Διεθνή
CNBC: Τι σημαίνει η προεδρεία Μπάιντεν για την Τουρκία;
Οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας διακρίνονται εδώ και αρκετό καιρό από αυξανόμενη ένταση
Πολλές από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η σχέση των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ, ξεπεράστηκαν χάρη στη φιλική σχέση του απερχόμενου Προέδρου των ΗΠΑ Τραμπ και του Προέδρου Ερντογάν.
Αναμένοντας την άνοδο του Τζο Μπάιντεν στην εξουσία, διαφαίνεται ότι η ένταση θα ανέβει· ωστόσο υπάρχει ακόμα περιθώριο για εξομάλυνση των σχέσεων των δύο χωρών. Ανεξάρτητα από την έκβαση που θα έχουν οι διμερείς σχέσεις Άγκυρας-Ουάσιγκτον, φαίνεται ότι η επόμενη τετραετία δεν θα έχει καμία σχέση με τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια.
«Το μόνο στοιχείο που κράτησε αυτή τη σχέση «ζωντανή», ήταν η προσωπική σχέση Τραμπ-Ερντογάν», δήλωσε στο CNBC ο πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου και ερευνητής του American Enterprise Institute, Μάικλ Ρούμπιν. «Με τον Τραμπ εκτός Λευκού Οίκου, ο Ερντογάν θα πρέπει να ανησυχεί». Ο λόγος είναι τα πολλά σημεία διαφωνίας μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον· σημεία που αποκαλύπτουν τη διαφορετική αντίληψη των δύο χωρών για τη γεωπολιτική, τις συμμαχίες και τη διακυβέρνηση. Ανάμεσα στα σημεία αυτά, είναι η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, κάτι το οποίο οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη καταδικάσει, η αγορά του ρωσικού συστήματος S-400, γεγονός που προκάλεσε την οργή των συμμάχων του ΝΑΤΟ και οδήγησε στην επιβολή κυρώσεων από την Ουάσιγκτον, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας στη Συρία εναντίον των Κούρδων συμμάχων των ΗΠΑ και η στήριξη που παρέχει η Άγκυρα σε ομάδες τρομοκρατών.
Επιπλέον, υπάρχει η τουρκική επιθετικότητα κατά της Ελλάδας και της Κύπρου για τον έλεγχο των ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, η βοήθεια που παρείχε η Τουρκία στο Ιράν ώστε το δεύτερο να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις και η ύπαρξη της κοινής βάσης του Ιντσιρλίκ, όπου η Τουρκία φιλοξενεί ένα μεγάλο αριθμό Αμερικανών στρατιωτών, αεροσκαφών και περίπου 50 πυρηνικών κεφαλών.
Πρόκειται για πολλά ζητήματα. Τι άποψη έχει ο Μπάιντεν για κάποια από αυτά;
Ανταλλαγές χαρακτηρισμών και απειλών
Βάσει των προηγούμενων δηλώσεων του Μπάιντεν, φαίνεται ότι η Ουάσιγκτον θα υιοθετήσει μια πιο σκληρή γραμμή. Σε συνέντευξή του τον περασμένο Ιανουάριο, ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος των ΗΠΑ αποκάλεσε τον Ερντογάν αυταρχικό, κατέκρινε τις πράξεις του εναντίον των Κούρδων και είπε ότι ο Τούρκος Πρόεδρος «πρέπει να πληρώσει το τίμημα». Επίσης, πρότεινε οι ΗΠΑ να υποστηρίξουν τους ηγέτες της τουρκικής αντιπολίτευσης, ώστε να μπορέσουν να νικήσουν τον Ερντογάν, συμπληρώνοντας ότι αυτό θα έπρεπε να γίνει μέσω εκλογικής διαδικασίας και όχι μέσω πραξικοπήματος.
«Οι ΗΠΑ θα πυροβολούσαν τον εαυτό τους στο πόδι… Εάν η Ουάσιγκτον επέβαλε σκληρότερες κυρώσεις, τότε η Τουρκία θα ανέπτυσσε ακόμα βαθύτερους δεσμούς με τη Ρωσία και το Ιράν» ~Agathe Demarais~
Ο Μπάιντεν υποσχέθηκε να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων· ένα επίμαχο θέμα για την Τουρκία και κάτι το οποίο οι προηγούμενοι Αμερικανοί πρόεδροι απέφυγαν για έναν αιώνα. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, περίπου 1.5 εκατομμύρια Αρμένιοι σκοτώθηκαν ή εκδιώχθηκαν από την τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Καμία τουρκική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε το γεγονός αυτό ως γενοκτονία, ενώ Τουρκία και Αρμενία δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις.
Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι νομοθέτες τάχθηκαν υπέρ των κυρώσεων κατά της Άγκυρας, με αφορμή τις επιθέσεις κατά των Κούρδων, τους οποίους η Τουρκία αποκαλεί τρομοκράτες, και λόγω της αγοράς και δοκιμής των πυραύλων S-400. Οι κυρώσεις αυτές θα ήταν ένα μεγάλο πλήγμα στην ήδη παραπαίουσα τουρκική οικονομία.
Η Τουρκία από την πλευρά της απειλεί με αντίποινα την Ουάσιγκτον, σε περίπτωση κυρώσεων, μέσω της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ. Ο Ερντογάν κατηγόρησε προηγουμένως τον Μπάιντεν για παρεμβολή στα εσωτερικά θέματα της Τουρκίας.
Παρόλα αυτά, ο εκπρόσωπος του Ερντογάν, Ιμπραήμ Καλίν, δήλωσε την περασμένη Τετάρτη ότι «η Τουρκία πιστεύει ότι μπορεί να έχει μια καλή και θετική συνεργασία με τη διοίκηση Μπάιντεν». Επίσης είπε ότι οποιαδήποτε τιμωρία λόγω της απόκτησης των S-400 είναι αντιπαραγωγική.
Ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση
«Οι διεθνείς παρεμβάσεις και η εριστική συμπεριφορά του Ερντογάν απέναντι σε συμμάχους και εχθρούς, έχουν αρχίσει να ενοχλούν ολοένα και περισσότερο, τόσο τις ΗΠΑ όσο και την Ευρώπη», λέει η διευθύντρια παγκοσμίων προβλέψεων του Economist, Agathe Demarais.
«Είναι ένα επικίνδυνο μονοπάτι. Είναι πολύ πιθανό η άνοδος του Μπάιντεν στην εξουσία να οδηγήσει σε μια πολύ πιο σκληρή στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Τουρκία, συγκριτικά με την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ», συμπληρώνει.
Αυτή η στάση ωστόσο εμπεριέχει το δικό της βαθμό ρίσκου, κυρίως διότι, τιμωρώντας ένα σύμμαχο όπως η Τουρκία, απλά θα την ωθήσει στην αγκαλιά της Μόσχας.
«Οι ΗΠΑ θα πυροβολούσαν τον εαυτό τους στο πόδι… Εάν η Ουάσιγκτον επέβαλε σκληρότερες κυρώσεις, τότε η Τουρκία θα ανέπτυσσε ακόμα βαθύτερους δεσμούς με τη Ρωσία και το Ιράν».
Πολλοί στην Ουάσιγκτον πιστεύουν ότι η Τουρκία είναι μία σύμμαχος την οποία οι ΗΠΑ δεν έχουν περιθώριο να χάσουν και να τη δουν να μετατρέπεται σε αντίπαλο, καθώς αποτελεί το 2ο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και είναι σημαντικό κομμάτι στρατηγικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Υπάρχουν πιθανότητες για μια έκβαση win-win;
Κάποιοι βλέπουν μια διαφορετική κατάληξη στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας.
«Η Τουρκία έχει τεράστια στρατηγική σημασία για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Για το λόγο αυτό περιμένω να δω μια μεγάλη προσπάθεια του Μπάιντεν να εξομαλύνει τις σχέσεις με την Άγκυρα και να την κάνει να επιστρέψει με το μέρος της Δύσης», τονίζει ο στρατηγικός αναλυτής αναπτυσσόμενων αγορών της Bluebay Asset Management, Timothy Ash.
«Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι δύο μεγαλύτεροι κίνδυνοι για τις ΗΠΑ είναι η Κίνα και η Ρωσία. Θα ήταν τεράστια νίκη για τον Μπάιντεν να επαναφέρει την Τουρκία στη Δύση και πιστεύω ότι θα επικεντρωθεί σε αυτό», συμπληρώνει ο Ash.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι σχέσεις των δυο χωρών δεν ήταν ρόδινες ούτε και κατά την περίοδο διακυβέρνησης Τραμπ. Τον Αύγουστο του 2018, ο Τραμπ απείλησε την Τουρκία με κυρώσεις λόγω της κράτησης του πάστορα Brunson· μια απειλή που οδήγησε τη λίρα σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα κι έριξε την Τουρκία σε ακόμα βαθύτερη οικονομική κρίση.
Σήμερα, με την ισοτιμία να σπάει αρνητικό ρεκόρ, τον υψηλό πληθωρισμό και την ανεργία να αυξάνονται ραγδαία λόγω της πανδημίας, οποιαδήποτε διένεξη με τις ΗΠΑ που δημιουργεί ενδεχόμενο κυρώσεων, μπορεί να αποβεί καταστροφική για την τουρκική οικονομία.
Επενδυτές και περιφερειακοί αναλυτές θα παρακολουθούν τη δυναμική της σχέσης Μπάιντεν-Ερντογάν τους επόμενους μήνες, ώστε να διαπιστώσουν εάν ισχύουν τα λεγόμενα του Τούρκου ακαδημαϊκού Ahmed Alioglu, ο οποίος είχε κάνει λόγο για τα «4 δύσκολα χρόνια που έρχονται για την Τουρκία».
Μετάφραση: Νίκος Χριστοφορίδης
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

