Διεθνή
Η επενδυτική συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κίνας και το πρόσωπο κλειδί
Γράφει ο Χρήστος Γκουγκουρέλας
Με το τέλος του προηγούμενου έτους, ακριβώς με την εκπνοή της γερμανικής προεδρίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και η Κίνα ολοκλήρωσαν επιτυχώς τις διαπραγματεύσεις τους για την μεταξύ τους συνολική επενδυτική συμφωνία (Comprehensive Agreement on Investment – CAI). Αν και, λοιπόν, μέχρι την τελική υπογραφή της συμφωνίας και την μετέπειτα εκατέρωθεν επικύρωσή της θα μεσολαβήσει, ίσως, αρκετός χρόνος ακόμη, ήδη πολλά και σπουδαία λέγονται και γράφονται γι’ αυτήν και τη σημασία της.
Η συγκεκριμένη συμφωνία, καταρχάς, εκλαμβάνεται ως ένα ακόμη κορυφαίο ‘‘ξεκλείδωμα’’ της Κίνας στα παγκόσμια οικονομικά δρώμενα, καθώς αυτή προσφέρει στον ευρωπαϊκό επιχειρηματικό κόσμο ουσιαστική πρόσβαση στην αγορά των 1,4 δισ. κατοίκων της. Η απαλοιφή, λοιπόν, των ποσοτικών περιορισμών στο εμπόριο μεταξύ των πλευρών, η αναίρεση εκ μέρους της Κίνας της προϋπόθεσης να δραστηριοποιούνται εντός αυτής ξένες επιχειρήσεις μόνο υπό τον όρο δημιουργίας κοινοπραξίας με κάποια, αντίστοιχη κινέζικη επιχείρηση και η άρση που αυτή (η Κίνα δηλ.) δεσμεύτηκε να υλοποιήσει ως προς τους περιορισμούς που θέτει στο ύψος των μετοχών των εταιριών που συμμετέχουν στην οικονομική της ζωή, συνιστούν επιπέδωση των όρων της οικονομικής δραστηριότητας (levelling the playing field) και άμβλυνση των ανταγωνιστικών ανισοτήτων ανάμεσα στις δύο συμβαλλόμενες πλευρές, συνάμα δε και δίκαιη και εκλογικευμένη αντιμετώπιση των επιχειρήσεων εκατέρωθεν.
Η Κίνα δεσμεύεται με τη συμφωνία ότι οι Ευρωπαίοι θα μπορούν να επενδύσουν εκεί κυρίως στους τομείς της βιομηχανικής παραγωγής και της παροχής υπηρεσιών, δηλαδή των υπηρεσιών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, των υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, των υπηρεσιών παροχής υγειονομικής περίθαλψης, των περιβαλλοντικών υπηρεσιών αλλά και των υπηρεσιών επί των διεθνών μεταφορών, ειδικότερα δε των αερομεταφορών.
Η επενδυτική συμφωνία συμπεριλαμβάνει βασικές δικλείδες για το ελεύθερο εμπόριο, την περιβαλλοντική προστασία και οικοσυστηματική βελτίωση, τη δράση ενάντια στην κλιματική αλλαγή αλλά και τη διαμόρφωση εργασιακών συνθηκών σύμφωνα με τις εγγυήσεις του πολιτικού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού ιδεώδους.
Η σημαντικότερη, όμως, πτυχή της μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η δέσμευση της Κίνας στο να θέσει σαφείς και διεθνώς αναγνώσιμους όρους λειτουργίας στις κρατικές οικονομικές επιχειρήσεις της και να προσδώσει διαφάνεια στις επιχορηγήσεις του κινέζικου κράτους προς τις επιχειρήσεις αυτές, έτσι ώστε να διασφαλιστεί και προστατευτεί ο διεθνής ανταγωνισμός, στο πλαίσιο της παγκόσμιας ανοιχτής οικονομίας και των ελεύθερων αγορών, και από την άλλη, η απόσυρση της κινεζικής απαίτησης περί της αναγκαστικής μεταφοράς τεχνολογικής γνώσης, προς όφελος της Κίνας, για όποια εταιρία σκοπεύει να επενδύσει εκεί.
Περαιτέρω, η Κίνα είναι ένας από τους μεγαλύτερους χρηματοδότες στον Κόσμο επιχειρηματικών εγχειρημάτων στον τομέα της ενέργειας. Οι δυο βασικές τράπεζες με τις οποίες ασκεί πολιτική η ηγεσία της χώρας, η αναπτυξιακή (Chinese Development Bank) και η εισαγωγική-εξαγωγική (EXIM), χρηματοδότησαν μόνο τη δεκαετία 2007-2016 με 197 δισ. δολάρια ενεργειακά projects εκτός Κίνας. Αν, συνεπώς, σκεφθεί κανείς την ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ από τρίτες χώρες, και κυρίως τη Ρωσία, δεδομένου ότι η Ένωση εισάγει πάνω από τα 2/3 της ενέργειας που καταναλώνει ετησίως, ο επενδυτικός οίστρος των Κινέζων στο πεδίο της ενέργειας δίδει ipso facto εξέχουσα σημασία στη συγκεκριμένη επενδυτική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Κίνας.
H συμφωνία αυτή, όμως, ήδη υπόκειται σε σοβαρή κριτική. Υποστηρίζεται, αφενός, ότι η Κίνα κυβερνάται από ένα αυταρχικό καθεστώς που διατηρεί συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα και περιφρονεί το κράτους δίκαιου και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και για αυτόν τον πολύ κρίσιμο λόγο δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στη συμφωνία. Η Κίνα, ωστόσο, ανέλαβε στο ίδιο το κείμενο της συμφωνίας, δεσμεύσεις ως προς την εξάλειψη της καταναγκαστικής εργασίας και συμφώνησε να υιοθετήσει τις θεμελιακές διεθνείς συμβάσεις του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (International Labor Organization –ILO), ενώ, από την άλλη, δεσμεύτηκε να τηρήσει και τη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή. Αν, λοιπόν, η Κίνα δεν ενταχθεί στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, όπως πρακτικά γίνεται μέσω συμφωνιών σαν κι αυτή που συνήψε με την ΕΕ, και αν δεν αλληλεπιδράσει με τις κορυφαίες ‘‘εστίες οικουμενικής επιρροής’’, όπως μια τέτοια είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, πώς θα συμπορευθεί τελικά με το κεντρικό παγκοσμιοποιημένο όραμα της βιώσιμης ανάπτυξης υπό το καθεστώς της διαφάνειας και της μη διάκρισης;
Αφετέρου, κατά κόρον τονίζεται από αναλυτές και διανοούμενους ότι η εν λόγω συμφωνία θα απογοητεύσει την Ουάσιγκτον και θα θέσει σφοδρά εμπόδια στην παλινόρθωση της διατλαντικής συμμαχίας και στην επανασυσπείρωση του λεγόμενου ‘‘Δυτικού Κόσμου’’.
Παρά ταύτα, οι συγκεκριμένες αιτιάσεις, κατά την προσωπική μου αντίληψη τουλάχιστον, δεν είναι πειστικές. Καθότι, αφενός, για το γεγονός ότι οι ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, λόγω του Trump, επέλεξαν ως παγκόσμια στάση τους έναν ιδιότυπο, ομφαλοσκοπικό και αυτό-συρρικνωτικό ‘‘αναχωρητισμό’’, δεν ευθύνεται ασφαλώς η ΕΕ. Αφετέρου δε, καθότι η συγκεκριμένη συμφωνία δεν είναι απότοκο ενός ξαφνικού και απρόσμενου σινο-ευρωπαϊκού ‘‘coup de foudre’’ αλλά επιγέννημα χρόνιας προσπάθειας για προσέγγιση μεταξύ ΕΕ και Κίνας. Ήδη από το 2003 έχει συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών η συνολική στρατηγική συνεργασία τους (ίδετε EU-China Comprehensive Strategic Partnership, https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2003:0533:FIN:EN:PDF), το 2020 κοινοποιήθηκε η κοινή στρατηγική τους ατζέντα (ίδετε EU-China 2020 Strategic Agenda for Cooperation, https://eeas.europa.eu/archives/docs/china/docs/eu-china_2020_strategic_agenda_en.pdf
αλλά και https://ec.europa.eu/commission/sites/beta-political/files/communication-eu-china-a-strategic-outlook_el.pdf), ενώ πολλά ευρωπαϊκά κράτη συνεργάζονται με την Κίνα στα θεσμικά πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του ‘‘G20’’.
Δεν είναι, λοιπόν, διόλου τυχαίο ή επιφανειακό το γεγονός ότι τo συγκεντρωτικό ποσό των ευρωπαϊκών επενδύσεων στην Κίνα τα τελευταία 20 χρόνια προσδιορίζεται στα 140 δισ. ευρώ (!), ενώ, αντιστοίχως, οι κινέζικες επενδύσεις στην Ευρώπη ανήλθαν στα 120 δισ. ευρώ (!).
Από την άλλη πλευρά, η ΕΕ διαθέτει νομικώς τυποποιημένα ‘‘θεσμικά αντίβαρα’’ για να ‘‘διηθήσει’’ τυχόν επικίνδυνη ή προβληματική για τα συμφέροντα και τους στόχους της μελλοντική κινεζική συμπεριφορά. Ο Κανονισμός της ΕΕ για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ένωση (https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32019R0452&from=EN), στον οποίο τίθενται περιορισμοί, ασφαλιστικές δικλείδες και νομικές εγγυήσεις στην κινέζικη οικονομική επιθετικότητα, η ενωσιακή ‘‘Λευκή Βίβλος’’ σχετικά με την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού όσον αφορά τις ξένες επιδοτήσεις (ίδετε στη διεύθυνση https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:52020DC0253&from=EN) που θέτει κωλύματα στην εντός της ΕΕ παραβίαση του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων αλλά και ο Κανονισμός σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά σοβαρών παραβιάσεων και καταπατήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ίδετε στη διεύθυνση https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32020R1998&qid=1610536677553&from=en) που υιοθετεί μια παγκόσμια ατζέντα αυστηρών κυρώσεων κατά χωρών που παραβιάζουν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ‘‘οπλίζουν’’ πρακτικά και θεσμικά την ΕΕ και της δίδουν στέρεα ερείσματα δυναμικής αντίδρασης στο ενδεχόμενο εκδήλωσης συμπεριφορών από την Κίνα που ούτε με την παγκόσμια φιλελεύθερη νόρμα συνάδουν, ούτε το πνεύμα της επενδυτικής συμφωνίας εκπληρώνουν.
Ερχόμενος, όμως, στην ουσία, δεν μπορώ να μην παραδεχθώ ότι η Κίνα είναι ο μεγάλος ‘‘κερδισμένος’’ της συμφωνίας. H Kίνα, στην παρούσα φάση της, συνιστά μοναδικό στην Παγκόσμια Ιστορία υβριδικό αμάλγαμα ενός δομικά δεσποτικού κρατικού συγκεντρωτισμού που λειτουργεί πια στο πλαίσιο ενός κρατικοελεγχόμενου και κρατικοκατευθυνόμενου οικουμενικής προοπτικής και εμβέλειας καπιταλισμού, έχοντας παράλληλα τη φιλοδοξία επίτευξης τεχνολογικών, προοδευτικών αλμάτων. Μετά την σύναψη της RCEP (Regional Comprehensive Economic Partnership), η Κίνα με την παρούσα προσέγγισή της με την ΕΕ επιβεβαιώνει, ανοιχτά πλέον, αν όχι τις ηγεμονικές της τάσεις, τουλάχιστον την ειλημμένη πολιτική της απόφαση να αποτελέσει σημαίνον μέλος της πολυμερούς συμμετοχικότητας στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων (multilaterism).
Κατά την κρίση μου, λοιπόν, η επενδυτική συμφωνία είναι συμπροϊόν αφενός του όλο και πιο διεισδυτικού και φιλόδοξου κινέζικου γεωοικονομικού ακτιβισμού και αφετέρου της πολιτικής ευφυΐας της Γερμανίδας Καγκελαρίου. Η κ. Μέρκελ δια της συμφωνίας μοιάζει να πετυχαίνει τρεις στόχους, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά τη χώρα της, ο δεύτερος την Ευρώπη και ο τρίτος τα παγκόσμια πράγματα και τη θέση της χώρας της σ’ αυτά. Ειδικότερα:
Πρώτον, με τη συμφωνία συνεχίζει σε πιο στέρεες βάσεις η ευρύτερη προσέγγιση της Γερμανίας με την Κίνα και εξασφαλίζεται, στο παραγωγικό στάδιο, ο ζωτικής σημασίας δίαυλος συνεργασίας των γερμανικών επιχειρήσεων με την Κίνα αλλά και κατοχυρώνεται ένα πιο ανοικτό και ασφαλές πεδίο οικονομικών συναλλαγών ανάμεσα στις δύο χώρες, στο επίπεδο του επιχειρείν.
Από το 2016 και μετά η Κίνα είναι τεκμηριωμένα ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας (δείτε τα στοιχεία της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας στον ιστότοπο https://www.destatis.de/EN/Themes/Economy/Foreign-Trade/Tables/order-rank-germany-trading-partners.pdf?__blob=publicationFile), ενώ αντιστοίχως το μερίδιο της Γερμανίας στις συνολικές ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την Κίνα ξεπερνά το 50%. Έτσι, μόνο το 2019 η αξία των γερμανικών εξαγωγών προς τον ασιατικό γίγαντα υπερέβη τα 100 δισ. ευρώ! (How Germany opened the door to China — and threw away the key – POLITICO)
Δεύτερον, έχοντας τις παραπάνω δικλείδες του ευρωπαϊκού δικαίου, που θεωρητικά θα μπορούσαν αν όχι να ‘‘παγώσουν’’, τουλάχιστον να δυσκολέψουν στην πράξη την επενδυτική συμφωνία ΕΕ-Κίνας και να διακωλύσουν την επιρροή του κινέζικου γεωοικονομικού οραματισμού στην Ευρώπη, η κ. Μέρκελ, πολιτευόμενη πιο ‘‘ευρωπαϊκά’’ υπό μια ευρύτερη έννοια, αφήνει ανοιχτό το περιθώριο αναμονής της αμερικάνικης αντίδρασης, υπό τη νεοκλεγείσα ηγεσία, απέναντι στην επενδυτική συμφωνία της ΕΕ με την Κίνα.
H επενδυτική συμφωνία είναι μεν ένα πρώτο βήμα οικονομικής και γεωπολιτικής συμπόρευσης της Ένωσης με την Κίνα. Η ΕΕ, ωστόσο, διακατέχει εκείνες τις θεσμικές εγγυήσεις που επιτρέπουν ευφυώς από τη μερική συμπεριφορική μετατόπισή της απέναντι στην Κίνα, στο περίγραμμα μιας εναλλακτικής στρατηγικής εκδοχής, μέχρι μια ουσιώδη αλλαγή της στάσης της. Υπ’ αυτό το πνεύμα, η σινο-ευρωπαϊκή προσέγγιση συνιστά ένα ξεκάθαρο σινιάλο και μια ανοιχτή πρόκληση προς τις ΗΠΑ. Κατά την άποψη μου, δεν απομακρύνει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, τις ΗΠΑ από την ΕΕ αλλά, αντιθέτως, επιταχύνει την πολιτική αντίδραση των Αμερικανών και την παγκόσμια φανέρωση του δικού τους, υπό τον Βiden, γεωπολιτικού σχεδιασμού. Πρακτικά, αυτό που επιταχύνεται είναι η λήψη της απόφασης, βασικά όχι για το αν οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν στα παγκόσμια πολιτικο-οικονομικά δρώμενα (κάτι που υπό την ηγεσία του Biden θεωρείται δεδομένο) αλλά για τον βαθμό και το ουσιαστικό εύρος της επανάμειξής τους (re–engagement) στις διεθνείς υποθέσεις. Αν, πάντως, οι Αμερικανοί στην επάνοδό τους αυτήν προσβλέπουν ακόμα στην ΕΕ, το θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας ανάμεσα στις δύο πλευρές (EU – US new transatlantic agenda for global change, https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/joint-communication-eu-us-agenda_en.pdf) είναι και ενεργό αλλά και δεκτικό ουσιαστικότερης αξιοποίησης.
