Διεθνή
Αντί για διερευνητικές, να κάνουμε τα ελληνοτουρκικά ευρωτουρκικά
Γιάννης Βαληνάκης
Φτάσαμε πλέον στην επανέναρξη των διερευνητικών επαφών εν μέσω ωμότατης επανάληψης του casus belli διά στόματος Τσαβούσογλου, ακόμη και μέσα από τις Βρυξέλλες.
Προκλητική υπό τέτοιες συνθήκες και η εκκωφαντική αφωνία οργάνων της ΕΕ (και του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών), αλλά και η ψιθυριζόμενη προετοιμασία απονομής «πιστοποιητικών» τουρκικής «ευρω-φροσύνης» και «νατο-φροσύνης» και ξηλώματος των (ήδη αδύναμων) κυρώσεων. Μετά από όσα έγιναν, τι στρατηγικό συμφέρον έχει η Ελλάδα να σπεύσει με τέτοια «πρεμούρα» να χαρίσει ένα ακόμη σωσίβιο στον Ερντογάν; Και κυρίως, γιατί να αφήνεται από την ΕΕ να αντιμετωπίσει μόνη την Τουρκία, όταν μπορεί με αλλαγή στρατηγικής να μετατρέψει τον διάλογο για τις θαλάσσιες ζώνες σε (πολύ ασφαλέστερη) ευρωτουρκική διαδικασία;
Υπάρχει στη χώρα μας μια γενική συναίνεση γύρω από τη διαπίστωση ότι η νέα συμπεριφορά («σκωτσέζικο ντους») της Τουρκίας είναι εντελώς προσχηματική. Για τους περισσότερους Έλληνες και Ελληνίδες ο Ερντογάν επιχειρεί με κυνικούς ελιγμούς να αποφύγει/«ξεδοντιάσει» αμερικανικές κυρίως κυρώσεις, και να εξασφαλίσει οικονομικά οφέλη -άλλοτε εκβιάζοντας και άλλοτε υποσχόμενος συμφωνίες- και τον πολιτικό διχασμό της ΕΕ, γελοιοποιώντας παράλληλα και τις (θεωρητικά πιθανές) κυρώσεις της. Ο Τούρκος Πρόεδρος κινείται παντού με σχέδιο αλλά και ενστικτώδη τακτικισμό και ψάχνει, πιεσμένος από εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες, διεξόδους, τόσο με την ΕΕ και φιλικά κράτη-μέλη της να αναστήσει την ενταξιακή της προοπτική, όσο και να αποκαταστήσει τις τρωθείσες σχέσεις με τις ΗΠΑ ενόψει της νέας διακυβέρνησης Μπάιντεν. Ψάχνει ουσιαστικά για σωσίβια κι εδώ ο ρόλος της Ελλάδας δεν είναι ευκαταφρόνητος— εφόσον βέβαια κινηθεί με «έξυπνο» σχεδιασμό.
Οι στρατηγικοί μας στόχοι και συμφέροντα απέναντι στην γείτονα συνοψίζονται ως εξής:
- Δεν επιθυμούμε την κλιμάκωση αλλά δεν αποδεχόμαστε και μειώσεις ή απώλεια των δικαιωμάτων μας
- Είμαστε φυσικά ως θέμα αρχής υπέρ του διαλόγου, όμως (θα έπρεπε να) έχουμε πλήρη συνείδηση ότι δεν συζητάμε με τη Δανία. Ξεκινάμε ξανά —δυστυχώς χωρίς οποιαδήποτε διασφάλιση—ένα διάλογο με μιά χώρα που ιδίως μετά το 2016 (που διακόπηκαν οι διερευνητικές) απασφάλισε σε επιθετικότητααμφισβητώντας τα ιερά και όσια της διεθνούς ειρήνης και τάξης (στοχεύοντας σε αναθεώρηση θεμελιωδών και ιστορικών Συνθηκών Ειρήνης (Λωζάνης 1923 , έμμεσα και Παρισίων 1947, κ.ά. ).
Κατά συνέπεια ένας διάλογος έχει νόημα αν βασίζεται στις γενικά αποδεκτές βασικές αρχές. Αν δηλ. είναι διάλογος ευρωπαικής καλής γειτονίας, δηλ.:
- με ευρωπαικούς όρους, κανόνες και εγγυήσεις
- με την ασφαλέστερη δυνατή διαδικασία
- στην πλέον κατάλληλη και συμφέρουσα στιγμή.
