Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Άξονας Τουρκίας-Πακιστάν-Αζερμπαϊτζάν και στο βάθος πυρηνικά

Δημοσιεύτηκε στις

Ανάγκη αναβάθμισης των σχέσεων Κύπρου – Ελλάδας με Ινδία, που ανησυχεί για ισλαμική ατζέντα Τουρκίας σε Κασμίρ

Μάριος Πούλλαδος

Έναν κοινό γεωπολιτικό άξονα με χαρακτηριστικά στρατηγικής συνεργασίας προέβαλαν αυτήν την εβδομάδα οι Υπουργοί Εξωτερικών του Πακιστάν, της Τουρκίας και του Αζερμπαϊτζάν, που συναντήθηκαν στη δεύτερη τριμερή συνάντηση στις 13 Ιανουαρίου στην Ισλαμαμπάντ, θέτοντας ουσιαστικά τις βάσεις για τη σύσταση ενός κοινού αμυντικού δόγματος. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, αφού ευχαρίστησε τον Πρόεδρο του Πακιστάν, Αρίφ Αλβί, για τη στάση του προς την Τουρκία και το έργο του στο Κασμίρ, τόνισε μεταξύ άλλων τις προσπάθειες της χώρας του στην καταπολέμηση της «μισαλλοδοξίας κατά του Ισλάμ».

Η πιο πάνω εξέλιξη επιβάλλει την ανάγκη εμβάθυνσης των σχέσεων Κύπρου και Ελλάδας με την Ινδία, η οποία άρχισα σιγά-σιγά να αντιλαμβάνεται πως η ισλαμική ατζέντα της Άγκυρας θέτει σε κίνδυνο τα δικά της εθνικά συμφέροντα στο Κασμίρ.

Οι τρεις μουσουλμανικές χώρες, Αζερμπαϊτζάν-Τουρκία-Πακιστάν, συνεχίζουν να αλληλοϋποστηρίζονται σε θέματα εθνικού ενδιαφέροντος σε διάφορα καυτά ανοικτά γεωπολιτικά μέτωπα, όπως ο Καύκασος, το Κασμίρ αλλά και το Κυπριακό. Στην τελευταία εξέλιξη, η σύγκρουση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ μεταξύ της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν ανέδειξε σε μεγάλο βαθμό τις στενές σχέσεις του Μπακού με το Πακιστάν και την Τουρκία.

Για την ιστορία σημειώνεται πως το Πακιστάν ήταν δεύτερο μετά την Τουρκία που αναγνώρισε το Αζερμπαϊτζάν ως ανεξάρτητη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ταυτόχρονα, το Πακιστάν είναι η μόνη χώρα που δεν αναγνωρίζει την Αρμενία – ένα βήμα που έκανε σε αλληλεγγύη προς το Μπακού.

Τα τουρκικά αεροσκάφη βοήθησαν το Αζερμπαϊτζάν να εκδιώξει τις αρμενικές δυνάμεις από την περιοχή Ναγκόρνο-Καραμπάχ, που ήταν στο επίκεντρο της στρατιωτικής κλιμάκωσης. Ταυτόχρονα, το Πακιστάν υποστήριξε ανοιχτά τη θέση του Αζερμπαϊτζάν.

Το Αζερμπαϊτζάν, το Πακιστάν και η Τουρκία αλληλοϋποστηρίζονται συνεχώς σε διάφορα διεθνή φόρουμ για θέματα εθνικού ενδιαφέροντος όπως το Κασμίρ, η Κύπρος και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, είπε. Αυτό ήταν εμφανές στη συνάντηση αυτής της εβδομάδας μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών των τριών χωρών στην Ισλαμαμπάντ. Με κοινή δήλωση εξέφρασαν ανησυχία για τις προσπάθειες της Ινδίας να «αλλάξει τη δημογραφική δομή του Τζαμού και Κασμίρ» και ζήτησαν την επίλυση του «Κυπριακού». Δεν είναι πάντως τυχαίο που οι διαδοχικές πακιστανικές κυβερνήσεις υποστήριξαν τη θέση της Άγκυρας επί του Κυπριακού.