Τρίτον, η κ. Μέρκελ με την κρινόμενη επενδυτική συμφωνία, όσον αφορά τον παγκόσμιο σχεδιασμό, προωθεί, με τη μορφή μιας διαδιεθνικής, συνεργατικής οικονομικής πλατφόρμας, ένα ‘‘όχημα’’ ακόμα πιο στιβαρής και πολλά υποσχόμενης προσέλκυσης της Κίνας, της μεγαλύτερης χώρας του Πλανήτη, στο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης, επί της εφαρμογής του οποίου (μοντέλου) η Γερμανία, ως εξαγωγική οικονομία ή ως ‘‘εξαγωγικό έθνος’’ (Export Nation), όπως λέει ο Hans Werner Sinn, στηρίζει και έχει επενδύσει πολλά από τα ζωτικά της συμφέροντα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Γερμανία δεν παραμένει απαθής, τουναντίον αναμιγνυόμενη στην περιοχή που πολλοί πιστεύουν ότι θα αποφασιστούν και διενεργηθούν πολλά για το μέλλον του Πλανήτη τα επόμενα χρόνια, ήτοι στην Ν.Α. Ασία, έχει ήδη δημοσιοποιήσει τον κρίσιμων γεωπολιτικών διαστάσεων στρατηγισμό της επί της ευρείας περιοχής του Ινδικού και Ειρηνικού Ωκεανού (Leitlinien zum Indo–Pazifik, για διάβασμα στα αγγλικά δείτε: https://rangun.diplo.de/blob/2380824/a27b62057f2d2675ce2bbfc5be01099a/policy-guidelines-summary-data.pdf).
Για τους παραπάνω λόγους, η Γερμανίδα Καγκελάριος ήδη έχει αποδειχθεί ως το ‘‘πρόσωπο – κλειδί’’ όχι μόνο για την εν λόγω επενδυτική συμφωνία ή, άλλως, μόνο για τη δική της χώρα αλλά και για την Ευρώπη των επερχόμενων δεκαετιών. Καθότι, αν επαληθευτεί ότι μέχρι το 2050 καμία ευρωπαϊκή οικονομία δεν θα είναι μέσα στις ισχυρότερες του Πλανήτη (https://globalfuturecapital.com/top-10-largest-economies-by-2050/) ενώ, αντιστρόφως, μόλις το 2028 η Κίνα θα καταστεί η μεγαλύτερη οικονομία στον Κόσμο (ttps://www.reuters.com/article/us-health-coronavirus-china-economy/china-to-leapfrog-u-s-as-worlds-biggest-economy-by-2028-think-tank-idUSKBN29000C) ξεπερνώντας τις ΗΠΑ, η προοπτική της ουσιαστικότερης βασικά οικονομικής αλλά και ευρύτερα γεωπολιτικής συμβάδισης ΕΕ και Κίνας κάθε άλλο παρά αποκλεισμένη πρέπει να θεωρείται. Η κ. Μέρκελ, λοιπόν, ‘‘είδε πολύ μπροστά’’, το θέμα όμως, για το μέλλον των επί Γης εξελίξεων, είναι πόσο ‘‘μελετηρός’’ επί των καταστάσεων, τολμηρός και επεμβατικός θα αποδειχθεί ο Joe Biden…
ΥΓ. Το παρόν κείμενο είναι η πρώτη δημόσια έκφραση γνώμης από εμένα, απλούστερα το πρώτο άρθρο μου, μετά την απώλεια του πατέρα μου, Ντίνου Γκουγκουρέλα. Το άρθρο αυτό, συνεπώς, είναι εκ βαθέων αφιερωμένο στη μνήμη του.
Κατερίνη, 19/1/2021
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

