Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Έσπασε τα μούτρα του ο Ερντογάν στον ΟΗΕ – Τεράστια διπλωματική ήττα για το Δίκαιο της Θάλασσας

Δημοσιεύτηκε στις

Η Τουρκία επιχείρησε να οδηγήσει σε ψηφοφορία μια τυπική διαδικασία στα Ηνωμένα Έθνη και εν τέλει το μόνο που κατάφερε ήταν να απομονωθεί αφού κανένα κράτος δεν την ακολούθησε στη αμφισβήτηση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το ψήφισμα επαναλαμβάνει την οικουμενικότητα της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Τα ανοίγματα που επιχειρεί τα τελευταία χρόνια η Τουρκία, προς διάφορες κατευθύνσεις, στοχεύουν  μεταξύ άλλων, στο να αποκτήσει η χώρα ένα ισχυρό έρεισμα σε διεθνή φόρα, όπως είναι τα Ηνωμένα Έθνη. Φαίνεται ότι τη δεδομένη στιγμή κανένα κράτος, όσο κι αν ευχαριστεί την Τουρκία για στήριξη και βοήθεια, δεν είναι ακόμα διατεθειμένο να εγκαταλείψει διεθνείς συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών. Όπως είναι η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. 

Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών εντός Δεκεμβρίου υιοθετεί κάθε χρόνο Απόφαση για τους Ωκεανούς και το Δίκαιο της Θάλασσας. Μια τυπική διαδικασία που περνά χωρίς να χρειάζεται ψηφοφορία. Αυτό γινόταν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Στην τελευταία σύνοδο του 2020 η Τουρκία (η οποία να σημειώσουμε προεδρεύει φέτος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών) αποφάσισε να ζητήσει όπως διεξαχθεί ψηφοφορία ανάμεσα στα κράτη μέλη του διεθνούς οργανισμού. 

Σίγουρα πίσω από την απόφαση για να ζητηθεί η ψηφοφορία δεν βρισκόταν η καταγραφή της αντίθεσης της Τουρκίας στο Δίκαιο της Θάλασσας, αφού αυτό θα μπορούσε να το κάνει και χωρίς ψηφοφορία. Ενδεχομένως να ήλπιζε ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία θα την ακολουθούσαν κι άλλες χώρες, κάτι που θα της επέτρεπε να στήσει ένα νέο αφήγημα περί αμφισβήτησης της συγκεκριμένης Σύμβασης. Αφήγημα το οποίο θα χρησιμοποιούσε ως όπλο στην προώθηση των σχεδίων της στην Ανατολική Μεσόγειο σε βάρος της Κύπρου και της Ελλάδας. Στην ψηφοφορία που διεξήχθη εντός Δεκεμβρίου στα Ηνωμένα Έθνη την εν λόγω έκθεση της Γενικής Συνέλευσης υπερψήφισαν 152 χώρες, 1 χώρα εναντίον, η Τουρκία και τέσσερις αποχές από Κολομβία, Μαδαγασκάρη, Νιγηρία και Βενεζουέλα. 

Όπως αναφέρεται και σε σχετική ανακοίνωση στην ιστοσελίδα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών: “Μέσα από το 56σέλιδο κείμενο η Σύνοδος επαναβεβαίωσε τον ενοποιητικό χαρακτήρα της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και τη ζωτική σημασία που έχει στη διατήρηση της ακεραιότητά της. Καλεί όλα τα κράτη που δεν το έχουν πράξει να καταστούν συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση και το Τμήμα ΧΙ της Συμφωνίας που καθιέρωση τη Διεθνή Αρχή Βυθού και προσέφερε ένα καθεστώς για τα ορυκτά που βρίσκονται εκτός των χωρικών υδάτων ενός κράτους ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Παράλληλα καλεί εκείνα τα κράτη που δεν το έχουν πράξει όπως συμβληθούν με τη Συμφωνία για την Εφαρμογή των Προνοιών της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου 1982”.

Περαιτέρω “καλεί όλα τα κράτη όπως εναρμονίσουν την εθνικής τους νομοθεσία με τις πρόνοιες της Σύμβασης και, αν δεν το έχουν ήδη πράξει, να καταθέσουν προς τον Γενικό Γραμματέα τους πίνακες ή τις λίστες των γεωγραφικών συντεταγμένων όπως καθορίζονται από τη Σύμβαση”.

