Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Οι εθνομηδενιστές επιτίθενται πλέον και από θεσμικές θέσεις στην Ελλάδα και τον Ελληνισμό

Δημοσιεύτηκε στις

A statue of Greek philosopher Socrates is seen outside the Athens Academy November 7, 2011. REUTERS/John Kolesidis (GREECE - Tags: SOCIETY)

Ο “γεροτυφλοπόντικας της Ιστορίας” χασκογελάει… με τις εθνομηδενιστικές ελίτ

Γνωρίζουμε πως η ανισομετρία μεταξύ έθνους και κράτους στην Ελλάδα –το γεγονός δηλαδή ότι το ελληνικό Έθνος, τουλάχιστον μέχρι σχετικά πρόσφατα, υπερέβαινε τις διαστάσεις του κράτους– δεν είχε επιτρέψει ποτέ στο παρελθόν την πλήρη σύμπτωση έθνους και κράτους. Και παρότι οι Κύπριοι αγωνιστές δάκρυζαν όταν έψαλλαν το «σκέπασε μάνα σκέπασε», αυτή τους συμπεριφέρθηκε μάλλον σαν μητριά που απόδιωχνε τα παιδιά της.

Του Γιώργου Καραμπελιά
Οι ελίτ του ελλαδικού κράτους, στην πλειοψηφία τους, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα 80 ή 90 χρόνια της ιστορίας του, προσπαθούσαν διαρκώς να ανακόψουν τη βούληση του εθνικού σώματος για δημιουργία ενός ενιαίου ελληνικού κράτους που να περιλαμβάνει το σύνολο του έθνους. Πράγμα που έκαναν είτε κάτω από τη μόνιμη πίεση των μεγάλων δυνάμεων που επιθυμούσαν μια μικρή Ελλάδα άθυρμα στα χέρια τους είτε διότι είχαν ενστερνιστεί και οι ίδιοι την ίδια ιδεολογία –«η μικρά άλλα τίμιος Ελλάδα– είτε, συνηθέστερα, και για τα δύο μαζί. Αυτό το γεγονός θα μεταβάλει την υπαρκτή ήδη επί τουρκοκρατίας διαφοροποίηση των ανώτερων τάξεων και των ελίτ, με το λαϊκό σώμα σε αντίθεση μεταξύ κράτους και έθνους.

Εξ ου και η γελοιότης του σχήματος που προωθούν οι εθνοαποδομητές πως «είναι το κράτος που συγκρότησε το έθνος», όχι μόνο διότι το έθνος προϋπήρχε κατά χιλιετίες του νεοελληνικού κράτους, αλλά και διότι το κράτος, αντίθετα, προσπαθούσε να συρρικνώσει το έθνος στα δικά του μέτρα και μεγέθη.

Ο πρώτος που θα δοκιμάσει να άρει αυτή την ανισορροπία, εν μέρει επιτυχώς, υπήρξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος που είχε αναδειχθεί μέσα από την επανάσταση ενός τμήματος του αλύτρωτου ελληνισμού, πέραν του ελλαδικού Κράτους – της Κρήτης, η οποία εξεβίασε κυριολεκτικώς την ένταξή της στο ελληνικό κράτος. Ο Βενιζέλος ερχόταν από έξω, γι’ αυτό και θα επιχειρήσει μιαν αντίστροφη κίνηση, να φέρει το κράτος στα μέτρα του έθνους.

Εν τέλει, αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο ευρύτερο έθνος και τον στενό ελλαδισμό των κρατικών ελίτ–συσπειρωμένων γύρω από τον βασιλιά Κωνσταντίνο– θα οδηγήσει και στην πρώτη μεγάλη εμφύλια διαμάχη, από το 1915 έως το 1923, η οποία τελικά και θα οδηγήσει στη βίαιη συρρίκνωση του έθνους ώστε να προσαρμοστεί στα μεγέθη του κράτους, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.

Το 1922, η σύμπτωση έθνους και κράτους –εκτός από την Κύπρο, τη Βόρεια Ήπειρο–, θα ολοκληρωθεί με την οριστική απώλεια της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης. Εν συνεχεία, καθώς οι Έλληνες θα έχουν χάσει κάθε μεγάλο εθνικό όραμα, θα ακολουθήσει μία μακρά περίοδος εμφύλιων διαμαχών και αντιπαραθέσεων στη διάρκεια των οποίων το κράτος συχνά συγκρούεται με το λαϊκό σώμα, ή με ένα μεγάλο μέρος του, ακόμα και βίαια.

Αυτό θα συμβεί κατ’ εξοχήν στη διάρκεια του εμφυλίου, αλλά και στις κινητοποιήσεις για το Κυπριακό, στα Ιουλιανά και προφανώς στη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Άλλωστε, αυτή η διαμάχη συνιστά εν μέρει και σύγκρουση στο εσωτερικό του λαϊκού σώματος – όπως ανάμεσα στις ελλαδικές μάζες και τις επήλυδες προσφυγικές μάζες, αλλά όχι μόνο, ή ανάμεσα στους παλαιοελλαδίτες και τις νέες χώρες. Και μέχρι τουλάχιστον τα Ιουλιανά του 1965, ακόμα και κατά τη δικτατορία, αυτή η παράμετρος θα είναι παρούσα και ενεργή στις εμφύλιες διαμάχες της χώρας.

[Θα αρκούσε κανείς να δει την κατ’ εξοχήν παλαιοελλαδίτικη προέλευση της πεντάδας των συνταγματαρχών της χούντας. Ο Παπαδόπουλος, ο Ρουφογάλης, ο Λαδάς, ο Μακαρέζος και ο Ιωαννίδης: από την Πελοπόννησο κατάγονταν οι τρεις πρώτοι και από τη Στερεά Ελλάδα και την Αθήνα οι δύο άλλοι.]

Η τομή της μεταπολίτευσης, το έθνος «γίνεται» κράτος

Κατά τη μακρά μεταπολιτευτική περίοδο, το εμφυλιοπολεμικό κλίμα θα συνεχίζει να επιβιώνει και μάλιστα, με τη ρεβάνς των ηττημένων του εμφυλίου να ορίζει τις νέες ιδεολογικές και πολιτικές συντεταγμένες, μεταφρασμένο όμως σε μια έντονη αλλά «κόσμια» αντίθεση συντηρητικών και προοδευτικών – και μόνο η «17 Νοέμβρη» θα επιχειρεί ανεπιτυχώς να την επαναφέρει στο επίπεδο ενός αιματηρού εμφυλίου.

Τώρα, οι εκπρόσωποι των ηττημένων του εμφυλίου όχι απλώς θα καταλάβουν την ιδεολογική εξουσία αλλά και θα φτάσουν και στην ίδια την πολιτική εξουσία, με κύκνειο άσμα τους τον ΣΥΡΙΖΑ. Το κράτος θα ταυτιστεί με το έθνος, έστω δι’ αντιπροσώπων και διορισμών, καθώς οι «εκπρόσωποι» του έθνους «θα κατακτήσουν» το κράτος.

Σύμβολο αυτής της νέας αναδυόμενης πραγματικότητας θα αποτελέσει το Πολυτεχνείο και ο εορτασμός της 17ης Νοεμβρίου. Το «ΕΑΜικό έθνος» –μέσω του ΠΑΣΟΚ και της παραδοσιακής Αριστεράς θα επιτύχει τη θριαμβευτική είσοδό του στο κράτος και η λεγόμενη γενιά του Πολυτεχνείου θα ταυτιστεί με τη «γενιά της μεταπολίτευσης». [Και όταν μιλάμε για γενιά του Πολυτεχνείου δεν θα πρέπει να περιοριζόμαστε στη Δαμανάκη, τον Λαλιώτη τον Τζουμάκα ή τον Αλαβάνο, αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε πως και ο Κώστας Σημίτης τοποθετούσε βόμβες στη διάρκεια της δικτατορίας!]

Στην παλιά διαίρεση έθνους και κράτους η δεξιά παράταξη, με τους παλαιοελλαδίτικους πληθυσμούς κατ’ εξοχήν, εκπροσωπούσε λίγο-πολύ το κράτος και η άλλη, η αριστερά και η κεντρώα, με τους προσφυγικούς πληθυσμούς, εξέφραζε τον «λαό». Αυτή η διαίρεση θα εκκενωθεί πλήρως – έθνος και κράτος θα συμπέσουν, τόσο από άποψη καταγωγής –οι απόγονοι των προσφύγων και των Βορειοελλαδιτών θα συνυπάρχουν σχεδόν ισότιμα με τους παλαιοελλαδίτες και τους κρητικούς στο κράτος, καθώς και οι γόνοι των αριστερών με εκείνους της δεξιάς.

