Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Είναι το Ισραήλ έτοιμο να εξομαλύνει τις σχέσεις με την Τουρκία;

Δημοσιεύτηκε στις

Σοβαρό ποσοστό της κοινής γνώμης στο Ισραήλ δεν επιθυμεί την εμπλοκή της χώρας στη διαμάχη Τουρκίας -Ελλάδος/Κύπρου στην Αν. Μεσόγειο

Nicholas Morgan

Η Τουρκία έχει καταστήσει σαφές ότι ενδιαφέρεται να επιδιορθώσει τη σχέση της με το Ισραήλ, αλλά ενδέχεται να μην ισχύει το ίδιο για το Τελ Αβίβ. Μετά από εβδομάδες υπαινιγμών από την Άγκυρα ότι θέλει στα σοβαρά να βελτιώσει τις σχέσεις με το Ισραήλ, Ισραηλινοί αξιωματούχοι παρέμειναν συγκρατημένοι σε σχέση με τις προοπτικές. Αυτό άλλαξε όταν ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανακοίνωσε ότι θα ήθελε να δει τη σχέση της Τουρκίας με το Ισραήλ σε σταθερή βάση, κάτι που έκανε τον υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ, Γκάμπι Ασκενάζι, να συγκαλέσει συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για το θέμα, σύμφωνα με ανώνυμους Ισραηλινούς αξιωματούχους που μίλησαν στο Axios.

Αυτό σε γεινκές γραμμές, ωστόσο, μια εκτίμηση από μόνη της δεν παρέχει αρκετά σαφή ένδειξη ότι το Ισραήλ είναι έτοιμο να κάνει περαιτέρω βήματα στην ομαλοποίηση. Ο Alon Liel, συνταξιούχος πρέσβης και πρώην Γενικός Διευθυντής στο Ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών, εξέφρασε την πεποίθησή του ότι η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση δεν θα ενδιαφερόταν να βελτιώσει τις σχέσεις με την Τουρκία.

«Δεν υπάρχει ελάχιστο ποσό εμπιστοσύνης σε επίπεδο ηγεσίας», έγραψε ο Liel σε ένα email στο Ahval.

Ο Ερντογάν, επίσης, απέδωσε άμεσα το πρόβλημα που υπάρχει στις σχέσεις της χώρας του με το Ισραή, στην κακή σχέση που έχει ο ίδιος με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό του Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Φυσικά, υπήρχαν στο παρελθόν σκληρές εκφράσεις και από τους δύο ηγέτες, που έχουν ροπή προς τον εθνικιστικό λαϊκισμό, γεγονός που δυσχεραίνει τη βελτίωση ανάπτυξη των διμερών σχέσεων. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Liel, κάθε νέα ισραηλινή τακτική που θα αναληφθεί προς την Τουρκία, θα απαιτούσε να εξετάσει τη γνώμη των συμμάχων της, αφού τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), η Αίγυπτος, η Ελλάδα και η Κύπρος, όλες αυτές οι χώρες όλως τυχαίως είναι αντίπαλοι της Άγκυρας.

Μόλις αυτή την εβδομάδα, το Ισραήλ συνήψε συμφωνία άμυνας 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την Ελλάδα, για την οποία έγραψε ο αρθρογράφος της Ιερουσαλήμ Χερμπ Κάινιν, ότι είναι μήνυμα προς την Τουρκία ότι «η Ισραηλινή-Ελληνική συμμαχία, στην πραγματικότητα η Ισραηλινή-Ελληνοκυπριακή συμμαχία, είναι εδώ για να μείνει».

Το Ισραήλ υποστήριξε επίσης σταθερά την Ελλάδα, καθώς και την Αίγυπτο και την Κύπρο, στην απόρριψη τουρκικών ναυτικών αξιώσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι ένας άλλος σημαντικός παίκτης που θα έχει ενστάσεις για οποιαδήποτε τουρκο-ισραηλινή συμφιλίωση. Όταν τα Εμιράτα ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να συνάψουν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, η Τουρκία κατηγόρησε αυτήν τη συμφωνία και απείλησε να αποσύρει τον πρέσβη της από το Αμπού Ντάμπι.