Α. Γιατί βιαζόμαστε τόσο πολύ να βοηθήσουμε τον Ερντογάν;
Ένα πρώτο ερώτημα είναι λοιπόν γιατί τέτοια βιασύνη; Είναι η σημερινή η πλέον κατάλληλη συγκυρία; Και άρα τι έχουμε να χάσουμε αν απαντούσαμε ότι στις διερευνητικές θα ξαναπάμε, αφού πρώτα αποφασίσει η ΕΕ το πλαίσιο των ευρωτουρκικών σχέσεων, μέσα στο οποίο θα εντάξουμε κι εμείς τα ελληνοτουρκικά;
Να γιατί μια αναβολή έναρξης των διερευνητικών μέχρι να αποφασίσει η ΕΕ τον Μάρτιο θα ήταν ασφαλώς πιο συμφέρουσα:
1) Την επιβάλλουν πρώτα-πρώτα λόγοι στοιχειώδους λογικής και εθνικής αξιοπρέπειας: όταν κάποιος σου παραβιάζει ωμά και επί 4μηνο τα δικαιώματά σου και πιέζεις για κυρώσεις τους τρίτους, δεν τρέχεις άρον-άρον να τον αγκαλιάσεις..
2) Την λογική αυτή ολιγόμηνη αναβολή θα αναγκάζονταν (παρ’ όλο που δεν τους βολεύει) να αποδεχθούν και οι εταίροι μας (κι αυτοί μιλούν για ανάγκη συνέπειας στην τουρκική στάση και βέβαια δεν την βλέπουν, όσο κι αν εθελοτυφλούν), αλλά και οι ΗΠΑ
3) Η Τουρκία βρίσκεται σε πορεία καθημερινής εξασθένησης λόγω των πολλαπλών πιέσεων στην οικονομία της με αρνητικές συνέπειες και πάνω στην παντοδυναμία και πολιτική ισχύ του Ερντογάν
4) Διανοίγεται μπροστά μας ένα ευνοϊκό γύρισμα σελίδας στην αμερικανική στάση (αντικατάσταση Τραμπ, σκληρές κυρώσεις λόγω S-400, δίκη Halkbank κ.λπ) και ξεκίνησαν ήδη αυξητικά έντονες πιέσεις στον Ερντογάν (χωρίς να παρασυρόμαστε πάντως σε υπερβολικό ενθουσιασμό).
5) Να αποκρυσταλλώσουμε επιτέλους με σοβαρότητα τις θέσεις μας (και να τις απεικονίσουμε στους αντίστοιχους χάρτες) για τις θαλάσσιες ζώνες που δικαιούμαστε/ διεκδικούμε. Είναι πρωτοφανές να πηγαίνουμε σε διάλογο με ασάφειες σχετικά με τα συγκεκριμένα δικαιώματα και διεκδικήσεις μας.
Στον νόμο για τα 12 ν.μ. στο Ιόνιο, η Ελλάδα επιτέλους υιοθέτησε (άριστα ποιούσα) κλείσιμο κόλπων και ευθείες γραμμές βάσης αυξάνοντας έτσι το τελικό αποτέλεσμα επέκτασης περίπου κατά 30%. Άρα λογικά (κατά την επίσημη θέση), ίδια θα πρέπει να είναι και η βάση της εθνικής χαρτογράφησης και στη Μεσόγειο (νότια της Κρήτης αλλά και της γραμμής Κρήτης-Ρόδου-Καστελόριζου), αλλά και στο Αιγαίο όπου μάλιστα διάφορες τεχνικές μπορούν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την εθνική κυριαρχία. Αντί ορισμένοι λάτρεις του διαλόγου να μιλούν για ελληνικές «υπερβολές» («δεν είναι ελληνική λίμνη το Αιγαίο»), ας τα δουν έστω και ως διαπραγματευτικά χαρτιά.
Ένα άλλο εκκρεμές ερώτημα είναι εδώ το ποιες ακριβώς ζώνες διεκδικούμε (έχουμε παραιτηθεί από τη διεκδίκηση και άλλων που προβλέπονται από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας;) Ποιός είναι τελικά ο χάρτης με τις θαλάσσιες ζώνες μας με τον οποίο προσερχόμαστε στον διάλογο; (με τη λογική επεξήγηση βέβαια ότι σε μια διαπραγμάτευση με άλλα κράτη δεν επιτυγχάνεις ποτέ το 100% των διεκδικήσεών σου… )
6) Να προβούμε σε διορθωτικές κινήσεις τακτικής και σε διπλωματική εκστρατεία ενημέρωσης όπου υστερούμε δραματικά.
7) Ο κυριότερος όμως λόγος είναι ότι διαμορφώνεται ενόψει της συνόδου κορυφής του Μαρτίου μία οιονεί νέα σχέση ΕΕ-Τουρκίας, στη συν-διαμόρφωση της οποίας πρέπει οπωσδήποτε να πρωταγωνιστήσουμε.
Ενδοευρωπαϊκά εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο μια σύγκρουση ανάμεσα στους υποστηρικτές της (λίγο-πολύ συνέχισης της) ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας και των οπαδών της ειδικής σχέσης.
Η πρώτη ανοίγει σημαντικότατες δυνατότητες να μετατρέψουμε πραγματικά τα ελληνοτουρκικά σε ευρωτουρκικά (βλ.παρακάτω).
