Διεθνή
Η Γαλλία σηκώνει μόνη της το βάρος της χάραξης της Εξωτερικής Πολιτικής της Ε.Ε.
Των Mathilde Ciulla και Tara Varma
To 2020 ήταν δύσκολο για την ευρωπαϊκή ενότητα. Η πανδημία έχει υποχρεώσει τα κράτη-μέλη της ΕΕ να εμπλακούν σε έναν όλο και πιο έντονο διάλογο για την πορεία που θέλουν να πάρει η Ένωση.
Από την Γάλλο-γερμανική πρόταση για ένα ταμείο ανάκαμψης τον Μάιο στην επακόλουθη αντίδραση για τις πτυχές του προϋπολογισμού της ΕΕ από τους frugal four (Αυστρία, Δανία, Ολλανδία, Σουηδία), τα κράτη-μέλ έχουν συζητήσει επί μακρόν για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και όπως δείχνουν πρόσφατες δημοσκοπήσεις του ECFR, η Γαλλία αντιλαμβάνεται τα μεγαλύτερα οφέλη της ΕΕ διαφορετικά από τα άλλα κράτη-μέλη.
Πραγματικά, το 27% των Γάλλων ερωτηθέντων στην έρευνα του ECFR θεωρεί ότι η προστασία από τον πόλεμο και τις συγκρούσεις ως τον τομέα στον οποίο η ΕΕ παρέχει τα μεγαλύτερη οφέλη -ποσοστό μεγαλύτερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος. Και μόλις το 17% αυτών βλέπει τα οικονομικά πλεονεκτήματα της συμμετοχής στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην ενιαία αγορά, με αυτόν τον τρόπο -ένα μικρότερο ποσοστό από ό,τι σε άλλες χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα. Αυτό συμβαδίζει με προηγούμενες έρευνες του ECFR που έδειξαν τη Γαλλία ως το κράτος-μέλος που εκτιμά περισσότερο τον γεωπολιτικό ρόλο της ΕΕ. Αυτές οι διαφορές φαίνεται να σηματοδοτούν ένα μεγάλο κενό μεταξύ της Γαλλίας και των Ευρωπαίων εταίρων, στο όραμα τους για τον ρόλο και τον σκοπό της ΕΕ.
Η ΕΕ -και οι δομές που προηγήθηκαν μετά από τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο- βασίστηκαν στην ιδέα της διατήρησης της ειρήνης μέσω της οικονομικής ανεξαρτησίας. Χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία τείνουν να τονίζουν το πρώτο μέρος αυτού, άλλες όπως η Πολωνία και η Δανία τη δεύτερη. Η προκύπτουσα ανισότητα εξηγεί πολλά για τις τωρινές διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών, όπως αποδεικνύεται από τις πρόσφατες δύσκολες διαπραγματεύσεις για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ, τις διαφωνίες για τη στρατηγική αυτονομία και συζητήσεις για το ποιο θα πρέπει να είναι το επόμενο κεντρικό σημείο της ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης.
Ως εκ τούτου, η επιμονή της Γαλλίας στη σημασία της διατήρησης της ειρήνης, καθώς και οι πρωτοβουλίες της που άλλα κράτη-μέλη θεωρούν κάποιες φορές ως μονομερείς, φαίνεται να αντανακλούν τον στόχο της να είναι ο ηγέτης στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Και αυτό θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει την απομόνωσή της στις προσπάθειες να ασκήσει την εξουσία της ΕΕ στην παγκόσμια σκηνή. Η στρατηγική αυτονομία, η οποία αναφέρεται στην παγκόσμια στρατηγική της ΕΕ του 2016, είναι ένας τομέας στον οποίο η Γαλλία και η Γερμανία συγκλίνουν. Αλλά κάποια κράτη-μέλη πρέπει ακόμη να πειστούν για την ανάγκη μιας τέτοιας αυτονομίας, επιδεικνύοντας μια απροθυμία την οποία πολλές φορές οι Γάλλοι φορείς χάραξης πολιτικής δυσκολεύονται να κατανοήσουν.
Ιστορικά, ο γαλλικός λαός είναι υπερήφανος που είναι μεταξύ των ιδρυτών των οργανισμών που προηγήθηκαν της ΕΕ, καθώς και ότι έχει αντιταχθεί σε ορισμένες από τις προσπάθειες ολοκλήρωσης της Ένωσης -ιδίως, ψηφίζοντας “όχι” στο δημοψήφισμα του 2005 για ένα ευρωπαϊκό σύνταγμα. Δεδομένου ότι η Γαλλία έχει σημαντική επιρροή στους εταίρους της στην Ένωση, η χώρα μπορεί να καθορίσει την πορεία ενός ευρωπαϊκού project που έχει τεράστιο αντίκτυπο στη ζωή των πολιτών της.
Το γαλλικό κράτος και οι Γάλλοι πολίτες είναι ειλικρινείς στο κάλεσμα τους να καταστεί η ΕΕ κυρίαρχος παράγοντας. Αντιστοίχως, έχουν δημιουργήσει πρωτοβουλίες και έχουν υποβάλει προτάσεις για μια πιο ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, άμυνα και πολιτική ασφάλειας. Αλλά την ίδια στιγμή, συνδέονται με την ανεξαρτησία του γαλλικού στρατού. Πραγματικά, ο υπουργός άμυνας Florence Parly, προσφάτως ανακοίνωσε αύξηση περίπου 2 δισ. Ευρώ για τον αμυντικό προϋπολογισμό το 2021. Είναι επίσης δεσμευμένοι στο status της χώρας ως πυρηνικής -η Γαλλία σχεδιάζει να ξεκινήσει σύντομα τη δημιουργία ενός πυρηνικής ενέργειας αεροπλανοφόρου.