Άλλωστε, η κυβερνώσα και ιδεολογικά κυρίαρχη στη μεταπολίτευση προοδευτική παράταξη, και δι’ αυτής ο λαός, «θα κατακτήσει» το κράτος, διογκώνοντάς το (μόνο και μόνο σε επίπεδο μεγεθών οι 250.000 δημόσιοι υπάλληλοι του 1967 θα γίνουν 1.100.000 το 2008). Πλέον έθνος και κράτος έχουν καταστεί ιδεολογικά και καταγωγικά ομοιογενή.

Εν κατακλείδι, ο διχασμός έθνους και κράτους που σημάδεψε τη νεοελληνική ιστορία θα πάψει να έχει νόημα, καθώς έθνος και κράτος θα συμπέσουν – αρχικώς δια της οριστικής συρρικνώσεως του έθνους και της ενσωμάτωσης του τελευταίου στο κράτος.

Ελίτ και λαϊκό σώμα

Θα πρέπει, όμως, να θυμίσουμε πως ο διχασμός κράτους-έθνους αποτελούσε ταυτόχρονα και μια έκφραση του διαφρισμού ανάμεσα στις ελίτ και το λαϊκό σώμα, καθώς οι ελίτ θα ελέγχουν το κράτος και, μέσω αυτού, το έθνος-λαϊκό σώμα. Και όχι μόνο θα αναπαράγουν την πολιτική ηγεμονία τζακιών και οικογενειών στην ελληνική πολιτική ζωή αλλά, προπαντός, θα ελέγχουν μέσω του πολιτισμικού τους κεφαλαίου την ιδεολογική και εκπαιδευτική ζωή της χώρας.

Και εδώ θα έχουμε ένα βαθύτατα δυιστικό-διχαστικό σχήμα, που θα εκφράζεται και μέσω του γλωσσικού διαφορισμού –η «καθαρή» ελληνική για το κράτος και την ανώτερη εκπαίδευση, η χυδαία δημοτική για το πόπολο, τον λαό–, αλλά όχι μόνο. Δηλαδή, οι ελίτ και το κράτος που ήλεγξαν –αφού το έθνος το είχε δημιουργήσει με αίμα, δάκρυα και αναρίθμητες επαναστάσεις– θα έχουν «οργανωθεί» εναντίον του ίδιου του λαού τους και εν τέλει του ίδιου του έθνους τους.

Βεβαίως, αυτή η σχέση δεν είναι μονοδιάστατη, καθώς οι ελίτ υπάρχουν διότι υπάρχει το έθνος και επομένως το έχουν ανάγκη παρά το ότι συχνά το περιφρονούν. Προφανώς λοιπόν και θα το εκπροσωπούν, διότι υπάρχουν δι’ αυτού, όπως θα συμβεί με τους βαλκανικούς πολέμους ή το Όχι του 1940, ταυτόχρονα όμως θα το υπονομεύουν και θα το πριονίζουν όπως θα κάνουν με την Κύπρο.

Πάντως, μετά τη μεταπολίτευση, και αφού οι παλιές ελίτ θα εμπλουτιστούν ή ακόμα και θα αντικατασταθούν από τους «αντιπροσώπους» του έθνους της κεντροαριστεράς, οι παρεδεδομένοι διαχωρισμοί ανάμεσα στις ελίτ και το λαϊκό σώμα θα καταρρεύσουν με τη σειρά τους. Ο γλωσσικός και πολιτισμικός διαφορισμός θα αντικατασταθεί μάλιστα με μια τέτοια γλωσσική και πολιτιστική ισοπέδωση, που συχνά μας κάνουν να νοσταλγούμε παλαιότερες εποχές.

Δηλαδή, για πρώτη φορά στην ιστορία του νεώτερου ελληνισμού, κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο τα στεγανά μεταξύ κράτους και έθνους και ελίτ και λαϊκού σώματος θα καταρρεύσουν δομικά και όχι απλώς συγκυριακά.

Η γένεση του εθνομηδενισμού

Αυτή η υπέρβαση της παλιάς διχοτομίας είχε δύο πιθανές απαντήσεις. Η μία θα ήταν η σύμπτωση επιτέλους των ελίτ και του λαϊκού σώματος γύρω από ένα πρόταγμα ανάταξης και αναβάθμισης του ελληνισμού ως έθνους-κράτους πλέον – όπως είχε εν μέρει συμβεί από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη μεγάλη εθνική εξόρμηση του 1912- 1920. Η δεύτερη θα ήταν, αντίθετα, η ολοκληρωτική εγκατάλειψη του έθνους και της εθνικής διάστασης.

Στην πρόσφατη ιστορία μας, ψήγματα της πρώτης απάντησης θα διαφανούν κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, μέχρι το 1989 περίπου, ενώ κατά τη δεύτερη μεταπολιτευτική περίοδο θα επικρατήσει συντριπτικά η δεύτερη επιλογή: Οι ελίτ θα αναπαράγονται όχι πλέον σε σύνδεση, έστω και κατασταλτική, ανταγωνιστική με το λαϊκό σώμα, αλλά θα αναπαράγονται χωριστικά, και θα απογειωθούν φαντασιακά και υλικά από την ελληνική πραγματικότητα: Για τις πολιτικές ελίτ, το ελληνικό έθνος-κράτος έχει ήδη μεταβληθεί σε μια επαρχία των Βρυξελλών και κατά συνέπεια έχει πάψει να υπάρχει ως έθνος, διάβημα που εξέφραζε ιδεολογικά ο εθνομηδενισμός της πνευματικής και καλλιτεχνικής ελίτ.

Γι’ αυτό, πλέον, η αναπαραγωγή των ελίτ δεν θα γίνεται μέσω του όποιου θεσμικού, γλωσσικού, ή καταγωγικού ή ακόμα και ταξικού διαφορισμού, αλλά μέσω της διαμόρφωσης μιας κοινής εθνομηδενιστικής βουλγκάτας, κυρίαρχης στα ΜΜΕ, την εκπαίδευση, τα Πανεπιστήμια, τους εκδοτικούς οίκους, τις ΜΚΟ, τον καλλιτεχνικό χώρο. Όσο για το έθνος αυτό εκχωρείται σε μια ακαθόριστη «λαϊκιστική» πλειοψηφία που, παρά την επιμονή της στην παράδοση και τη θρησκεία, παραμένει υποτελής και εξαρτημένη από την κυρίαρχη εθνομηδενιστική ελίτ.

Καθώς λοιπόν τα παλαιά στεγανά μεταξύ έθνους και κράτους κατέρρευσαν και έθνος και λαός είχαν πλέον ταυτιστεί υλικά, η αναπαραγωγή των διαχωρισμών μεταξύ των ελίτ και του λαϊκού σώματος δεν θα μπορούσε να εκφραστεί ως αντίθεση στο εσωτερικό του έθνους, αλλά θα γίνει εξωτερικήως προς αυτό, θα μεταβληθεί σε απόρριψη του έθνους.

Γι’ αυτό και η Κατερίνα Σακελλαροπούλου θα ξιφουλκήσει στην πλέον εθνομηδενιστική εφημερίδα της χώρας, την Εφημερίδα των Συντακτών, ενάντια στην «τυραννία της πλειοψηφίας». Ακριβώς διότι οι κυρίαρχες α-εθνικές ελίτ της χώρας εκλαμβάνουν ως τυραννία την ύπαρξη του ίδιου του έθνους τους.

Άλλωστε, ηγεμονικό ρόλο σε αυτή τη μετεξέλιξη θα διαδραματίσει η μεταλλαγμένη αριστερή διανόηση, η οποία θα μεταβάλει την παλιά δυσπιστία της Αριστεράς και των λαϊκών στρωμάτων έναντι του κράτους, καθώς και τον στρεβλό διεθνισμό της, σε απόρριψη της όποιας εθνικής διάστασης. Γι’ αυτό εξάλλου οι αριστεροί διανοούμενοι θα καταλάβουν την ηγεμονία σε όλα τα ιδρύματα των Τραπεζών και των εφοπλιστών – βλέπε, π.χ., ΜΙΕΤ, ίδρυμα Ωνάση, καθώς και σε όλα τα σχολεία της άρχουσας τάξης της χώρας: Κολλέγιο Αθηνών, Σχολή Μωραΐτη, κ.λπ.

Αυτό το εγχείρημα εξελισσόταν σχετικά απρόσκοπτα, μια και το μοντέλο του παρασιτικού εκσυγχρονισμού του Κώστα Σημίτη έμοιαζε να θριαμβεύει, και οι ελληνικές ελίτ βάδιζαν απρόσκοπτα προς την πλήρη αποεθνικοποίησή τους, καθώς μάλιστα –το τερπνόν μετά του ωφελίμου– όλο και περισσότερο οι πηγές της χρηματοδότησής τους μεσολαβούνταν από τις Βρυξέλλες και τα περιβόητα ευρωπαϊκά προγράμματα.