Η ενόχληση Ινδίας με Ερντογάν

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι το 2019 ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όπου ο ίδιος αυτοπροβλήθηκε περίπου ως ο «μεσσίας» των μουσουλμανικών πληθυσμών, δήλωσε: «Παρά τα ψηφίσματα που εγκρίθηκαν, το Κασμίρ εξακολουθεί να είναι πολιορκημένο και οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι έχουν κολλήσει στο Κασμίρ». Αυτή η αναφορά ενόχλησε την Ινδία. Τις ίδιες μέρες ο Πρωθυπουργός της Ινδίας Νεράντα Μόντι συναντήθηκε στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ με τον Πρωθυπουργό της Αρμενίας αλλά και με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, με τον ινδικό Τύπο να ερμηνεύει την κίνηση αυτή ως ένα άμεσο μήνυμα προς τον Ερντογάν, πως, αν συνεχίσει να μιλάει για το Κασμίρ, η Ινδία θα συνταχθεί με τους εχθρούς της Τουρκίας.

Διάφοροι Τούρκοι αναλυτές και αρθρογράφοι προειδοποιούν πως αν η Ινδία συμμαχήσει με Κύπρο και Αρμενία, τότε η Άγκυρα θα πρέπει να μποϊκοτάρει τα ινδικά προϊόντα / επιχειρήσεις.

Αποστολή τζιχαντιστών στο Κασμίρ

Ευθυγραμμιζόμενος με την Άγκυρα, ο Πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ilham Aliyev εξέφρασε ανησυχία για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ινδίας στην επίμαχη περιοχή του Κασμίρ. Σε πρόσφατες εξελίξεις, σύμφωνα με έρευνα του πρακτορείου ειδήσεων ANF, ο διοικητής μιας από τις πολιτοφυλακές του SNA της Συρίας, της Ταξιαρχίας “Sulayman Shah”, ο Μουχάμεντ Αμπού Αμσά, ανακοίνωσε στα μέλη της πολιτοφυλακής του στην κατεχόμενη πόλη Σιγιέ κοντά στο Αφρίν ότι το τουρκικό κράτος ήθελε να μεταφέρει ορισμένες μονάδες στο Κασμίρ. Σύμφωνα με τα όσα μεταδόθηκαν, η Άγκυρα είχε ζητήσει από αυτόν και άλλους διοικητές του SNA να παραθέσουν ονόματα εθελοντών. Εκείνοι που θα συμφωνούσαν να πάνε, θα έπαιρναν αρχικά 2.000 δολάρια. Επιπλέον, η παράτυπη μετεγκατάσταση στρατευμάτων της Τουρκίας στην περιοχή έρχεται σε μια εποχή που αυξάνεται η ένταση μεταξύ των πυρηνικών δυνάμεων Ινδίας και Πακιστάν. Από τις 13 Νοεμβρίου, και οι δύο πλευρές αλληλο-βομβαρδίζονται με βλήματα πυροβολικού στο Κασμίρ με αρκετά θύματα και τραυματίες. Ινδοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι ανέφεραν πως «υπάρχει μια προσπάθεια ριζοσπαστικοποίησης Ινδών μουσουλμάνων και στρατολόγησης φονταμενταλιστών, η οποία συντονίζεται από την Τουρκία». Το Νέο Δελχί, σύμφωνα με την εφημερίδα Hindustan, θεωρεί πως η Τουρκία αναδύεται ως «ο κόμβος αντι-ινδικών δραστηριοτήτων», μετά το Πακιστάν.

Στρατιωτική συνεργασία Πακιστάν-Τουρκίας

Ενώ η Άγκυρα έχει ήδη υποστηρίξει το Μπακού με στρατιωτικό εξοπλισμό, η Ισλαμαμπάντ επιδιώκει επίσης να ενισχύσει τους στρατιωτικούς δεσμούς. Μόλις νωρίτερα αυτόν τον μήνα, οι αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων του Αζερμπαϊτζάν και του Πακιστάν συναντήθηκαν και συζήτησαν το θέμα κοινής εκπαίδευσης πιλότων και στρατιωτικές ασκήσεις. Το Πακιστάν και η Τουρκία έχουν ήδη ουσιαστική αμυντική συνεργασία. Η Τουρκία κατασκευάζει πολεμικά πλοία κατηγορίας MILGEM για το Ναυτικό του Πακιστάν και η Άγκυρα αγόρασε 52 εκπαιδευτικά αεροσκάφη Mashahk από το Πακιστάν. Ο Πακιστανός Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων είπε ότι αισθάνεται την Τουρκία ως “δεύτερο σπίτι του”. «Εκτός από την κοινή κουλτούρα και πίστη, οι αδελφικές χώρες του Πακιστάν και της Τουρκίας έχουν επίσης ομοιότητες στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στις περιοχές ενδιαφέροντός τους», πρόσθεσε. Ο ίδιος τόνισε την υποστήριξη του Ισλαμαμπάντ στην Άγκυρα για την Κύπρο και άλλα περιφερειακά ζητήματα. Αναλυτές εκτιμούν ότι το επόμενο διάστημα δεν αποκλείεται να υπάρξει “συνεκπαίδευση” με την τουρκική πολεμική αεροπορία σε Ανατολική Μεσόγειο και Αιγαίο. Για την κυβέρνηση του Πακιστανού Πρωθυπουργού Imran Khan, η υποστήριξη του Μπακού στο ζήτημα του Κασμίρ είναι εξέχουσας σημασίας. Από την άλλη, η σχέση Τουρκίας-Πακιστάν εργαλειοποιείται σε μεγάλο βαθμό από τον Imran Khan, που προβάλλει τον εαυτό του ως έναν εθνικιστή ήρωα, ο οποίος οικοδομεί συμμαχίες με τον μουσουλμανικό κόσμο για να νικήσει την «επιθετική Δύση» και τους Σαουδάραβες συμμάχους της.

Ανάπτυξη σχέσεων Κύπρου-Ινδίας

Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται πλέον ανάγκη τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα να επιχειρήσουν να αναπτύξουν περαιτέρω τις σχέσεις τους με την υπερδύναμη της περιοχής, που ονομάζεται Ινδία. Το Νέο Δελχί έχει αρχίσει να κλιμακώνει το ενδιαφέρον του ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, αφού παρακολουθεί στενά τη δραστηριοποίηση της Κίνας στην περιοχή αυτή, ενώ ενδιαφέρεται και για την ασφάλεια των διεθνών οδών ναυσιπλοΐας. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 10 Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκε ο πέμπτος γύρος διαβουλεύσεων μεταξύ Ινδίας και Κύπρου, με τις δυο πλευρές να ανταλλάζουν απόψεις σχετικά με την κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο, την τουρκική επιθετικότητα και τις σχέσεις Ινδίας-ΕΕ.

Πυρηνικό φλερτ Ερντογάν – Πακιστάν

Ένας άλλος ορατός κίνδυνος, που προκύπτει από τους δεσμούς Πακιστάν-Τουρκίας, είναι η προοπτική συνεργασίας σε πυρηνικά όπλα, με το Πακιστάν ήδη να είναι στις χώρες που έχουν πυρηνικό εργοστάσιο. Το ενδεχόμενο αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από την Ινδία, με δημοσιεύματα της χώρας να σημειώνουν ότι η ταχεία παραγωγή και διάδοση πυρηνικών και πυραυλικών τεχνολογιών από την Τουρκία αποτελεί μείζονα ανησυχία για τις δημοκρατικές δυνάμεις σε όλον τον κόσμο. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον του Τούρκου Προέδρου για τις πυρηνικές και πυραυλικές τεχνολογίες του Πακιστάν, προκειμένου να εκπληρώσει τις γεωπολιτικές του φιλοδοξίες, προκαλεί ήδη ανησυχίες. O Ερντογάν εξέφρασε δημόσια κατά το πρόσφατο παρελθόν τις πυρηνικές του φιλοδοξίες μέσω των ομιλιών. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο του 2019, ο Ερντογάν δήλωσε: «Ορισμένες χώρες έχουν πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές, όχι μία ή δύο. Ωστόσο, εμείς υποτίθεται δεν μπορούμε να αποκτήσουμε πυρηνικές κεφαλές. Αυτό, δεν μπορώ να το δεχτώ… Και ακριβώς δίπλα μας, υπάρχει το Ισραήλ, σωστά; Με τα πάντα, είναι τρομακτικό».