Η αντίθεση μεταξύ του focus της Γαλλίας στην εθνική κυριαρχία και στην άμυνα και τα αμυντικά ευρωπαϊκά projects τα οποία προτείνει, συχνά προκαλούν σύγχυση στους Ευρωπαίους εταίρους της. Για να το κατανοήσουν αυτό, τα κράτη-μέλη της ΕΕ χρειάζεται να κοιτάξουν το αφήγημα που δημιουργείται γύρω από το ευρωπαϊκό project στη Γαλλία. Τα γαλλικά σχολεία διδάσκουν στους μαθητές ότι η ΕΕ ήταν πάντα ένα project συμφιλίωσης μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας -αυτό που εξασφάλισε ότι θα υπάρχει ειρήνη μεταξύ των δύο χωρών στο β΄ μισό του 20ου αιώνα και μετά. Τα γαλλικά σχολικά βιβλία επίσης αναφέρονται στην ΕΕ χρησιμοποιώντας εικόνες με χειραψίες μεταξύ Γάλλων προέδρων και Γερμανών καγκελάριων, το franco-allemand (η γαλλογερμανική μηχανή) είναι μια φράση που οι Γάλλοι μαθητές ακούνε στη διάρκεια της σχολικής τους θητείας. Στη Γαλλία, η ευρωπαϊκή πολιτική ολοκλήρωση προοριζόταν πάντα να προέρχεται από την οικονομική ολοκλήρωση -όλοι οι Γάλλοι μαθητές έχουν μάθει για τα διαδοχικά σχέδια που έθεσαν Γάλλοι αξιωματούχοι σε αυτόν τον τομέα, καθώς και τις αποτυχίες τους- και η ΕΕ θεωρείται ευρέως ως όχημα για την προώθηση αξιών (όπως η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα) και ένα όραμα για την παγκόσμια σκηνή.
O Emmanuel Macron συχνά αναφέρεται στη σημασία του να δημιουργηθεί μια Ευρώπη που θα προστατεύει. Έχει επιμείνει στη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Παρέμβασης και αναφέρεται στην ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία κάθε φορά που έχει την ευκαιρία να το κάνει. Αλλά σύμφωνα μρ πολλά κράτη-μέλη, ο Macron δεν ακολουθεί με συνέπεια τη δική του συμβουλή για την ανάγκη ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας -μια απόκλιση που οι Γάλλοι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων θα πρέπει να γνωρίζουν και να επιδιώκουν να αντισταθμίσουν, με το να έρθουν σε συνεννόηση με τους Ευρωπαίους εταίρους τους προτού δράσουν. Όταν η Γαλλία ξεκίνησε έναν νέο διάλογο με τη Ρωσία το 2019, τα άλλα κράτη-μέλη αναγνώρισαν ότι αυτό θα μπορούσε να πετύχει μόνο εάν ήταν και άλλα κράτη-μέλη στο τραπέζι. Ωστόσο, το Παρίσι αρχικά δεν τους παρείχε τη δυνατότητα να το κάνουν. Με το να αναφερθεί δημοσίως στο ΝΑΤΟ χαρακτηρίζοντας το “εγκεφαλικά νεκρό” τον ίδιο χρόνο, ο macron ζήτησε την ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα στη Συμμαχία -αλλά το έκανε ενεργώντας μόνος του. Αντί να το θεωρήσει ως μονομερής δράση από τους συμμάχους της, η Γαλλία θα πρέπει να εργαστεί για την οικοδόμηση συνασπισμού ακόμη περισσότερο από ό,τι κάνει, αναλαμβάνοντας να βγει μπροστά, και να έχει τη συμμετοχή των στενών της εταίρων.
Στο πλαίσιο της έναρξης της διάσκεψης για το μέλλον της Ευρώπης και της προοπτικής της γαλλικής προεδρίας στο Ευρωπαϊκό συμβούλιο το 2022, η Γαλλία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την προσέγγιση για να εργαστεί για τον επαναπροσδιορισμό των κοινών αξιών που θα βοηθήσουν την ΕΕ και τα κράτη-μέλη της να ενοποιήσουν την εξωτερική τους πολιτική και να προβάλλουν την ισχύ τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Γαλλία θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι το γεωπολιτικό της όραμα για την ΕΕ δεν είναι το μόνο έγκυρο, και να προσεγγίσει τους εταίρους της για τη δημιουργία συνασπισμών, ως εκ τούτου οδηγώντας την ΕΕ να επανεξετάσει τον διεθνή της ρόλο σε έναν όλο και πιο πολυπολικό κόσμο. Η Γαλλία πιστεύει πραγματικά ότι η ΕΕ είναι ένα ειρηνικό project. Ένα τέτοιο project θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της οικονομικής αλληλεξάρτησης τη δεκαετία του 1950, αλλά η Γαλλία μπορεί να υπενθυμίσει στα άλλα κράτη-μέλη ότι, το 2021, η ειρήνη είναι στο σταυροδρόμι αρκετών τομέων πολιτικής, στους οποίους η ευρωπαϊκή συνεργασία είναι ζωτικής σημασίας. Οι μεταβαλλόμενες σχέσεις της ΕΕ με τις χώρες στη γειτονιά της, τη Ρωσία, την Κίνα και τις ΗΠΑ, όλες καθιστούν τον ρόλο της ΕΕ ως ειρηνικό project, πιο σημαντικό από ποτέ.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ:

Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