Αντικατάσταση των Ελλήνων αλλά επιβίωση της «Ελλάδας»

Συναφώς δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως, τις τελευταίες δεκαετίες, και μάλιστα κατά τη δεκαετία 2010-2020 –όταν πλέον τα μεταναστευτικά ρεύματα θα αφορούν πληθυσμούς απολύτως ασύμβατους με την ελληνική πολιτισμική ιδιοπροσωπία–, το μεταναστευτικό ζήτημα θα αποκτήσει κομβικό ιδεολογικό και πολιτικό ρόλο, καθώς οι ελληνικές εθνομηδενιστικές ελίτ της Αριστεράς και της Δεξιάς, σε συμμαχία με τη διεθνή της αποεθνικοποίησης, των ΜΚΟ και του Σόρος, θα δουν στη μετανάστευση την ευκαιρία για «να ξεφορτωθούν» επί τέλους τους ίδιους τους Έλληνες, το ίδιο το ελληνικό έθνος.

Ο πατριάρχης του αριστερού ακαδημαϊκού μηδενισμού, ο Αντώνης Λιάκος, σε κείμενό του στο περιοδικό Lifo, στις 20 Φεβρουαρίου 2020, θα υποστηρίξει πως το δημογραφικό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί παρά μόνο μέσα από μια μεγάλη μεταναστευτική ένεση:

«Μπορεί να φαίνεται αντιδημοφιλές αλλά πρέπει να ειπωθεί κατηγορηματικά. Η Ελλάδα έχει ανάγκη τουλάχιστον ένα εκατομμύριο πρόσφυγες. Για να αντιμετωπίσει την πληθυσμιακή κατάρρευση. Εκείνο που θα πρεπε να μας απασχολεί είναι το πώς θα τους ενσωματώσουμε… Αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα των επόμενων χρόνων».

Εντούτοις, ένας διανοούμενος της κεντροδεξιάς και μέλος της Επιτροπής Αγγελοπούλου για το 1821, ο Στάθης Καλύβας, θα τον ξεπεράσει προς την ίδια κατεύθυνση διατυπώνοντας ένα συνεκτικότερο θεωρητικό σχήμα.

Στις 3 Νοεμβρίου του 2019, σε ένα άρθρο του με τον τίτλο “Εθνική και δημογραφική συνέχεια”, θα υποστηρίξει πως δεν πρέπει να αγωνιζόμαστε αδίκως για να ανατάξουμε τη δημογραφία της χώρας, αλλά θα πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός πως στην «ανθρώπινη ιστορία στη μεγάλη της διάρκεια… η πληθυσμιακή καθαρότητα και σταθερότητα είναι μύθοι. Οι άνθρωποι μετακινούνται συνεχώς, είτε ειρηνικά είτε βίαια, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός διαφόρων περιοχών να μεταλλάσσεται συνεχώς».

Θα μας διαβεβαιώσει πάντως πως ακόμα και αν πάψουν να υπάρχουν οι Έλληνες, η Ελλάδα θα συνεχίσει να… κατοικείται, παρά τη «μεγάλη αντικατάσταση» που θα έχει λάβει χώρα, κυριολεκτικώς!

«Η Ελλάδα αποτελεί προνομιακό τόπο και στο κοντινό μέλλον θα τραβήξει ανθρώπους τόσο από πλούσιες χώρες που θα θέλουν να ζήσουν σ’ αυτή για την ποιότητα ζωής που μπορεί να προσφέρει, όσο και από φτωχές χώρες, οι οποίοι αναζητούν ασφάλεια και ελευθερία. Είναι, δηλαδή, εντελώς απίθανο η Ελλάδα να αδειάσει από ανθρώπους. Θεωρώ επομένως πως εμείς, οι σημερινοί Έλληνες, έχουμε την ιστορική αποστολή, ως ένας κρίκος σε μια μακρά ανθρώπινη αλυσίδα που έζησε στον τόπο αυτόν, να μεταδώσουμε κάποιες πολύ σημαντικές αξίες μας στους ανθρώπους που θα μας διαδεχθούν στον τόπο αυτό, είτε συνδεόμαστε γονιδιακά μαζί τους είτε όχι».

Ένας διανοούμενος στης κεντροδεξιάς ξεπέρασε σε θεωρητική «τόλμη» (ή αναισχυντία αν προτιμάτε) τους ίδιους τους αριστερούς διανοουμένους. Όμως, στο πεδίο της πολιτικής διαχείρισης, θα είναι ακόμα η κεντροαριστερά του ΓΑΠ, του Καμίνη, στην Αθήνα (παρότι ο Μπακογιάννης προσπαθεί φιλότιμα να τον ξεπεράσει), και η Αριστερά του Τσίπρα που θα προχωρήσουν περισσότερο «θαρραλέα» στις πρακτικές της μαζικής και ταχείας ενοφθάλμισης μουσουλμανικών γκέτο στην ελληνική κοινωνία. Άλλωστε, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, τότε πρωθυπουργός, δήλωνε στη Βουλή, στις 5 Μαρτίου 2019, σε συζήτηση για το δημογραφικό, πως:

«Θέλω να ολοκληρώσω την παρέμβασή μου για το δημογραφικό με μία αναφορά, όπως υποσχέθηκα αρχικά, στον τρίτο άξονα –κομβικό κατά τη γνώμη μου– μιας συνολικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση του δημογραφικού … Και αναφέρομαι στο κρίσιμο θέμα του μεταναστευτικού προβλήματος … Και πιστεύω ότι είμαστε μια χώρα που πρέπει να έχουμε εθνική υπερηφάνεια και εθνική αυτοπεποίθηση, να πιστεύουμε ότι η ενσωμάτωση ανθρώπων που έρχονται από άλλες χώρες εδώ δεν αποτελεί απειλή, αλλά αποτελεί πλούτο…. Εμείς, λοιπόν, θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια κοινωνία συμπεριληπτική, για μια χώρα που πρέπει να είναι πρότυπο συνύπαρξης και αλληλεγγύης, για μια χώρα που θα πρέπει να αγκαλιάζει τον πλούτο των παραδόσεων και των διαφορετικών καταγωγών, με δύο λόγια για την Ελλάδα των ανοιχτών οριζόντων…» 

Έτσι αυτά που ο Καλύβας αρθρώνει σε θεωρητικό πεδίο ο Τσίπρας τα προωθεί σε πολιτικο-πρακτικό. Η αναφορά του δεν είναι οι Έλληνες και ο ελληνικός λαός αλλά η «Ελλάδα των ανοικτών οριζόντων» με τις διαφορετικές καταγωγές και παραδόσεις της.

Ο υπονομευμένος θρίαμβος

Προφανώς, μια ανάλογη ιδεολογία χαρακτηρίζει όλες τις μεταμοντέρνες ελίτ της Δύσης, που επιθυμούν να εγκαταλείψουν τη στενοχωρία των εθνικών κρατών και ταυτοτήτων και να μεταβληθούν σε «πολίτες του κόσμου». Παντού, όπως το έχει υπέροχα παρουσιάσει ο Κρίστοφερ Λας, ο Κριστόφ Γκιλουϊ και ο Ζαν-Κλωντ Μισεά μεταξύ άλλων, στις δυτικές κοινωνίες οι ελίτ μετασχηματίζονται σε χωριστικές δυνάμεις που επιδιώκουν την πλήρη απόσπασή τους από το λαϊκό σώμα.

Άλλωστε οι δικές μας ελίτ όπως πάντα αναπαράγονται «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες» (Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα), πιθηκίζοντας τον Τόφλερ, την Μπάτλερ, τον Φουκώ, τον Αγκάμπεν. Με μια «μικρή διαφορά». Ότι, εκεί, πρόκειται για χώρες ισχυρές, που δεν απειλούνται στην ίδια τους την ύπαρξη όπως συμβαίνει με την Ελλάδα.

Γι’ αυτό εξ άλλου ο μεταμοντερνισμός των ελληνικών ελίτ είναι πολύ πιο ακραίος από εκείνον της Δύσης και ο αποχωρισμός από το λαϊκό σώμα μετασχηματίζεται αναπόφευκτα σε εθνομηδενισμό, σε μια χώρα που το έθνος ο λαός και το κράτος απειλούνται στην ίδια την υπόστασή τους.

Εντούτοις, παρά τη ρήξη του κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ των ηγεσιών και του λαϊκού σώματος, που αναδείχθηκε μέσα από την κρίση των μνημονίων και τη Συμφωνία των Πρεσπών, οι εγχώριοι εθνομηδενιστές έμοιαζαν να θριαμβεύουν έχοντας επιτύχει να ελέγξουν τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας. Η κεντροαριστερά, ήδη από την εποχή του Σημίτη και του ΓΑΠ, είχε εγκαταλείψει κάθε πατριωτική αναφορά, διαδικασία που θα ολοκληρωθεί με την ανάδειξη, ως νέου πόλου του χώρου, του ΣΥΡΙΖΑ – ενός γενετικά εθνομηδενιστικού κόμματος.