Το ψήφισμα της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης καλεί τα κράτη μέλη του διεθνούς οργανισμού όπως επιλύουν ειρηνικά τις όποιες διαφορές έχουν σε σχέση με την εφαρμογή της Σύμβασης και να εργάζονται προς την κατεύθυνση της διατήρησης συνθήκων ασφάλειας εντός των θαλασσών. 

Η τουρκική αντίδραση

Ο εκπρόσωπος της Τουρκίας, στην παρέμβασή του προς εξήγηση της θέσης του ( προβαίνοντας σε δικαιολόγηση ψήφου) ανέφερε ότι η αντιπροσωπεία του αισθάνθηκε υποχρέωση να ζητήσει ψήφο για το “L.39” λόγω της αναφοράς του στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία, ανέφερε ο Τούρκος αντιπρόσωπος, δεν είναι μέρος του εν λόγω μηχανισμού και διαφωνεί με την άποψη ότι η Σύμβαση έχει οικουμενικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με την τουρκική θέση, η Σύμβαση δεν είναι το μόνο νομικό πλαίσιο που καθορίζει τον έλεγχο επί των ωκεανών και των θαλασσών.

Σίγουρα η Τουρκία δεν ζήτησε την ψηφοφορία προκειμένου να εξηγήσει τη θέση της, όπως ήταν το επιχείρημα του Τούρκου αντιπροσώπου στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Προφανώς επεδίωκε να κερδίσει κάτι περισσότερο μέσα από την συγκεκριμένη ψηφοφορία. Αλλά φαίνεται πως ούτε και οι χώρες με τις οποίες συμπορεύεται και συνεργάζεται τον τελευταίο ένα χρόνο δεν την ακολούθησαν στην προσπάθεια αμφισβήτησης της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών. Γιατί εάν το επιτύγχανε έστω και μερικώς σίγουρα  η τουρκική διπλωματία  θα είχε τρόπους να το πλασάρει διεθνώς. 

Η απάντηση της Κύπρου

Η θέση που εξέφρασε η Τουρκία ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών έλαβε και σχετική απάντηση από πλευράς Κύπρου. Ο εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας που έλαβε το λόγο, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση του ΟΗΕ, ανέφερε πως η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας κωδικοποιεί το εθιμικό διεθνές δίκαιο και οι πρόνοιες τους είναι δεσμευτικές για όλα τα κράτη. Υπέδειξε πως εάν η Τουρκία έχει πρόβλημα με την εφαρμογή του δικαίου της θάλασσας, υπάρχουν πάντοτε τρόποι επίλυσης τους και σ’ αυτούς περιλαμβάνεται και το Διεθνές Δικαστήριο. 

Και από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών η Κυπριακή Δημοκρατία κάλεσε εκ νέου την Τουρκία να απευθυνθούν στο Διεθνές Δικαστήριο που εδρεύει στη Χάγη προκειμένου να επιλύσουν τις όποιες διαφωνίες έχουν επί του συγκεκριμένου θέματος. 

Για την Κύπρο το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό πέραν από την επανάληψη της οικουμενικότητας της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Κρίνεται σημαντικό και σ’ ότι αφορά την έκκληση που απευθύνει προς τα κράτη μέλη του διεθνούς οργανισμού να προχωρήσουν και να συμβληθούν με τη Σύμβαση υιοθετώντας όλες τις πρόνοιες της. Επίσης σημαντικό, για την περίπτωση της Κύπρου, η έκκληση για ειρηνική επίλυση των όποιων διαφορών υπάρχουν σε σχέση με της θαλάσσιες περιοχές. 

Μηνύματα που στην περίπτωση της Ανατολικής Μεσογείου έχουν ένα συγκεκριμένο αποδέκτη που είναι η Άγκυρα, αφού η Τουρκία είναι η μόνη χώρα που όχι απλώς αρνείται να δεχθεί τις πρόνοιες της εν λόγω Σύμβασης αλλά με επιχειρεί με συγκεκριμένες ενέργειες να την αμφισβητήσει. Ενώ η απόφαση δείχνει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση ως προς την ύπαρξη διαφορών που δεν είναι άλλη από την ειρηνική επίλυσή τους, είτε μέσω απευθείας διαλόγου είτε με προσφυγή στα αρμόδια διεθνή.