Η δεύτερη είναι εξαιρετικά επικίνδυνη γιατί μόνο οφέλη προσφέρει στην Άγκυρα και ουσιαστικά κανέναν πολιτικό όρο (σε εξωτερική συμπεριφορά, ανθρώπινα διώματα κ.λπ.).
Αν και προοπτικά το πιθανότερο είναι ένας συμβιβασμός κάπου στη μέση με σταδιακή μετακύλιση της πρώτης προς την δεύτερη, η Ελλάδα πρέπει με σχέδιο και επιμονή (στην ανάγκη και με έντεχνες απειλές βέτο) να καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να κάνει μόνη της διάλογο με μια Τουρκία που απειλεί τα ευρωπαϊκά σύνορα, τόσο με την στρατιωτική προσβολή τους, όσο και με διά «διαπραγματεύσεων» αναθεώρησή τους. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος της νέας στρατηγικής μας: Τα ελληνοτουρκικά είναι θέμα προσβολής ευρωπαϊκών συνόρων και για αυτό απαιτείται η εκ μέρους της ΕΕ αταλάντευτη στήριξή μας στην μη-αναθεώρηση των υπαρχόντων αλλά και στην οριοθέτηση των νέων στη θάλασσα.
Που πρακτικά σημαίνει: Η Ελλάδα (και τουλάχιστον η Κύπρος) θα μπλοκάρουν εφεξής οποιαδήποτε βελτίωση σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας, χωρίς προηγουμένως να έχει διαμορφωθεί ένα σαφές πλαίσιο ασφάλειας (ευρωπαϊκοί όροι, κανόνες και εγγυήσεις) για τον διάλογο που μάλιστα θα γίνει πλέον (όπως θεσμικά προβλέπεται) από την Κομισιόν με διαδικασία και κανόνες ενταξιακών διαπραγματεύσεων (Κεφάλαιο 13 περί Αλιείας).
Εδώ ακριβώς έρχεται να δέσει και η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Β. Ποιο είναι ασφαλέστερο πλαίσιο διαλόγου;
Ποιο είναι πράγματι το ασφαλέστερο πλαίσιο διαλόγου για την Ελλάδα: μόνοι με την Τουρκία ή στο πλαίσιο των ευρωτουρκικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων; Δηλ. οι γνωστές διερευνητικές ή το να επαναφέρουμε τα ελληνοτουρκικά στο ευρωτουρκικό πλαίσιο; Πώς;
- Βελτιώνοντας, πρώτον, τα ήδη κεκτημένα του παρελθόντος ως προς τις θέσεις της ΕΕ για τα ελληνοτουρκικά (ξεκινώντας από το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο ΕΕ-Τουρκίας 2005 και το ευρωπαϊκό κεκτημένο της υποχρεωτικής προσχώρησης μιας υποψήφιας χώρας π.χ. στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας κ.λπ. ως όρων) που δυστυχώς κατρακύλησαν σε επικίνδυνη αοριστία στις τελευταίες Συνόδους Κορυφής.
- Αίροντας το μέχρι σήμερα βέτο μας στο Κεφ.13 (Αλιεία και κατ’ επέκταση θαλάσσιες ζώνες) των ενταξιακών και προτάσσοντας το άνοιγμά του ως όρου για οποιαδήποτε κίνηση βελτίωσης της ΕΕ προς την Άγκυρα, η Ελλάδα θα έκανε, διαδικαστικά τουλάχιστον, μια πραγματική κίνηση ματ: Αντί (όπως σήμερα) να έχει μείνει μόνη απέναντι σε μια πολεμοχαρή Αγκυρα και οι εταίροι της ποντιοπιλατικά να δρέπουν τους καρπούς της συνεννόησης με τον Ερντογάν, να εγκλωβίσει την ΕΕ στην θεσμικά αναγκαστική διαπραγμάτευση Κομισιόν-Τουρκίας των θαλασσίων ζωνών μας (κατ’ επέκταση και των ελληνοτουρκικών) ως απαρέγκλιτης προϋπόθεσης για οποιαδήποτε πρόοδο στις σχέσεις ΕΕ- Τουρκίας. Η Τουρκία παρακάλεσε πρόσφατα για άνοιγμα κεφαλαίων. Απομένει λοιπόν ο «έξυπνος» από μέρους μας αυτο-εγκλωβισμός της (αλλά και των υποκριτών εταίρων μας)…
Οι τελευταίες έμμεσες αναφορές του Νίκου Δένδια στο ευρωπαϊκό κεκτημένο δείχνουν να έχει γίνει αντιληπτή η (περισσότερα υποσχόμενη) διαφορά προοπτικής που ανοίγεται για τα εθνικά μας συμφέροντα από μια άλλη στρατηγική. Θα ολοκληρωθεί άραγε η διόρθωση πορείας ή θα συνεχίσουμε πιστεύοντας ότι τα προβλήματα με τον Ερντογάν θα λυθούν με το μαγικό ραβδί της ρομαντικής υπεραισιοδοξίας μας;
Ο Γιάννης Βαληνάκης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.
cnn.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