Παράλληλα, και η άνοδος του Κυριάκου Μητσοτάκη και του κύκλου του στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας σηματοδοτούσε την επικράτηση των παγκοσμιοποιημένων τεχνοκρατικών ελίτ στην ηγεσία του παραδοσιακού πόλου της Δεξιάς.

Οι ελίτ μπορούσαν λοιπόν να πανηγυρίζουν ότι είχαν διασφαλίσει «δύο στα δύο» και να επαίρονται ότι είχαν αποκτήσει την πλήρη ηγεμονία στο «σύστημα Ελλάδα». Κυριαρχούσαν ήδη απόλυτα στον πολιτισμό, τα Πανεπιστήμια, τους εκπαιδευτικούς, τα ΜΜΕ και εφεξής και στο σύνολο του πολιτικού συστήματος – καθώς, εκτός από την αστεία περίπτωση Βελόπουλου, και στα υπόλοιπα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης κυρίαρχη ήταν η εθνομηδενιστική ιδεολογία.

Και τι υψηλότερος συμβολισμός αυτής της ενότητας του πολιτικο-ιδεολογικού συστήματος από την πρόσφατη εκλογή μιας διακηρυγμένης «αντι-εθνικίστριας» στην πολιτειακή ηγεσία της χώρας και την παράλληλη ανάθεση του εορτασμού των διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση σε μια επιτροπή του ενιαίου εθνοαποδομητισμού, της Αριστεράς και της Δεξιάς, με τη Γιάννα Αγγελοπούλου, τον Στάθη Καλύβα, τον Αριστείδη Χατζή, τον Μαρκ Μαζάουερ, τον Νίκο Αλιβιζάτο, τον Αλέξη Πολίτη! Επρόκειτο για θρίαμβο, αλλά για θρίαμβο δομικά υπονομευμένο.

Για να εγκαταλείψεις το έθνος, θα πρέπει πρώτα… να το υπερασπιστείς!

Τωόντι, στο εγχείρημα των ελληνικών ελίτ ελλοχεύει μια βασική αντίφαση. Εξακολουθούν να ηγεμονεύουν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική επικράτεια, σε ένα έθνος-κράτος έστω και ανάπηρο· ακόμα, δεν έχουν μεταναστεύσει–όπως οι περισσότεροι γόνοι τους– στη Δύση, ούτε ακόμα έχουν εγκατασταθεί μαζικά ξένοι πληθυσμοί στην Ελλάδα ώστε να ολοκληρωθεί «η μεγάλη αντικατάσταση», την οποία προδιαγράφει και ευλογεί ο Στάθης Καλύβας· κατά συνέπεια αυτό το έθνος-κράτος θα πρέπει να διασφαλίζει τους πιο στοιχειώδεις όρους της αναπαραγωγής του.

Άλλωστε, ακόμα και οι εφοπλιστές –που αποτελούν την καρδιά, την εγχώρια ναυαρχίδα των μεταπρατικών ελίτ, από τον padrone Βαρδινογιάννη μέχρι τον νεοφερμένο Μαρινάκη– εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να διατηρούν σημαντικά συμφέροντα, υλικά και συμβολικά, στην Ελλάδα. Ναυτιλιακά γραφεία, εφημερίδες, ραδιόφωνα, κανάλια, πολιτιστικά κέντρα, διυλιστήρια, μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις και real estate. Κατά συνέπεια, αυτό το κράτος, καθώς και το έθνος που του δίνει υπόσταση, θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει έστω και ως παρασιτικό εξάρτημα και τουριστικό ενδιαίτημα της Δύσης.

Όμως, μετά το 2010 και κυρίως μετά το 2020 και την επιτάχυνση της τουρκικής επιθετικότητας, ακόμα και μέσω μιας επαπειλούμενης μεταναστευτικής εισβολής, μπήκε σε κρίση η ίδια η ενθαδική υπόσταση του ελληνικού έθνους-κράτους. Παράλληλα, και η «τροφός» Δύση άρχισε να ανησυχεί με την επιτάχυνση της παρακμής της και το κύμα της εγκατάστασης μουσουλμανικών πληθυσμών – βλέπε Γαλλία.

Συνεπώς, οι ελληνικές εθνομηδενιστικές ελίτ, ενώ είχαν ολοκληρώσει την κατάληψη της εξουσίας, βρέθηκαν μπροστά στην παράδοξη ανάγκη να πρέπει να υπερασπιστούν, εκούσες ή άκουσες, το έθνος-κράτος τους! Άλλωστε, η ταυτόχρονη εκδήλωση της πανδημίας του κορωνοϊού δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για ενίσχυση της εθνικής και κοινωνικής συνοχής﮲ παράλληλα δε, η κρίση του τουρισμού και της ελληνικής ναυτιλίας υποχρεώνει σε οικονομικές προσαρμογές απέναντι στο καταρρέον παρασιτικό μοντέλο.

Οι ίδιες οι παγκόσμιες εξελίξεις υποχρεώνουν σε ενίσχυση του ρόλου του κράτους και σε ανακοπή της τάσης για ολοκληρωτική αποκόλληση των ελίτ από το λαϊκό σώμα –τάση που έχει περιγράψει τόσο καλά ο Γκιλουί για τη Γαλλία– και στην οποία υποχρεώθηκε να αντιταχθεί ακόμα και ο προερχόμενος από αυτή την παγκοσμιοποιημένη ελίτ και άλλοτε τραπεζίτης της Ρότσιλντ, πρόεδρος Μακρόν.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μια κυβέρνηση μεταεθνικής και διακομματικής σύνθεσης, σκόπευε να κυβερνήσει με αίτημα τη διαχειριστική αποτελεσματικότητα, μετά το μπάχαλο ΣΥΡΙΖΑ, και με έμβλημα την επένδυση του Ελληνικού, την Κατερίνα Σακελλαροπούλου και τη Γιάννα Αγγελοπούλου, περικόπτοντας παράλληλα τις αμυντικές δαπάνες της χώρας.

Ωστόσο, η πανουργία της ιστορίας –λέγε με Ερντογάν και COVID 19– την έφερε αντιμέτωπη με μια ευθεία απειλή στην εθνική κυριαρχία. Απειλή που αφορούσε μάλιστα, στην πρώτη φάση της, στον ίδιο τον απτό-υλικό πυρήνα του αποεθνοποιητικού εγχειρήματος, το μεταναστευτικό. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υποχρεώθηκε, στον Έβρο και στην Ανατολική Μεσόγειο, να προστατεύσει στοιχειωδώς τα σύνορα, να οικοδομήσει ένα δίκτυο αντιτουρκικών συμμαχιών, καθώς και να επαναφέρει στο τραπέζι την ανάγκη της αμυντικής θωράκισης της χώρας.

Επιπλέον, ο COVID-19 κατεδάφισε μια οικονομική στρατηγική βασισμένη προνομιακά στον τουρισμό και τα ναυτιλιακά έσοδα, καθιστώντας όλο και περισσότερο αναγκαία μια οικονομική πολιτική στραμμένη στην ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση. Τέλος, η εθνική κρίση και η πανδημία κατέστησαν από κοινού αναγκαία μια εκτεταμένη πολιτική εισοδηματικών ενισχύσεων, που από τη φύση τους ενδυναμώνουν τη σύνδεση έθνους και κράτους απαξιώνοντας τα όποια φιλελεύθερα φληναφήματα για αποσύνδεση κράτους και κοινωνίας. Και στα δύο μέτωπα, ενισχύθηκε η σχέση έθνους και κράτους, σε βαθμό πρωτόφαντο, τουλάχιστον για την περίοδο μετά το 1990.

Η διαμόρφωση μιας νέας πατριωτικής ελίτ

Πώς άραγε λοιπόν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται ένα πολιτικό και ιδεολογικό σύστημα που είναι υποχρεωμένο να πράττει τα αντίθετα από ό,τι πιστεύει; Είτε θα υποχρεωθεί να μεταβάλει το ίδιο το ιδεολογικό του credo, ώστε να προσαρμοστεί πλήρως στη νέα πραγματικότητα που του επιτάσσει η εθνική αλλά και παγκόσμια συγκυρία, είτε θα αποκαλύπτει όλο και περισσότερο τις ανεπάρκειές του, καθώς είναι υποχρεωμένο να κινείται στη μακρά διάρκεια, ή, ίσως –όπερ και το πιθανότερο– και τα δύο μαζί.

Και αυτές οι ανεπάρκειες, που οφείλονται στην αναντιστοιχία ιδεολογικής αντίληψης και πραγματικότητας, κατεδείχθησαν ήδη στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων: Στην καθυστέρηση –που μπορεί να φτάσει ακόμα και σε ναυάγιο– της στρατηγικής συμμαχίας με τη Γαλλία, η οποία και οδήγησε στην αποτυχία της Ελλάδας στη Σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου﮲ στην επιστροφή στη διαχείριση ΜΚΟ-Μηταράκη-Μπακογιάννη στο μεταναστευτικό, με τον κίνδυνο μεταβολής των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και του κέντρου της Αθήνας σε μεταναστευτικά γκέτο. Και θα μπορούσα να αναφέρω πολλά άλλα θέματα, όπως την έλλειψη μιας πανεθνικής εκστρατείας για το δημογραφικό ζήτημα, τη φυγή των νέων, την έλλειψη στρατηγικής στον οικονομικό τομέα κ.λπ.

Και, δυστυχώς για τις ελίτ της χώρας και την κυβέρνηση Μητσοτάκη, το «πακέτο» είναι ολιστικό και σφαιρικό και δεν μπορείς να το αποδεχθείς μόνο τμηματικά. Έστω και καθυστερώντας, είσαι υποχρεωμένος να φθάσεις στον πυρήνα του, που δεν είναι άλλος από το ζήτημα της ολοκλήρωσης του ελληνισμού μπροστά στο χαίνον βάραθρο της ιστορικής έκλειψης.

Δηλαδή, ο γεροτυφλοπόντικας της Ιστορίας έχει αρχίσει να δουλεύει και πάλι, αργά αλλά μεθοδικά. Θέτοντας μπροστά στις διαχειριστικές και διανοούμενες ελίτ, που είχαν εγκαταλείψει το ελληνικό έθνος, το αίτημα σωτηρίας αυτού του έθνους, τις υποχρεώνει να πάρουν τον δρόμο που οδηγεί στην αυθυπέρβασή τους.

Είναι η μακρά περίοδος που ήδη διανύουμε: Μια εθνοκεντρική με διάρκεια και χρονικό βάθος ιστορική περίοδος, διαδεχόμενη μια μακρά μηδενιστική εποχή, απαιτεί και την εδραίωση μιας νέας εθνοκρατικής ιδεολογίας, μιας νέας πατριωτικής ελίτ, σε αντίθεση με την μέχρι τώρα κυρίαρχη. Και αυτό θα επισυμβεί είτε σταδιακά, μέσα από την ανάδειξη νέων δυνάμεων, αλλά και μια πληθώρα «μεταγραφών» –αρκεί να δούμε τις περιπτώσεις αρκετών δημοσιογράφων και συγγραφέων, από τον Γιάννη Πρετεντέρη μέχρι τον Τάκη Θεοδωρόπουλο και τη Σώτη Τριανταφύλλου, που έχουν ήδη «υποβάλει» το σχετικό «μεταγραφικό αίτημα»–, είτε θα γίνει πολύ πιο βίαια και καταστροφικά εάν η σήμερα κυρίαρχη ιδεολογία μας οδηγήσει στα βράχια μιας νέας εθνικής ταπείνωσης και καταστροφής.

Πάντως, με τον ένα ή άλλο τρόπο, μετά το τέλος του διχασμού έθνους και κράτους, που σηματοδότησε η άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου –και σφράγισε θετικά αλλά και αρνητικά τη μεταπολιτευτική περίοδο–, εκκρεμεί μια νέα ίσως ακόμα βαθύτερη αλλαγή –βαθύτερη γιατί ακριβώς είναι αρχέγονη και προηγείται της δημιουργίας του ελληνικού κράτους–, η άρση της διχοτομίας ελίτ και λαού. Και, όπως πάντα συμβαίνει στην ιστορία, αυτή η διχοτομία έπρεπε να οδηγηθεί στο απόγειό της κατά την ύστερη μεταπολίτευση, καθώς αυτή η ελίτ θα βαυκαλίζεται με την αυταπάτη ότι μπορεί πλέον να εγκαταλείψει κυριολεκτικώς αυτόν τον λαό και το έθνος του, που το ένιωθε σαν βρόγχο –αυτή την τυραννία της πλειοψηφίας που τόσο ενοχλεί την Κατερίνα–, για να αρχίσει η κατεδάφισή της και η αντίστροφη μέτρηση.

Εξ ου και η σχετική αισιοδοξία μου. Μέσα από τις τεράστιες προκλήσεις, ίσως και πιθανές ήττες, ο ελληνισμός ετοιμάζεται να δώσει τη μεγάλη μάχη της ιστορικής επιβίωσης-ολοκλήρωσής του. Και η επιτυχία του σε αυτό το κυριολεκτικά τιτάνιο έργο θα κριθεί αποφασιστικά από το εάν επιτέλους θα αποκτήσει και ηγέτιδες δυνάμεις και ελίτ που θα σεμνύνονται και θα υπηρετούν το έθνος και τον λαό τους και δεν θα τον περιφρονούν ούτε θα τον μισούν.

Οι ηγέτιδες τάξεις πιάστηκαν στο δόκανο της ιστορίας. Δεν πρόλαβαν να καταφύγουν μαζικά στην Αγγλία και τη Γερμανία, παραχωρώντας τη θέση τους σε Γερμανούς συνταξιούχους και Αφγανούς εργάτες, όπως οραματίζεται ο Στάθης Καλύβας – που έχει ήδη διαφύγει δια της Οξφόρδης. Πρέπει, εδώ και τώρα, εκούσες ή άκουσες, να υπερασπίσουν το κράτος και τη χώρα τους μαζί με αυτόν τον λαό. Αυτόν τον λαό με τη θρησκεία του, τις παραδόσεις του, τους χορούς του, τη γλώσσα του, τις παραξενιές του, τα τραγούδια του, και τη σκληρή δουλειά του, την περηφάνια του, τις μικρότητες και τη μεγαλοσύνη του. Παράγοντας επί τέλους αυτό που ονειρευόταν ο Γιώργος Σεφέρης μπροστά σε ένα πίνακα του Θεοτοκόπουλου, έναν «ελληνικό ελληνισμό», έστω και ως κύκνειο άσμα.

Πηγή: Αρδην

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη από τον Σάββα Καλεντερίδη στη «Ναυτεμπορική». Τι ανέφερε για την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την πρόσβαση στον Λευκό Οίκο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τον κίνδυνο να εγκλωβιστεί η Ελλάδα σε μια διαδικασία που θα εξυπηρετεί τις τουρκικές διεκδικήσεις για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου επισήμανε ο Σάββας Καλεντερίδης, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική». Έθεσε ως κεντρικό ζήτημα να μη μετατραπεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX σε αναζήτηση άδειας ή συναίνεσης από την Άγκυρα.

«Εάν μπούμε στο παιχνίδι της άδειας, παίζουμε το παιχνίδι της Τουρκίας», υπογράμμισε, προειδοποιώντας ότι ακόμη και διατυπώσεις περί «συντονισμού» ή «απλής ενημέρωσης» χρειάζονται προσοχή ως προς το περιεχόμενο και τις συνέπειές τους.

Ο ίδιος διαχώρισε την έκδοση NAVTEX από την άσκηση κυριαρχικού δικαιώματος, εξηγώντας ότι πρόκειται για διαδικασία αγγελιών προς τους ναυτιλλομένους. Κατά την τοποθέτησή του, για την περιοχή διέλευσης του καλωδίου πρέπει να κινηθούν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί προηγούμενο τουρκικής έγκρισης.

«Μόνο NAVTEX. Τίποτα άλλο», ήταν η φράση με την οποία συνόψισε τη θέση του.

Τα ερωτήματα για τη συμφωνία του GSI

Ο Καλεντερίδης έθεσε παράλληλα ερωτήματα για το περιεχόμενο της συμφωνίας με τη Meridiam σχετικά με το GSI και για το εάν έχουν αποσαφηνιστεί οι όροι υπό τους οποίους θα προχωρήσουν οι εργασίες.

Δεν υποστήριξε ότι γνωρίζει κάποια συγκεκριμένη πρόβλεψη που επιβάλλει συνεννόηση με την Τουρκία. Ζήτησε, όμως, να διερευνηθεί τι ακριβώς έχει συμφωνηθεί, μεταφέροντας και αναφορές περί αποστάσεων του υπουργείου Εξωτερικών από τη διαδικασία της συμφωνίας.

Το κρίσιμο, όπως προκύπτει από την παρέμβασή του, είναι εάν η υλοποίηση του έργου θα προχωρήσει χωρίς πρόσθετες διαδικασίες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από την Άγκυρα για να εμφανιστεί ως συναρμόδια.

«Να πληρώσει βαρύ τίμημα» η παρεμπόδιση

Στο ζήτημα της αποτροπής, ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η Ελλάδα πρέπει να κινητοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας σαφή προειδοποίηση για βαρύτατες κυρώσεις σε περίπτωση παρεμπόδισης του έργου.

Παραπέμποντας στην κρίση του 2020 με το Oruc Reis και στα γεγονότα της Κάσου το 2024, εκτίμησε ότι η Τουρκία έχει ήδη δείξει πως χρησιμοποιεί τη στρατιωτική παρουσία για να στηρίξει πολιτικές διεκδικήσεις.