Περαιτέρω σφίγγοντας τον κλοιό των αντιπάλων της Τουρκίας, τα ΗΑΕ προσκλήθηκαν από την Αίγυπτο να συμμετάσχουν στο Φόρουμ για το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου, στο οποίο επίσης συμμετέχει το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος. Αναφέρθηκε επίσης από τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης ότι ο τελευταίος πρέσβης του Ισραήλ στην Τουρκία, ο Eitan Na’eh, θα ηγηθεί της προσωρινής διπλωματικής αντιπροσωπείας του Ισραήλ στο Αμπού Ντάμπι.

Τέλος, η εκλογή του Τζο Μπάιντεν ως επόμενου προέδρου των ΗΠΑ ήταν αυτή που έκανε την Τουρκία να κινηθεί επειγόντως για να αποφύγει την αυξανόμενη απομόνωσή της. Ο Μπάιντεν ήταν επικριτικός προς την Τουρκία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, είναι γνωστός υποστηρικτής του Ισραήλ και ενέκρινε τις “Συμφωνίες του Αβραάμ” σε ένα σπάνιο σημάδι συμφωνίας με τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

Με βάση τα παραπάνω, η προσέγγιση της Τουρκίας με το Ισραήλ μπορεί να είναι μεταξύ των καλύτερων επιλογών της για να ξεφύγει από την περικύκλωση και την απομόνωσή της. Ακόμα και αν παραμένουν οι αντίθετες πολιτικές σε πολλά θέματα, το Ισραήλ και η Τουρκία υποστήριξαν μαζί πλήρως το Αζερμπαϊτζάν στον πόλεμο  που έγινε για την ανάκτηση της αμφισβητούμενης περιοχής του Ναγκόρνο-Καραμπάχ από την Αρμενία. Ο Πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ilham Aliyev φέρεται να εργάζεται ως διαμεσολαβητής μεταξύ των δύο συμμάχων του για να τους φέρει στο ίδιο τραπέζι.

Τα τουρκικά και ισραηλινά συμφέροντα συναντώνται επίσης στη Συρία, όπου και οι δύο χώρες αντιτίθενται στις πολιτικές του Ιράν εκεί.

Αυτό που θα μπορούσε επίσης να είναι μια ακτίνα ελπίδας για την Άγκυρα, είναι το γεγονός ότι η ισραηλινή κοινή γνώμη στρέφεται προς τη βελτίωση των σχέσεων με την Τουκρία και είναι υπέρ της τήρησης ουδετερότητας στην ανατολική Μεσόγειο.

Στο Δείκτη Εξωτερικής Πολιτικής του Ινστιτούτου Mitvim που μετρά τη στάση της κοινής γνώμης σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, το 57% των Ισραηλινών που ρωτήθηκαν δήλωσαν ότι θέλουν καλύτερες σχέσεις με την Τουρκία και 44 δήλωσαν ότι πιστεύουν ότι το Ισραήλ πρέπει να αποφύγει να πάρει θέση στη διαμάχη της Τουρκίας με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι το οικονομικό θέμα. Σύμφωνα με στοιχεία του Τουρκικού Στατιστικού Ινστιτούτου, το Ισραήλ παραμένει ο δέκατος μεγαλύτερος εταίρος εξαγωγών της Τουρκίας και το εμπόριο αυξήθηκε κατά 4% τον τελευταίο χρόνο παρά την πανδημία COVID-19.

Ο Μεσούτ Κασίν, βοηθός εξωτερικής πολιτικής στον Ερντογάν, είπε επίσης σε συνέντευξή του στη Φωνή της Αμερικής ότι η Τουρκία θα ενδιαφερόταν να αποκαταστήσει αυτό που κάποτε ήταν πυλώνας στην προηγούμενη φιλία τους, το εμπόριο όπλων. “Η Τουρκία αγόρασε πολλά όπλα από το Ισραήλ. Μπορούμε να το κανονίσουμε ξανά”, είπε στον VoA. “Οι αμυντικές βιομηχανίες της Τουρκίας και του Ισραήλ μπορούν να προχωρήσουν μαζί.”

Ο Δρ Gallia Lindenstrauss, ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS) στο Τελ Αβίβ, προηγουμένως είχε πει στο Ahval ότι οι αμυντικοί δεσμοί των δύο χωρών ήταν τόσο βαθείς, που το Ισραήλ έπρεπε να βρει πολλούς άλλους εταίρους εξαγωγών όπλων, για να αντισταθμίσει την απώλεια της Τουρκίας.