Μια πρόσφατη εξέλιξη είναι η σύσταση της Ομάδας Στρατιωτικού Διαλόγου Υψηλού Επιπέδου Τουρκίας-Πακιστάν (HLMDG) στις 22-23 Δεκεμβρίου 2020, η οποία είναι η μεγαλύτερη θεσμική οργάνωση μεταξύ των δύο χωρών σχετικά με την αμυντική συνεργασία. Ο Μιχάαντ Χίλαλ Χουσεΐν ηγήθηκε της πακιστανικής αντιπροσωπίας, ενώ ο αναπληρωτής αρχηγός του τουρκικού στρατού στρατηγός Σελτσούκ Μπαϊρακτάρογλου εκπροσωπούσε την τουρκική αντιπροσωπία.

Η συνάντηση ήταν μέρος μιας σειράς πολλών συναντήσεων υψηλού επιπέδου μεταξύ των στρατιωτικών αξιωματούχων των δύο κρατών. Η πρόοδος που σημειώθηκε σε προηγούμενες συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων της άμυνας εξετάστηκε επίσης και συζητήθηκε. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι, εκτός από άλλα πράγματα, δόθηκε μεγάλη έμφαση στη συνεργασία της αμυντικής βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένης της από κοινού παραγωγής και προμηθειών. Πακιστανοί στρατηγοί συναντήθηκαν επίσης με τον Τούρκο Υπουργό Άμυνας, Χουλούσι Ακάρ, και τον Αρχηγό του Στρατηγού του Τουρκικού Στρατού, Γιάσαρ Γκούλερ.

Διάφορα ΜΜΕ από την Ινδία, επικαλούμενα πληροφορίες από ανθρώπους που είχαν γνώση των συζητήσεων Τουρκίας-Πακιστάν, πιστεύουν ότι η συνάντηση και οι ανακοινώσεις που έγιναν μετά ήταν μόνον η κορυφή του παγόβουνου, καθώς αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου σεναρίου για την ανταλλαγή πυρηνικών και πυραυλικών τεχνολογιών μεταξύ των δύο χωρών. Πιστεύεται ότι ο Ερντογάν έχει ζητήσει προσωπικά από τον Αρχηγό του Στρατού του Πακιστάν, στρατηγό Μπαϊάβα, να μοιραστεί την τεχνολογία πυρηνικών όπλων, κάτι με το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει συμφωνήσει το Πακιστάν. Η συνάντηση οργανώθηκε για να συζητηθούν οι διαδικαστικές πτυχές της μεταφοράς τεχνολογίας που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν και να καλύψουν τη διαδικασία ταυτόχρονα.

Τουρκικά drones σε Πακιστάν;

Επιπλέον η πακιστανική αμυντική αντιπροσωπία επισκέφθηκε τις τουρκικές αμυντικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των Bakyar (μη επανδρωμένα αεροσκάφη drones), TAI, HAVELSAN και ASELSAN. Συναντήθηκε επίσης με κορυφαίους στρατηγούς του τουρκικού στρατού και γραφειοκράτες που ασχολούνται με την παραγωγή πυραύλων και άλλων εναέριων τεχνολογιών. Ο κατάλογος αυτών των ανθρώπων περιελάμβανε επίσης τον επικεφαλής της Προεδρίας των Τουρκικών Αμυντικών Βιομηχανιών Ισμαήλ Ντεμίρ και τον διευθύνοντα σύμβουλο της Turkish Aerospace Limited (TAI), Τεμίρ Κοτίλ.