Γι’ αυτό, κατά την ανάλυσή του, απαιτείται συγκεκριμένο κόστος που θα υποχρεώσει την τουρκική ηγεσία να επανεξετάσει τις επιλογές της. Πρότεινε το θέμα να τεθεί σε επίπεδο ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής, με επίκεντρο την προστασία ενός έργου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

Παράλληλα, χαρακτήρισε μεγάλο λάθος την αναζήτηση λύσης μέσω του Μάρκο Ρούμπιο. Υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει Ελλάδα και Τουρκία ως δύο συμμάχους και εξέφρασε δυσπιστία για το εάν μια αμερικανική παρέμβαση θα ανέτρεπε τις τουρκικές επιδιώξεις.

Πιέσεις στον Χαφτάρ και το ερώτημα για την Αθήνα

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στη Λιβύη. Ο Καλεντερίδης ανέφερε ότι η Άγκυρα ασκεί «αφόρητες πιέσεις» στην πλευρά Χαφτάρ, επιδιώκοντας την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή.

Επικαλούμενος σχετικό δημοσίευμα του Libya Observer, είπε ότι το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντιτίθενται σε αυτή την εξέλιξη και έθεσε το ερώτημα: «Η Ελλάδα πού είναι;».

Κατά την εκτίμησή του, η Αθήνα όφειλε να έχει επενδύσει πολύ περισσότερο στις σχέσεις με την ανατολική Λιβύη, λόγω της σημασίας της περιοχής για τις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις. Πρόσθεσε ότι η παράμετρος αυτή θα αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε ένα ενδεχόμενο διαμελισμού της χώρας.

Γκίλφοϊλ, Λευκός Οίκος και Κάθετος Διάδρομος

Σχολιάζοντας την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την απομάκρυνσή της, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, ο Καλεντερίδης εκτίμησε ότι δημιουργείται ανισορροπία στους διαύλους Ελλάδας και Τουρκίας με την αμερικανική προεδρία.

Αντιπαρέβαλε τις επαφές Ερντογάν–Τραμπ και την επιρροή του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία με την απουσία, κατά την εκτίμησή του, αντίστοιχης απευθείας επικοινωνίας του Μεγάρου Μαξίμου.

Δεν χαρακτήρισε, ωστόσο, την κατάσταση καταστροφική. Πρότεινε ενεργοποίηση των Ελληνοαμερικανών με θεσμικές θέσεις και πρόσβαση στο προεδρικό περιβάλλον.

Για τον Κάθετο Διάδρομο εκτίμησε ότι μπορεί να προχωρήσει ανεξαρτήτως Γκίλφοϊλ, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει οικονομική βιωσιμότητα και πελάτες. Επισήμανε επίσης ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν την απόδοση της απομάκρυνσής της σε τουρκική παρέμβαση.

Κλείνοντας, άσκησε αυστηρή κριτική στη συμπεριφορά που αποδίδεται στην ίδια μέσα από δημοσιεύματα, τονίζοντας ότι ένας πρέσβης οφείλει να σέβεται τη χώρα υποδοχής, την κυβέρνησή της και τους θεσμούς της.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της Πνύκας και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο μπαίνουν στο μικροσκόπιο της Μαγδαληνής Αθανασιάδου. Σε μια αιχμηρή ανάλυση, η αρθρογράφος αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις περί δημοκρατίας, ελευθερίας και εθνικής κυριαρχίας και στην αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για το Κυπριακό, το Διεθνές Δίκαιο, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τον αποκλεισμό της Ελλάδας από σημαντικούς γεωοικονομικούς σχεδιασμούς. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη η Αθήνα να εγκαταλείψει τη λογική της παθητικής προσδοκίας συμμαχικής προστασίας και να διαμορφώσει αυτόνομη εθνική στρατηγική, στηριγμένη στην οικονομική ισχύ, την πραγματική δημοκρατία και την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει η Μαγδαληνή Αθανασιάδου

Η πυκνά σχολιασμένη επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. θα πρέπει πρωτίστως να τοποθετηθεί στο ευρύτερο πολιτικό της πλαίσιο. Ο Μάρκο Ρούμπιο επισκέφθηκε τη χώρα μας ως φορέας ενός συγκεκριμένου πολιτικού αξιώματος εκπροσωπώντας τις θέσεις της παγκόσμιας υπερδύναμης αναφορικά με μία σειρά από ζητήματα: περιφερειακής ανάπτυξης, οικονομίας και άμυνας. Οι συγκεκριμένες στρατηγικές προτεραιότητες δεν μπορούν να μην συσχετιστούν με τους δύο μεγάλους πολέμους που μαίνονται όχι πολύ μακριά από τη χώρα μας: τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

Οι απόψεις του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών εκφράστηκαν στην ομιλία του στην Πνύκα, στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον κ. Γεραπετρίτη και στη συνέντευξη που έδωσε στον κ. Παπαχελά στην Καθημερινή.

Ένα βασικό ερώτημα που τέθηκε στον Μάρκο Ρούμπιο στη συνέντευξη που έδωσε στην Καθημερινή αφορούσε στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που θέλουν να διαμορφώσουν οι Η.Π.Α. στην περιοχή, η οποία ξεκίνησε με τον Κάθετο Διάδρομο μεταφοράς φυσικού αερίου κατεύθυνσης Βορράς – Νότου και το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI και κατόπιν ρωτήθηκε, αν θα υποστηρίξουν το δεύτερο στο Αιγαίο. Στην απάντησή του, ο κ. Ρούμπιο συνέδεσε τα παραπάνω με τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και τον πόλεμο με το Ιράν. Για τις Η.Π.Α., αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα η προώθηση του δικού τους υγροποιημένου φυσικού αερίου και η αποσύνδεση της Ανατολικής Ευρώπης από τις ρωσικές πηγές ενεργειακού ανεφοδιασμού.

Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, τα σημεία του ελληνικού ενδιαφέροντος εντάσσονται αλλά δεν ταυτίζονται με τις αμερικανικές προτεραιότητες. Οι περιφερειακοί συσχετισμοί δυνάμεων που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αποκαλύπτουν πτυχές χρόνιων προβλημάτων, των οποίων η επίλυση απαιτεί όχι αόριστα ευχολόγια αλλά συγκεκριμένες δεσμεύσεις πρώτα και κύρια απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο. Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα αναπαρήγαγε όλα τα μοτίβα που χαρακτηρίζουν την αμερικανική πολιτική στα ελληνοτουρκικά τα τελευταία χρόνια: ίσες αποστάσεις μεταξύ των δύο πλευρών και αόριστα ευχολόγια αποφυγής συγκρούσεων εντός της συμμαχίας. Εκείνο που είχε ενδιαφέρον, και θα αποτελέσει το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, είναι ο τρόπος με τον οποίο στην παρούσα συγκυρία ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών επικαλέστηκε την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σε απόλυτη συνάφεια με τις αμερικανικές γεωπολιτικές επιδιώξεις.

Στην ομιλία του, ο Μ. Ρούμπιο κατέθεσε έναν ύμνο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ως κάτι ζωντανό και όχι ως κάτι που ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία εξυμνήθηκε ως μήτρα του τρισχιλιετούς ελληνοχριστιανικού πολιτισμού τόσο αναφορικά με τις ιδέες και το πολιτικό λεξιλόγιο που κληροδότησε όσο και ως πρόγονος του σημερινού έθνους, που είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της κρατικής ισχύος και της άσκησης βίας όταν η διπλωματία αποτυγχάνει. Στην έννοια της «Δύσης» που χρησιμοποίησε, η Αμερική διαχωρίστηκε από την Ευρώπη, στην οποία απηύθυνε εκκλήσεις για επαναφορά από τον βαθύ γεωπολιτικό λήθαργο.

Η Αμερική του Μ. Ρούμπιο, όπως και η αρχαία Ελλάδα, εμφανίστηκε ανθρωποκεντρική∙ το άτομο δεν συνθλίβεται από την εθνική κοινότητα αλλά νοηματοδοτείται εντός της μέσω της αριστείας και της προσφοράς στο σύνολο. Πρόκειται για τη χώρα που οφείλει να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της, να εκπληρώσει το πεπρωμένο της και να ξεπεράσει ενοχικά σύνδρομα αναφορικά με την άσκηση ισχύος πέραν του εδάφους της. Το έθνος παρουσιάστηκε ως το όχημα για την άσκηση περήφανης και εξωστρεφούς εξωτερικής πολιτικής αφού ζει και λειτουργεί σε έναν κόσμο εθνοκεντρικό. Η έννοια της θυσίας αντιπαρατέθηκε προς τον μαρτυρικό θάνατο των ισλαμιστών, οι οποίοι ως βομβιστές αυτοκτονίας υμνούν τον θάνατο ως αυτοσκοπό και όχι την μέσω του ηρωικού θανάτου, λατρεία της ζωής. Ο λόγος του Μ. Ρούμπιο κατέληξε σε μία προτροπή∙ προέτρεψε τα έθνη να διαφυλάξουν τις διακριτές τους ταυτότητες προκειμένου στη βάση αυτή, να αναγνωρίσουν και να διεκδικήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν όντως υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των όσων είπε και των όσων πράττουν οι Η.Π.Α. ως υπερδύναμη στην περιοχή μας και τι θα πρέπει εμείς ως σύγχρονο κράτος να πράξουμε προκειμένου να φανούμε αντάξιοι των προγόνων μας (Αθηναίων και όχι μόνο).