Αν δεν ήταν η ισραηλινή τεχνολογία, η Τουρκία δεν θα ήταν σε θέση να ξεκινήσει το περίφημο πλέον πρόγραμμα ένοπλων drones, μετά από την αποτυχία της να αποκτήσει την απαραίτητη τεχνολογία από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ανεξάρτητα από αυτές τις δηλώσεις, πράξεις είναι αυτές που θα καθορίσουν πραγματικά εάν το Ισραήλ θα αποδεχτεί οποιοδήποτε κλαδί ελιάς από την Τουρκία. Ένας Ισραηλινός αξιωματούχος χαρακτήρισε τον Ερντογάν ως ιδιαίτερα αναξιόπιστο και επέμεινε να δει στην πράξη ενέργειες από την Άγκυρα.

Ένας τομέας που θα μπορούσε να επηρεάσει τησ τάση του Ισραήλ σε μεγάλο βαθμό, θα ήταν οι στρατιωτικές δραστηριότητες της παλαιστινιακής ομάδας Χαμάς, της οποίας η μακρά ιστορία λειτουργίας στο τουρκικό έδαφος παραμένει αγκάθι στις σχέσεις με το Ισραήλ. Η Χαμάς θεωρείται από την Άγκυρα ως νόμιμος πολιτικός παράγοντας, ενώ έχει χαρακτηριστέι ως τρομοκρατική ομάδα από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Ισραήλ κατηγορεί την Τουρκία ότι η Χαμάς σχεδιάζει στο έδαφος της Τουκρίας στρατιωτικές δραστηριότητες εναντίον του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων στον κυβερνοχώρο και καλεί συνεχώς τις τουρκικές αρχές να το ελέγξουν, με περιορισμένο αποτέλεσμα. Ίσως το μεγαλύτερο αγκάθι για το Ισραήλ προέκυψε από μια αναφορά ότι η Τουρκία παραχώρησε υπηκοότητα σε αρκετούς ανώτερους αξιωματούχους της Χαμάς, με την ηγεσία της οποίας συναντήθηκε ο Ερντογάν τον Αύγουστο, προκαλώντας την οργή τόσο του Τελ Αβίβ όσο και της Ουάσιγκτον.

Υπάρχουν κάποιες υποδείξεις ότι ο Ερντογάν θα μπορούσε να αποσύρει την τουρκική υποστήριξη προς τη Χαμάς με αντάλλαγμα τις καλύτερες σχέσεις με το Ισραήλ.

Σύμφωνα με μια έκθεση, ο κορυφαίος σύμβουλος του Ερντογάν για την εξωτερική πολιτική Ιμπραήμ Καλίν είπε στους Ευρωπαίους ομολόγους του στις Βρυξέλλες ότι η Άγκυρα μπορεί να αποτρέψει τις στρατιωτικές δραστηριότητες της Χαμάς, όπως έκανε προηγουμένως, όταν συνέλαβε έναν από τους στρατιωτικούς ηγέτες της, Σαλέχ αλ-Αρούρι, το 2015 από την Κωνσταντινούπολη.

Ο Lindenstrauss, ο εμπειρογνώμονας του INSS, δεν πιστεύει ότι η στήριξη της Τουρκίας στη Χαμάς είναι κάτι πρόσκαιρο στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας.

«Η πολιτική υποστήριξη της Τουρκίας προς τη Χαμάς υπήρξε συνεπής από το 2006 και δεν βλέπω την Άγκυρα να αλλάζει πορεία επί του θέματος», είπε στην Ahval και πρόσθεσε: «Εάν η Άγκυρα θέλει να δείξει μια πιο μετριοπαθή στάση» η διακοπή της τρομοκρατικής δραστηριότητας της Χαμάς εναντίον του Ισραήλ ή στη Δυτική Όχθη «θα ήταν καλό σημείο εκκίνησης».

Ο συνταξιούχος πρέσβης Liel συμμερίζεται την άποψη ότι επιθυμεί οποιαδήποτε σημαντική δράση από την Τουρκία εναντίον της Χαμάς, προσθέτοντας ότι η συνεχιζόμενη παρουσία της στην Τουρκία μπορεί να μην αλλάξει καν τη στάση του Ισραήλ έναντι του πρώην εταίρου της.

«Δεν πιστεύω ότι σε αυτό το στάδιο η μείωση της υποστήριξης στη Χαμάς θα κάνει τη διαφορά. Το επίπεδο δυσπιστίας φαίνεται πολύ υψηλό », παρατήρησε ο Liel.

Πηγή: ahvalnews.com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις32 λεπτά πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

GEOPOLITICO47 λεπτά πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

Δημοφιλή