οιονεί συγκρουσιακή κατάσταση μεταξύ Τουρκίας και Κουρδικών οργανώσεων.
Ως προς αυτό, τον Οκτώβριο του 2019 η Τουρκία εισέβαλλε στρατιωτικά σε περιοχές της Βόρειας Συρίας, ώστε να ανακόψει την δυνατότητα περαιτέρω προώθησης των Κουρδικών δυνάμεων, επιδιώκοντας να καταστήσει στρατηγική την περιοχή σε μία ιδιαίτερη ‘ουδέτερη ζώνη,’ και αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα, τον ‘φόβο’ περί Κουρδικής παρουσίας που διαπερνά την Τουρκική εξωτερική πολιτική. Θα προσθέταμε ιστορικά.[2]
Μάλιστα, σε αυτή την περίπτωση, αντλεί από το ενδεχόμενο όχι μόνο της Κουρδικής παρουσίας στη Βόρεια Συρία και κοντά στα Συρο-τουρκικά σύνορα, αλλά και από το ίδιο ενδεχόμενο επικοινωνίας μεταξύ των Κούρδων της Συρίας και των Κουρδικής καταγωγής πληθυσμών που διαβούν στα νοτιοανατολικά της χώρας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ‘φόβος’ (ο Κουρδικός ‘εφιάλτης’), συγκεκριμενοποιείται περισσότερο και καθίσταται ‘φόβος’ περί αστάθειας και ‘χάους’ που δύναται να επιφέρει η επικοινωνία και κατά την Τουρκία, επιρροή των Κούρδων της Συρίας προς αυτούς της Τουρκίας.
Όσον αφορά τα γεγονότα στη Συρία, κάνουμε λόγο για την συγκρότηση μίας οιονεί συγκρουσιακής ζώνης στη Βόρεια Συρία που εντασσόμενη στο ευρύτερο Συριακό πολεμικό μέτωπο, έχει αποκτήσει την δική του δυναμική, εμπλέκοντας χώρες (Ρωσία, Τουρκία), το Μπααθικό καθεστώς που έχει ισχυροποιήσει την θέση του στην περιοχή, αντι-Μπααθικές οργανώσεις που έχει προσεταιρισθεί η Τουρκία, και Κουρδικές πολιτοφυλακές.
Ως συγκρουσιακή ζώνη, προσδιορίζει μείζονα πλέον, διακυβεύματα, που έχουν να κάνουν, για παράδειγμα, είτε με το Ρωσικό εγχείρημα περαιτέρω προώθησης στο Συριακό έδαφος και έμπρακτης άσκησης γεω-πολιτικού ελέγχου,[3] είτε με την αντιπαράθεση και δη ένοπλη αντιπαράθεση Τουρκίας-Κουρδικών ένοπλων ομάδων, η οποία και επι-τελείται μέσω της συμμαχίας της Τουρκίας με ένοπλες οργανώσεις που δρουν στην περιοχή. Σε αυτό το σημείο, εντοπίζουμε ένα κρίσιμο σημείο που διαμορφώνεται στο Συριακό μέτωπο και έχει σχέση με μία εκ των άμεσων κατευθύνσεων της Τουρκικής γεω-πολιτικής των τελευταίων χρόνων.
Δηλαδή, με το ό,τι στη Συρία[4] εφαρμόζεται και δοκιμάζεται εν τοις πράγμασι η συμμαχία και η σύσφιξη των δεσμών της Άγκυρας με μη-κρατικούς δρώντες (βλέπε την σχέση Ιράν-Χεζμπολάχ), όπως είναι διάφορες ένοπλες οργανώσεις, με την αναφερόμενη συμμαχία να έχει την ιδιαιτερότητα της σφυρηλάτησης της και στα πεδία των μαχών εναντίον των Κούρδων.
Έτσι, η Τουρκική πολιτική στη Συρία έχει φθάσει σε ένα σημείο καμπής, σχετικό αφενός με την θεώρηση της Βόρειας Συρίας ως πεδίο όπου διακυβεύονται ζωτικά Τουρκικά συμφέροντα ασφαλείας (παρουσία-ανάπτυξη Κουρδικών δυνάμεων), και, αφετέρου δε, με την πρόσληψη του ως εδαφικού χώρου που εντάσσεται στον ευρύτερο ‘ζωτικό χώρο’ της Τουρκίας, εκεί όπου, ακριβώς, θεμελιώνεται ‘δικαίωμα παρέμβασης.’
‘Δικαίωμα’[5] ενδεικτικό των βαθυ-δομικών μεταβολών που έχουν συντελεσθεί την τελευταία ιστορική περίοδο τόσο στη Συρία, όσο και στον συσχετισμό δυνάμεων και στην αρχιτεκτονική ασφαλείας στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.
Και αυτό το ‘δικαίωμα παρέμβασης’ επιδιώκεται να εμβαπτισθεί στα νάματα της Κουρδικής ‘απειλής’ που μεγεθύνεται τόσο ώστε να ‘περικυκλώσει’ την Τουρκία, πλήττοντας την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Στη γειτονική της Συρία, η Τουρκία λειτουργεί ως χώρα που ασκεί καθήκοντα επιτήρησης, από κοινού με την Ρωσία, όπως και ως χώρα που δεν διστάζει να επέμβει στρατιωτικά, κάνοντας χρήση βίας, και μη διστάζοντας να ανοίξει μέτωπα, έχοντας ως μέλημα να διαφυλάξει τον χώρο της και διαμέσου της συμμαχίας της με την Ρωσία.