Η αριστεία στην αρχαία Ελλάδα νοούνταν όχι απλώς ως επιδίωξη υπεροχής ή διάκρισης αλλά ήταν ένας αξιακός τρόπος ζωής που διαπερνούσε κάθε πτυχή της ζωής ενός ανθρώπου – πολίτη. Ήταν η ύψιστη αξία που συνδεόταν όχι μόνο με την πολεμική αρετή αλλά και με την γενναιοφροσύνη, την πίστη και τον σεβασμό στους θεούς, την αποδοχή των ορίων της μοίρας και την αποφυγή της ύβρεως. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις – κράτη της κλασικής εποχής, η αριστεία επεκτεινόταν και στην παιδεία, την ικανότητα και βούληση για συμμετοχή στα κοινά και τη εν γένει αντίληψη ότι η αξία ενός ανθρώπου νοηματοδοτείται από την προσφορά του στην πόλη∙ μία προσφορά που έφτανε μέχρι τον θάνατο στη μάχη.

Η πολιτική συμπεριφορά της υπερδύναμης απέχει αρκετά από το παραπάνω ιδεώδες, τόσο αναφορικά με την αντίληψη της πολιτικής στο εσωτερικό της όσο και ως προς τη διεθνή συμπεριφορά της. Η έννοια της αριστείας στον αγγλοσαξονικό κόσμο έχει γίνει συνώνυμο της ιδιώτευσης και του αθέμιτου ανταγωνισμού όπου ο πολίτης νοείται βασικά ως καταναλωτής και η αξία του αποτιμάται σε χρήμα και εξουσία. Σε απόλυτη αντιστοιχία με τον ανταγωνιστικό ιδιώτη , οι Η.Π.Α. έχουν συνδέσει την πολιτική τους υπεροχή με ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, στήριξη σε αυταρχικά και διεφθαρμένα καθεστώτα που λειτουργούν ως δορυφόροι τους προωθώντας αμερικανικές πολιτικές επιδιώξεις και οικονομικά συμφέροντα σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής ανάπτυξης των χωρών που βρίσκονται εξαρτημένες από αυτές.

Ειδικότερα, στην περιοχή μας και σε συνάφεια με τα ελληνοτουρκικά, μία σειρά από ζητήματα που είναι λυμένα από την ελληνική πλευρά αλλά και από το Διεθνές Δίκαιο τίθενται διαρκώς υπό συζήτηση και αποτελούν αιτία πολέμου για την τουρκική πλευρά ενώ το βόρειο τμήμα της Κύπρου παραμένει υπό παράνομη τουρκική στρατιωτική κατοχή. Απέναντι σε όλα τα παραπάνω, οι αμερικανικές θέσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «εξισορροπητικές» αλλά συμψηφίζοντας τον θύτη με το θύμα υπονομεύουν τα θεμέλια του Διεθνούς Δικαίου και εν τέλει και της αμερικανικής νομιμοποίησης ως δύναμης διεθνούς σταθερότητας, ιδίως όταν η τελευταία (Η.Π.Α) θέλει να ενδύει με ιδεολογικό – αξιακό μανδύα την άσκηση παγκόσμιας πολιτικής. Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τη σκέψη μας και ακόμα παραπέρα αφού το ζήτημα δεν είναι μόνο ρητορικά αξιακό αλλά διεισδύει και στον σκληρό πυρήνα της γεωπολιτικής των ναυτικών Δυνάμεων: η αμφισβήτηση από μέρους της Τουρκίας του δικαιώματος των νησιών να έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες (υφαλοκρηπίδες και ΑΟΖ) δεν συνιστά απλώς παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας αλλά υπονομεύει τα θεμέλια ασφάλειας των ναυτικών Δυνάμεων της Δύσης (άνευ εισαγωγικών).

Τι οφείλει να κάνει η χώρα μας;

Καταρχήν να κατανοήσει ότι η ένταξη σε μία συμμαχία δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Η οικονομική ανάπτυξη (σε γεωπολιτική προοπτική και όχι παρασιτική – καταναλωτική), το πολιτικό σύστημα (που οφείλει να είναι δημοκρατικό και όχι ολιγαρχικό – κοινοβουλευτικό) και η εξωτερική πολιτική (που οφείλει να διασφαλίζει την εθνική κυριαρχία) σε απόλυτη σύμπνοια είναι οι παράγοντες που διασφαλίζουν όχι απλώς βιωσιμότητα σε ένα εθνικό κράτος αλλά εδραιώνουν και μία ισχυρή θέση του στο διεθνές πλαίσιο. Έτι περαιτέρω, για μία χώρα σαν τη δική μας που έχει την ευλογία να αποτελεί μήτρα του δυτικού πολιτισμού και γεννήτορα της αληθινής έννοιας της δημοκρατίας, το ιστορικό παρελθόν και ο πολιτισμός αποτελούν παρακαταθήκες που μπορούν και οφείλουν να κεφαλαιοποιηθούν προς την ίδια κατεύθυνση.

Οι ίδιες οι πολιτικές εξελίξεις προδιαγράφουν και τις προοπτικές για τη χώρα μας. Η απομάκρυνση της κ. Γκιλφόιλ από τη θέση της Αμερικανίδας πρέσβειρας, πέρα από τις διενέξεις στο εσωτερικό του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου, κατέδειξε και την εμπλοκή ντόπιων οικονομικών συμφερόντων σε οικονομικούς σχεδιασμούς βλαπτικούς για τη χώρα, αναφορικά με την ενεργειακή αποδυνάμωση της Ελλάδας και την έκθεσή της σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής αστάθειας. Ο ενεργειακός τομέας της οικονομίας βρίσκεται στο επίκεντρο των οικονομικών εξελίξεων και η χώρα μας θα πρέπει να διαθέτει ως πλοηγό της την οικονομική αυτάρκεια σε όλα τα επίπεδα. Η πρόσφατη συζήτηση για τον IMEC, τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης δεν συμπεριέλαβε την Ελλάδα. Τη στιγμή που άλλα κράτη διεκδικούν για τον εαυτό τους ρόλο αναβαθμισμένο στην νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται διεθνώς (η Ιταλία ως ευρωπαϊκή πύλη εμπορευματικών ροών και σύνδεση του σχεδιασμού αυτού με την Αφρική, για την Ινδία ο IMEC εντάσσεται στον στόχο της ευρύτερης στρατηγικής ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών της με τον Κόλπο και την Ευρώπη και για το Ισραήλ ο συνδυασμός της γεωγραφικής του θέσης με τις τεχνολογικές του δυνατότητες του προσδίδει αυξημένο ρόλο στην κυβερνοασφάλεια, την προστασία των κρίσιμων υποδομών, την εφαρμογές στην τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογική καινοτομία) η Ελλάδα απουσιάζει.

Σε μία εποχή, κατά την οποία προωθούνται ποικίλες ενεργειακές συμφωνίες, αναπτύσσονται στενές σχέσεις κρατών και διπλωματικών αξιωματούχων με οικονομικά συμφέροντα και εντατικοποιείται ο ανταγωνισμός για την ενεργειακή τροφοδοσία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει απαθής θεατής. Τα σύνορα μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής οικονομίας έχουν πια ξεθωριάσει και η ασφάλεια των υποδομών είναι μείζων στόχος που μπορεί να διασφαλίσει μόνο ένα ισχυρό κράτος. Η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών εξελίξεων καταδεικνύει πως πίσω από κάθε οικονομικό σχεδιασμό, ακόμα και διηπειρωτικό βρίσκεται κάποιο ισχυρό κράτος που προωθεί κρατικά συμφέροντα μέσω της οικονομίας. Η χώρα μας θα πρέπει να αναπτύξει όλους τους τομείς της οικονομίας της σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Κι αν ο στόχος αυτός είναι ρητός για κάθε κράτος, για μας υπάρχει και κάτι παραπάνω: το βαρύ χρέος της αρχαίας δημοκρατίας που δεν ασκείται από ένα κονκλάβιο ισχυρών που δεν λογοδοτούν σε κανέναν αλλά εμπλέκει τους ίδιους τους πολίτες στην άσκηση της πολιτικής υπενθυμίζοντάς μας πως «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», δηλαδή πως ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροικαι ελεύθεροι είναι οι γενναίοι (Θουκυδίδη, Ιστορία).