Το Πακιστάν μεταφέρει ταχέως τις τεχνολογίες πυραύλων στην Τουρκία και Πακιστανοί επιστήμονες βοηθούν την Τουρκία να αναπτύξει την ικανότητά της στην παραγωγή πυραύλων. Πολλοί Πακιστανοί επιστήμονες εργάζονται επί του παρόντος με την Τουρκία για να ενισχύσουν τις βαλλιστικές και πυρηνικές δυνατότητές της, εκτιμούν διάφοροι αναλυτές. Λειτουργώντας ως μεσάζοντας στις μεταφορές πυραυλικών τεχνολογιών μεταξύ χωρών, το Πακιστάν παραβίασε, σύμφωνα με ΜΜΕ της Ινδίας, με έμμεσο τρόπο το καθεστώς ελέγχου τεχνολογίας πυραύλων (MTCR) και τους κανόνες μη διάδοσης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ και δεκαετίες το Πακιστάν ήταν ο πυρήνας της «μαύρης αγοράς πυρηνικών» και η Τουρκία συμβάλλει στις επιχειρήσεις του Πακιστάν. Η μαύρη αγορά πυρηνικών του Πακιστάν, με επικεφαλής τον Αμπτούλ Κουαντίρ Χαν, βοήθησε πολλές χώρες να μοιραστούν τεχνολογίες πυραύλων. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Στρατηγικών Μελετών, οι τουρκικές εταιρείες βοήθησαν τον Κουαντίρ Χαν του Πακιστάν να επιδοθεί στην επιχείρηση πυρηνικών τεχνολογιών για να εισάγει κρυφά υλικά από την Ευρώπη και να εξάγει τα τελικά προϊόντα σε χώρες όπως η Λιβύη, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.

Στο βάθος η Κίνα

Mια άλλη εξέλιξη που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρηση είναι οι δεσμοί του άξονα Κίνας-Πακιστάν-Ιράν-Τουρκίας μέσω του λεγόμενου «Νέου Δρόμου του Μεταξιού». Οι κυβερνήσεις της Τουρκίας, του Ιράν και του Πακιστάν θα αναβιώσουν μια διακρατική σιδηροδρομική υπηρεσία που θα συνδέει την Κωνσταντινούπολη, την Τεχεράνη και την Ισλαμαμπάντ το 2021. Ο διεθνικός σιδηρόδρομος ITI αναμένεται να ενισχύσει τη συνδεσιμότητα με την πρωτοβουλία Belt and Road Initiative της Κίνας (BRI) παρέχοντας σιδηροδρομική σύνδεση μεταξύ Κίνας και Τουρκίας, σύμφωνα με το Nikkei Asia.

Οι ρίζες αυτού του μεγάλου έργου βρίσκονται στην ITI Container Train Service, που ξεκίνησε το 2009 υπό την αιγίδα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας (ΕCO). Η ECO είναι ένας 10μελής πολιτικός και οικονομικός διακυβερνητικός οργανισμός, που ιδρύθηκε το 1985 από το Ιράν, το Πακιστάν και την Τουρκία. Ωστόσο, η υπηρεσία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων έφτασε μέχρι τις δοκιμές και δεν ήταν ποτέ πλήρως λειτουργική. Ωστόσο, οι τρεις χώρες σχεδίαζαν πάντα να παρακολουθούν τα αρχικά εμπορευματικά τρένα με τις υπηρεσίες επιβατών. Η τεράστια διαδρομή εκτείνεται σε 6.540 χλμ. – περισσότερο από το ένα έκτο της παγκόσμιας περιφέρειας. Περίπου 1.950 χλμ. διαδρομής βρίσκονται στην Τουρκία, 2.600 χλμ. στο Ιράν και άλλα 1.990 χλμ. στο Πακιστάν. Το ταξίδι από την Κωνσταντινούπολη στην Ισλαμαμπάντ θα διαρκέσει δέκα ημέρες – πολύ πιο γρήγορα από τις 21 ημέρες διά θαλάσσης μεταξύ Τουρκίας και Πακιστάν.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα36 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή