Διεθνή
Πού οδηγεί η μεγαλομανία Ερντογάν τον ίδιο και την Τουρκία;
Όραμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι να καταστήσει την Τουρκία, μέχρι το 2023, ισχυρή όχι μόνο στην περιοχή αλλά και στον κόσμο, διεκδικώντας θέση ανάμεσα στις υπερδυνάμεις. Η κατά γενική παραδοχή μεγαλομανία του Ερντογάν τον οδήγησε σε ανοικτές συγκρούσεις με χώρες οι οποίες από τη δεκαετία του 1950 είχαν συμμαχικές σχέσεις με την Τουρκία και συνεργάζονταν σε όλους τους τομείς.
Η ισχύς που έδειξε στη γειτονιά του και κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία και τη Λιβύη, θεωρήθηκε από τον Τούρκο Πρόεδρο πως ήταν αρκετή ώστε να απαιτήσει να κάθεται μαζί με τις άλλες υπενδυνάμεις. Σύντομα όμως άρχισε να ανακαλύπτει πως όσο ισχυρός είναι στη γειτονιά του, άλλο τόσο μοναχικός βρίσκεται στον υπόλοιπο κόσμο.
Τα γεγονότα στο Ναγκόρνο Καρμπάχ μπορεί να ήταν για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν η στιγμή που περίμενε να αποδείξει σε Δύση και Ανατολή το πόσο στρατιωτικά ισχυρός έχει καταστεί και να τους στείλει το μήνυμα πως δεν μπορεί να παίζουν τα όποια παιχνίδια σε βάρος του. Ωστόσο αυτό που καταγράφεται, έκτοτε, είναι μια διπλωματική κινητικότητα από πλευράς Άγκυρας προκειμένου να ανοικοδομήσει τις γέφυρες που τα προηγούμενα χρόνια και ιδιαίτερα μέσα στο 2020 είχαν καταστραφεί.
Η τουρκική περηφάνια είναι τέτοια που δεν επιτρέπει στον Μεβλούτ Τσαβούσογλου να παραδεχθεί ότι οι γέφυρες με εταίρους και συμμάχους είχαν χαλάσει συνεπεία των επιλογών της Άγκυρας. Επιλέγει να ρίξει ευθύνες σε άλλους. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό προκειμένου να αποκρύψει τη μοναξιά που άρχισε να αισθάνεται η Τουρκία, γι’ αυτό και τρέχει να εκμεταλλευθεί το μομέντουμ της αλλαγής διακυβέρνησης στις ΗΠΑ ώστε να επαναφέρει τις σχέσεις της με χώρες της περιοχής αλλά και στο ΝΑΤΟ στην πρότερη τους κατάσταση.
Παρά την όποια στρατιωτική ισχυροποίηση που πέτυχε τα τελευταία χρόνια η Άγκυρα, για κάποιους αναλυτές στο εξωτερικό η κατάσταση στη χώρα θυμίζει την περίοδο του 1945 όταν η χώρα βρέθηκε να πελαγοδρομεί ως προς το «στρατόπεδο» που θα έπρεπε να επιλέξει και να εκμεταλλευθεί το μομέντουμ της νέας τάξης πραγμάτων. Η Τουρκία επέζησε του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου χωρίς να ρίξει μια σφαίρα, όμως μετά το τέλος του η ίδια βρέθηκε μετά Δύσης και Ανατολής ψάχνοντας μια νέα συμμαχική βάση. Τελικά επέλεξε τη Δύση και χάρη στο δόγμα Τρούμαν βρέθηκε μαζί με την Ελλάδα το 1952 στο ΝΑΤΟ.
Λίγο πριν το τέλος του 2020 η Άγκυρα άρχισε, τουλάχιστον επικοινωνιακά, να προβάλλει τη βελτίωση των σχέσεων της τόσο με το Ισραήλ όσο και με τη Γαλλία. Δύο συμμάχους/συνεργάτες που τα τελευταία χρόνια οι πολιτικές του Ερντογάν οδήγησαν σε οξεία αντιπαράθεση. Παράλληλα ανακοινώνεται και έναρξη διαλόγου με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά πόσο οι κινήσεις αυτές αποτελούν γνήσια πρόθεση για ανοικοδόμηση των σχέσεων που είχε η Άγκυρα με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ, είναι κάτι που θα διαφανεί ενδεχομένως και πολύ σύντομα. Τα ανοίγματα προς αυτές τις τρεις κατευθύνσεις καταδεικνύουν και μια άλλη παράμετρο. Την αποτυχία του εγχειρήματος της διπλωματικής αυτονομίας που επιχειρήθηκε το προηγούμενο διάστημα από την Τουρκία, δηλαδή να είναι εντός και μέλος του ΝΑΤΟ αλλά να συνεργάζεται και με τη Ρωσία.
Θα πρέπει πάντως να αναγνωριστεί ότι η Τουρκία για μερικά χρόνια είχε καταφέρει να παίξει ένα έξυπνο διπλωματικό παιχνίδι, κυρίως στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Εντέχνως εκμεταλλεύθηκε όλα τα κενά που είχε αφήσει η πολιτική που ακολούθησαν οι δύο τελευταίες αμερικανικές κυβερνήσεις. Τόσο η κυβέρνηση Ομπάμα όσο και η κυβέρνηση Τραμπ ακολούθησαν σχεδόν ταυτόσημες πολιτικές σ’ ό,τι αφορά τη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και Βορείου Αφρικής. Πολιτική που ήθελαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να απομακρύνονται από μια ευρύτερη περιοχή η οποία μέχρι και τις αρχές του αιώνα χαρακτηριζόταν ως στρατηγικής σημασίας για την Ουάσιγκτον.
Αυτή τη στιγμή και προφανώς γιατί αντιλαμβάνονται στην Ουάσιγκτον ότι οι S-400 πήγαν και θα μείνουν στην Τουρκία, οι ΗΠΑ διαφοροποιήσαν την προσέγγισή τους έναντι του Ερντογάν. Οι αποφάσεις που λήφθηκαν σε επίπεδο Κογκρέσου και Γερουσίας έστειλαν ένα μήνυμα προς την κατεύθυνση της Τουρκίας, ότι πλέον οι σχέσεις τους δεν είναι όπως το παρελθόν.
Παρ’ όλον ότι ο Ντόναλντ Τραμπ (σε προσωπικό επίπεδο) προσπάθησε αρκετές φορές να βοηθήσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, φαίνεται πως αυτό δεν ήταν αρκετό. Αλλά και στην Άγκυρα φαίνεται πως λίγο ενδιαφέρονται για τη βοήθεια που μπορεί να τους δώσει πλέον ο Ντ. Τραμπ, αφού σε λίγες ημέρες αποχωρεί από τη θέση του. Η προσοχή τους στρέφεται προς την κατεύθυνση του εκλεγμένου Προέδρου, Τζο Μπάιντεν. Η σπουδή που έδειξε ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου να ανακοινώσει την έναρξη διαλόγου ανάμεσα στις δύο χώρες στοχεύει κυρίως προς την κατεύθυνση της νέας αμερικανικής διακυβέρνησης.
Η είσοδος του Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο και η ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνησή του θα καταδείξει κατά πόσο αυτή η νέα προσέγγιση των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας ήταν ένα πρόσκαιρο συμβάν ή έχει εισέλθει για τα καλά στα γρανάζια της αμερικανικής γραφειοκρατίας. Γιατί εάν συμβαίνει το δεύτερο, τα πράγματα θα είναι πολύ δύσκολα για τον Ερντογάν και την Τουρκία και επί διακυβέρνησης Μπάιντεν.
Διάλογο με Γαλλία και Ισραήλ, αλλά χωρίς Μακρόν και Νετανιάχου
Η στρατηγική αναθέρμανσης σχέσεων που ακολουθεί η Τουρκία τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά το Ισραήλ και τη Γαλλία είναι ανορθόδοξη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αφήνει να διαφανεί ότι ο διάλογος που θέλει η Άγκυρα είναι χωρίς του Εμανουέλ Μακρόν (σ’ ό,τι αφορά τη Γαλλία) και Βενιαμίν Νετανιάχου (σε σχέση με το Ισραήλ). Στην περίπτωση του Ισραηλινού πρωθυπουργού η τοποθέτηση του Τούρκου Προέδρου κάθε άλλο παρά διάθεση επαναπροσέγγισης έδειχνε. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, το πρόβλημα με το Ισραήλ είναι με τα ανώτατα δώματα εξουσίας, δηλαδή με τον πρωθυπουργό της χώρας. Τοποθέτηση που ερμηνεύεται και ως ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά μιας χώρας, σε μια περίοδο που αυτή οδεύει προς νέες εκλογές.
Τα συγκεκριμένα ανοίγματα προς την κατεύθυνση του Ισραήλ και τα μηνύματα επαναπροσέγγισης έπαιξαν περισσότερο στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης παρά απασχόλησαν τους ίδιους τους Ισραηλινούς. Και στο βαθμό που ασχολήθηκαν στο Ισραήλ ήταν για να καταδείξουν ότι η Τουρκία επιχειρούσε κατά τρόπο αντιπαραγωγικό να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας. Υποδεικνύοντας στρατηγικά λάθη στην τουρκική επαναπροσέγγιση: (α) οι αναφορές σε σχέση με τους Παλαιστίνιους και τη Γάζα και (β) η απαίτηση να ακυρώσει το Ισραήλ τις συμφωνίες με την Κύπρο και τις συνεργασίες που έγιναν με την Ελλάδα προς όφελος μιας νέας ισραηλινοτουρκικής συνεργασίας.
Σ’ ό,τι αφορά τη Γαλλία η Τουρκία τέντωσε πολύ το σχοινί και έφτασε στο σημείο να κατηγορεί τη χώρα για ισλαμοφοβία. Αντιλαμβανόμενη την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, προσπαθεί τώρα να διαχωρίσει τις σχέσεις Τουρκίας-Γαλλίας από τον Εμανουέλ Μακρόν. Πράξη εξίσου διπλωματικά εξωφρενική που μόνο η Άγκυρα μπορούσε να σκεφτεί.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών επιμένει πάντως να κατηγορεί τη γαλλική κυβέρνηση ότι προσπάθησε να εμπλέξει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε διμερή ζητήματα. Μάλιστα κάλεσε εκ νέου την Ευρωπαϊκή Ένωση να κοιτάξει το ευρύτερο της συμφέρον, απαιτώντας από αυτήν να απομονώσει Γαλλία, Ελλάδα και Κύπρο.
Κάποιες κυβερνήσεις, όπως φάνηκε στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ήταν διατεθειμένες να ακούσουν αλλά και να υιοθετήσουν την τουρκική προσέγγιση.
Οι Ιταλοί την τοποθετούν στις επικίνδυνες χώρες
Η Ιταλία εμφανίζεται εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ως μια από τις χώρες που κινούνται υποστηρικτικά έναντι της Τουρκίας. Η Ρώμη είναι μέσα στον άξονα των χωρών που στηρίζουν την Άγκυρα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η φιλοτουρκική στάση της ιταλικής κυβέρνησης φαίνεται πως δεν πείθει τους ίδιους τους Ιταλούς οι οποίοι τοποθετούν την Τουρκία μέσα στις επικίνδυνες χώρες.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που διενεργήθηκε από τους οργανισμούς ISPI και IPSOS, οι Ιταλοί τοποθετούν την Τουρκία στην τρίτη θέση στις χώρες από τις οποίες κινδυνεύει η υφήλιος μετά την Κίνα και το Ιράν. Η έρευνα καταγράφει μια σημαντική μετατόπιση της συμπεριφοράς των Ιταλών την τελευταία τριετία ως προς τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την υφήλιο.
Το 2018 η υφήλιος κινδύνευε από: Βόρειο Κορέα (25%), ΗΠΑ (16%), Ιράν (9%), Ρωσία (7%), Κίνα (6%) και Τουρκία (3%).
Το 2020 οι κίνδυνοι προέρχονται: Κίνα (27%), Ιράν (15%), Τουρκία (14%), Β. Κορέα (12%), ΗΠΑ (10%) και Ρωσία (8%).
Και η ανησυχία των Ιταλών σ’ ό,τι αφορά την Τουρκία, όπως αναφέρουν οι αναλυτές του ISPIμ, συνδέεται με τις τουρκικές ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο σε βάρος της Ελλάδας, της Κύπρου, οι ενέργειες στη Λιβύη αλλά και η συμπεριφορά έναντι της Γαλλίας. Ανησυχία που δεν φαίνεται να συμμερίζεται η ιταλική κυβέρνηση όπως αυτή εκφράζεται στις συνόδους κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