Η Συρία και οι εξελίξεις εκεί (συμπεριλαμβάνουμε και την ανά περιόδους Τουρκική στρατιωτική εισβολή) αποτέλεσαν ένα από τα πρώτα τεστ για την χάραξη μίας μεσοπρόθεσμης Τουρκικής πολιτικής με περιφερειακό επίχρισμα, υπό την ηγεσία Ερντογάν, για την οποία ο παραδοσιακός ‘εχθρός’ (Κούρδοι) αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους, με την εν γένει στρατιωτική αντιμετώπιση να ρευστοποιεί κατά τι τα εδαφικά σύνορα μεταξύ Συρίας και Τουρκίας: Για την Τουρκία, ο ‘εχθρός’ αυτός αντιμετωπίζεται παντού.’
Όσο ρευστοποιείται το έδαφος άλλο τόσο ρευστοποιείται και η στρατιωτική δράση, κινούμενη μεταξύ αποτροπής και εκκαθαριστών ενεργειών επί του εδάφους. Η Βόρεια Συρία συνιστά έναν από τους θεμέλιους λίθους της Τουρκικής γεω-πολιτικής (η Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη), ίδιας εάν όχι μεγαλύτερης σημασίας για την ίδια, με την περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.
Και έχει ενδιαφέρον εδώ να εστιάζουμε στις αφηγήσεις που χρησιμοποιεί την Τουρκία για να προσδώσει πολιτικό-ιστορικό πρόσημο στην ασκούμενη γεω-πολιτική της: Εάν ο Κούρδος επιθυμεί να ‘πλήξει,’ και να ‘ακρωτηριάσει,’ μία σειρά άλλων δρώντων ή ‘παικτών,’ εμποδίσουν την Τουρκία από το ‘μεγαλώσει,’ λαμβάνοντας την θέση που της αξίζει στο διεθνές στερέωμα. Επομένως, ως εκ της θέσεων της, η περιφερειακή της πολιτική, είναι πολυμέτωπη.
* Υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
[1] Βλέπε σχετικά, ‘Οι ρωσικές δυνάμεις ενισχύονται σε εδάφη όπου δρουν Σύροι που στηρίζει η Άγκυρα,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 28/12/2020, https://www.kathimerini.gr/world/561209020/oi-rosikes-dynameis-enischyontai-se-edafi-opoy-droyn-syroi-poy-stirizei-i-agkyra/
[2] Ενώ ο Αρμένιος ‘ενσαρκώνει’ την προσπάθεια ‘αλλοίωσης’ της ιστορίας και των ιστορικών γεγονότων, ο Κούρδος πραγματώνει την εντόνως παρούσα σε Τουρκικές αφηγήσεις και θέσεις, αίσθηση της επικρεμάμενης ‘απειλής’ στο παρόν, για την Τουρκία και την Τουρκικότητα.
[3] «Νωρίτερα, στη διάρκεια διαπραγματεύσεων με την τουρκική πλευρά, επιτεύχθηκαν συμφωνίες για την ανάπτυξη κοινών ρωσοσυριακών θέσεων παρατήρησης. Πρόσθετες μονάδες της ρωσικής στρατιωτικής αστυνομίας έχουν φθάσει σήμερα στην περιοχή της Αΐν Ίσα για να ενισχύσουν τις προσπάθειες για τη σταθεροποίηση της κατάστασης», προστίθεται». Βλέπε σχετικά, ‘Οι ρωσικές δυνάμεις ενισχύονται σε εδάφη όπου δρουν Σύροι που στηρίζει η Άγκυρα…ό.π.
[4] Ο ομότιμος καθηγητής Παναγιώτης Ιωακειμίδης, στο τελευταίο του βιβλίο στο οποίο και εμβαθύνει στην ασκούμενη εξωτερική πολιτική της Μεταπολιτευτικής περιόδου, τονίζει την διάσταση της ‘αστάθειας’ που χαρακτηρίζει το εσωτερικό χωρών όπως η Συρία και η Λιβύη, χωρών στις οποίες και παρεμβαίνει δραστικά και μέσω διαφόρων τρόπων, η Τουρκία. Όπως γράφει ο ίδιος: «Η αστάθεια «εκχυλίζει» στις διακρατικές σχέσεις ή οδηγεί σε εμφύλιες συγκρούσεις (Συρία, Λιβύη). Οι συγκρούσεις αυτές «επιτρέπουν» σε ξένες δυνάμεις να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά των κρατών (Ρωσία, Τουρκία, κ.α.), δημιουργώντας συνθήκες «proxy war» με επικίνδυνες διεθνείς προεκτάσεις». Βλέπε σχετικά, Ιωακειμίδης Παναγιώτης, ‘Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης. Προβλήματα και λύσεις. Παθογένειες και προκλήσεις,’ Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2020, σελ. 105-106.
[5] Το περιώνυμο αυτό ‘δικαίωμα’ δεν απομακρύνεται από την γκάμα των διαθέσιμων στρατηγικών επιλογών διαφόρων κρατών, στο βαθμό που έχει υιοθετηθεί και μετα-ψυχροπολεμικά, αναπαριστάμενο και ως όρος ‘ύπαρξης.’
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