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η δημόσια κατακραυγή για την ανακοίνωση μιας συμφωνίας παραχώρησης ιρανικής γης στο Αφγανιστάν ανάγκασε τους Ιρανούς αξιωματούχους να προβούν σε κινήσεις περιορισμού της ζημιάς, αποκαλύπτοντας όχι μόνο τη شدت της λαϊκής οργής, αλλά και την έκταση της οικονομικής παρακμής του Ιράν μετά από 47 χρόνια θεοκρατικής διακυβέρνησης.

Στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο Μοχσέν Ζανγκανέ, βουλευτής που εκπροσωπεί περιφέρεια στα βορειοανατολικά της χώρας, κοντά στο Αφγανιστάν, ανακοίνωσε στο Sahar TV (τμήμα της κρατικής ραδιοτηλεόρασης του Ιράν, IRIB) ότι:

«…Καταλήξαμε σε συμφωνία βάσει της οποίας το Αφγανιστάν θα μπορούσε να έχει μια δική του περιοχή εντός της Ελεύθερης Ζώνης στο Λιμάνι Τσαμπαχάρ».

Η δήλωση, η οποία έγινε κατά τη διάρκεια συζήτησης για τα επιτεύγματά του σε πρόσφατη επίσκεψη στο Αφγανιστάν, προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση των Ιρανών.

Ελάχιστα ζητήματα προκαλούν τόσο βαθιά συναισθήματα στο Ιράν όσο η απώλεια εδαφών. Οι Ιρανοί εξακολουθούν να θρηνούν την απώλεια εδαφών που παραδόθηκαν υπό τη δυναστεία των Κατζάρ στην Τσαρική Ρωσία τις αρχές του 19ου αιώνα. Η υπόνοια ότι το Ιράν θα παρέδιδε ακόμη ένα κομμάτι γης, και μάλιστα στο Αφγανιστάν —με τη μεσαιωνική νοοτροπία των Ταλιμπάν— άναψε τη φωτιά της οργής και πρόσθεσε ταπείνωση. Τα ιρανικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύστηκαν από τίτλους περί «εκχώρησης ιρανικού εδάφους στο Αφγανιστάν».

Η αντίδραση ήταν τόσο ισχυρή που παρέμβησαν ανώτεροι αξιωματούχοι. Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαήλ Μπαγαΐ, παραχώρησε συνέντευξη Τύπου στην οποία απέρριψε τις αναφορές ως «παρεξήγηση».

«Επρόκειτο, στην πραγματικότητα, για μια σαφή παρεξήγηση που προέκυψε από τις δηλώσεις ενός από τους αξιοσέβαστους βουλευτές», δήλωσε.

Προσωπικό του αφγανικού στρατού ποζάρει σε στρατιωτικό όχημα. (Φωτογραφία: Shutterstock)

Στη συνέχεια έδωσε μια εξήγηση. Αυτό που συζήτησαν οι Ιρανοί και οι Ταλιμπάν, είπε ο Μπαγαΐ, δεν ήταν μεταβίβαση κυριαρχίας, αλλά μια ρυθμιστική μίσθωση (leasing) του τύπου που χρησιμοποιείται διεθνώς για να δίνεται σε περίκλειστα κράτη πρόσβαση σε λιμάνια και ανοιχτές θάλασσες. Τέτοιες ρυθμίσεις, υποστήριξε, θα μπορούσαν να διευκολύνουν το εμπόριο και να ενισχύσουν τις καλές σχέσεις.

Μετά την άρνηση, προέβη σε μια διευκρίνιση: Καμία επίσημη πρόταση σχετικά με το Αφγανιστάν δεν είχε υποβληθεί, δήλωσε ο Μπαγαΐ. Το θέμα απλώς εγέρθηκε στο περιθώριο μιας επίσημης συνάντησης κατά τη διάρκεια υπουργικής επίσκεψης στο Αφγανιστάν, και το Ιράν συμφώνησε να το εξετάσει.

Ο Ζανγκανέ διευκρίνισε επίσης τις δηλώσεις του. Αυτό που εννοούσε, είπε, ήταν ότι το Ιράν θα διέθετε περίπου δέκα εκτάρια γης沿τη παραλία του Λιμανιού Τσαμπαχάρ και περίπου 100 εκτάρια στην Ελεύθερη Ζώνη του λιμανιού για αφγανικές επενδύσεις. Το Αφγανιστάν θα μπορούσε να αναπτύξει υποδομές, όπως ένα εσωτερικό ξηρό λιμάνι (dry port) για τη βελτίωση της πρόσβασής του στα διεθνή ύδατα.

«Η έννοια αυτής της συμφωνίας είναι ότι το Αφγανιστάν θα επενδύσει σε αυτή την περιοχή», εξήγησε ο Ζανγκανέ, τονίζοντας ότι το Ιράν δεν θα μεταβιβάσει ούτε έδαφος ούτε κυριαρχία.

Para τις προσπάθειες των αξιωματούχων να διορθώσουν τις δηλώσεις του βουλευτή, η ιστορία αυτή έριξε αλάτι στις πληγές ενός έθνους που ακόμα μετανοεί για την επανάσταση του 1979 που έφερε τους κληρικούς στην εξουσία. Πώς έφτασε μια χώρα προικισμένη με τεράστιους φυσικούς πόρους, στρατηγική γεωγραφική θέση, μακρά ιστορία περιφερειακού εμπορίου και έναν ταλαντούχο, μορφωμένο και φιλοδυτικό πληθυσμό, στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επίτευγμα;

Για δεκαετίες, οι πολιτικές της Ισλαμικής Δημοκρατίας απέτρεπαν τους ξένους επενδυτές από τους οποίους το Ιράν θα μπορούσε να εξασφαλίσει προηγμένη τεχνολογία, τεχνογνωσία και σημαντικά κεφάλαια. Η πολιτική απομόνωση, οι κυρώσεις, η ιδεολογική εχθρότητα προς τη Δύση και ένα οικονομικό σύστημα που κυριαρχείται από ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα περιόρισαν την πρόσβαση του Ιράν στις διεθνείς αγορές και τις σύγχρονες επενδύσεις. Αντί να ενταχθεί στην παγκόσμια οικονομία, η χώρα υπέστη απομόνωση.

Ο λαός του Ιράν κρατιέται πίσω από ένα σύστημα που θέτει τις ιδεολογικές προτεραιότητες πάνω από την οικονομική ανάπτυξη και τη νομιμοφροσύνη στο καθεστώς πάνω από την ικανότητα.

Η ειρωνεία είναι ότι το Ιράν διαθέτει πολλά από τα πλεονεκτήματα που χρησιμοποιούν άλλες χώρες για να μετασχηματίσουν τις οικονομίες τους. Η γεωγραφική του θέση θα μπορούσε να το καταστήσει μείζονα διαμετακομιστικό κόμβο που συνδέει την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο, την ινδική υποήπειρο και τη Μέση Ανατολή. Οι ενεργειακοί του πόροι, η βιομηχανική του βάση και το εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό του θα μπορούσαν να φέρουν ευημερία. Ωστόσο, το καθεστώς σπατάλησε αυτά τα πλεονεκτήματα μέσα από δεκαετίες κακοδιαχείρισης, ιδεολογικής αντιπαράθεσης και θεσμικής παρακμής.

Η αντίθεση με χώρες που βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με το Ιράν το 1979, ή που ξεκίνησαν από λιγότερο πλεονεκτική θέση, είναι αμείλικτη. Η Νότια Κορέα έχει εξελιχθεί σε μεγάλη τεχνολογική και βιομηχανική δύναμη. Οι αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου —τις οποίες οι Ιρανοί θεωρούσαν κάποτε κατώτερες— έχουν εξελιχθεί σε κέντρα διεθνών επενδύσεων, εμπορίου και υπηρεσιών. Το βιοτικό επίπεδο των πληθυσμών τους υπερβαίνει πλέον αυτό των Ιρανών. Εν τω μεταξύ, ο λαός του Ιράν παραμένει εγκλωβισμένος από ένα σύστημα που θέτει τις ιδεολογικές προτεραιότητες πάνω από την οικονομική ανάπτυξη και τη νομιμοφροσύνη στο καθεστώς πάνω από την ικανότητα.

Το οικονομικό δυναμικό του Ιράν δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά οι ιδεολογικοί θεσμοί και οι πολιτικές της Ισλαμικής Δημοκρατίας το έχουν παρεμποδίσει, καθώς το καθεστώς έχει μετατραπεί σε μια κακιστοκρατία: διακυβέρνηση από τους λιγότερο ικανούς και τους πλέον ακατάλληλους.

meforum.org

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις16 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO16 λεπτά πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή1 ώρα πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Δημοφιλή