Το ψήφισμα που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών:

1. Επαναβεβαιώνει τον ενιαίο χαρακτήρα της Σύμβασης και τη κρίσιμη σημασία που έχει η διατήρηση της ακεραιότητά της.

2. Καλεί όλα τα κράτη που δεν το έχουν πράξει, προκειμένου να επιτευχθεί πλήρως ο στόχος της οικουμενικής συμμετοχής, να συμβληθούν με τη Σύμβαση.

3. Καλεί τα κράτη που δεν το έχουν πράξει, προκειμένου να επιτευχθεί οικουμενική συμμετοχή, να καταστούν μέρος της Συμφωνίας για την Εφαρμογή των Προνοιών της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου 1982.

4. Καλεί τα κράτη να εναρμονίσουν την εθνική τους νομοθεσία με τις πρόνοιες της Σύμβασης… ώστε να διασφαλίσουν ότι οι όποιες αποφάσεις και συμφωνίες τους δεν είναι αντίθετες με τη Σύμβαση. 

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ψήφισμα αναγνωρίζει τη σημασία που έχει να βοηθηθούν αναπτυσσόμενες και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες συμπεριλαμβανομένων μικρών νήσων προκειμένου να προχωρήσουν σε εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Δεσμευτική για όλα τα κράτη δηλώνει ο ΟΗΕ

Ευρωπαϊκή Ένωση και κράτη μέλη είχαν κοινή θέση ως προς την υιοθέτηση του ψηφίσματος για τους Ωκεανούς και το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία δέχθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, κι ένα δεύτερο ράπισμα από τον ευρωπαϊκό χώρο αφού με την κοινή ευρωπαϊκή θέση συμπορεύθηκαν χώρες με τις οποίες η Άγκυρα έχει αδελφικές σχέσεις. 

Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την κοινή δήλωση της ΕΕ και των κρατών μελών της συντάχτηκαν οι υποψήφιες χώρες Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο, Σερβία, Αλβανία και Βοσνία-Ερζεγοβίνη, καθώς επίσης και οι Ουκρανία, Μολδαβία και Γεωργία.

Η θέση της ΕΕ και των κρατών μελών της όπως καταγράφηκε στην τελευταία απόφαση των Ηνωμένων Εθνών περιλαμβάνει τα εξής:

–    Η UNCLOS ορθώς χαρακτηρίζεται ως το Σύνταγμα των Ωκεανών, η πρόνοιες της οποίας αντικατοπτρίζουν το διεθνές δίκαιο και ως εκ τούτου δεσμεύει όλα τα κράτη ανεξαρτήτως εάν έχουν ή όχι ενταχθεί στη Σύμβαση. Με την εφαρμογή ενός νομικού πλαισίου για τις θάλασσες και τους ωκεανούς, η Σύμβαση συμβάλλει στην αειφόρο ανάπτυξη καθώς και στην ειρήνη, ασφάλεια, συνεργασία και τις φιλικές σχέσεις ανάμεσα στα κράτη. 

–    Για το σκοπό αυτό είναι επάναγκες να υπάρχει σεβασμός στις ελευθερίες που απολαμβάνονται κάτω από τη Σύμβαση από όλα τα κράτη, συμπεριλαμβανομένων και περίκλειστων από ξηρά. Να υπάρχει επίσης σεβασμός στα κυριαρχικά δικαιώματα των παράκτιων κρατών επί των θαλάσσιων ζωνών τους, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δημιουργούνται από νησιά. 

–    Όλα τα μέλη της διεθνούς κοινότητας θα πρέπει να δεσμεύονται από τις βασικές αρχές και κανόνες του δικαίου της θάλασσας και θα πρέπει να απέχουν από τις όποιες ενέργειες οι οποίες υποσκάπτουν την περιφερειακή σταθερότητα. 

Πηγή: philenews.com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις12 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις39 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή