Διεθνή
Αυτό είναι το πλήρες κείμενο της απόφασης του Λιβυκού Δικαστηρίου που ακυρώνει το τουρκολυβικό μνημόνιο
Κράτος της Λιβύης
Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης
Εις το Όνομα του Πολυελέου και Οικτίρμονος Θεού
Εν ονόματι του Λαού
Το Τμήμα Διοικητικών Υποθέσεων του Εφετείου της Al-Bayda, στη συνεδρίαση που έλαβε χώρα δημόσια, στην έδρα του Εφετείου της Al-Bayda, τη Δευτέρα, 14 Jumada Al-Awal, 1442Εγίρας, που αντιστοιχεί στις 28.12.2020, υπό την προεδρία του Anwar Attia Ismail και με μέλη τους κ.κ. Khaled AbdullahBouzid και Fawzia Shoaib Al-Hasnouni, παρουσία του κ. FarajAl-Qumati, Εκπροσώπου της Γενικής Εισαγγελίας και του Γραμματέα Hatem El-Sawi εξέδωσε την παρακάτω απόφαση στη διοικητική αγωγή, καταχωρηθείσα στο Γενικό Πρωτόκολλο με αριθμό 199/2019, που ασκήθηκε από:
1- τον κ. Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, υπό την ιδιότητά του,
2- τον Προϊστάμενο της Αρχής Διοικητικού Ελέγχου, υπό την ιδιότητά του και
3- τον κ. Πρωθυπουργό της Προσωρινής Λιβυκής Κυβέρνησης, τους οποίους εκπροσωπεί η Διεύθυνση Αγωγών Al-Jabal Al-Akhdar,
Κατά:
1- του κ. Προέδρου του Συμβουλίου Προεδρίας της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας, υπό την ιδιότητά του
2- του κ. Πληρεξούσιου Υπουργού Εξωτερικών της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας και
3- του κ. Πληρεξούσιου Υπουργού Εσωτερικών της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας,
τους οποίους εκπροσωπεί η Διεύθυνση Αγωγών Al-Bayda
Προσβάλλοντας :
Τα δύο Μνημόνια Συνεννόησης μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης [Εθνικής] Συμφωνίας, το μεν πρώτο για τον καθορισμό των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο, το οποίο υπεγράφη στην τουρκική πόλη Ιστανμπούλ με ημερομηνία 27.11.2019, το δε δεύτερο με θέμα τη συνεργασία [στον τομέα] της ασφάλειας και τη στρατιωτική συνεργασία, που υπεγράφη στην τουρκική πόλη Ιστανμπούλ με ημερομηνία 27.11.2019.
Τα Αιτήματα :
Πρώτον: Να γίνει επειγόντως δεκτή η προσφυγή ως προς τον τύπο, καθότι έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση των δύο προσβαλλομένων αποφάσεων (Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης [Εθνικής] Συμφωνίας για τον καθορισμό των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο και Μνημόνιο Συνεργασίας για τη συνεργασία [στον τομέα της]ασφάλειας και τη στρατιωτική συνεργασία, που υπεγράφησανστην τουρκική πόλη Ιστανμπούλ με ημερομηνία 27.11.2019).
Δεύτερον: Επί της ουσίας και ως κύριο αίτημα, να κριθούνα νυπόστατες οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις (το Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας σχετικά με τον καθορισμό των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο και το Μνημόνιο Συνεννόησης για τη συνεργασία [στον τομέα της]ασφάλειας και τη στρατιωτική συνεργασία, που υπεγράφησαν στην τουρκική πόλη Ιστανμπούλ με ημερομηνία 27.11.2019), καθότι υπεγράφησαν από αναρμόδιους. Προληπτικά δε να ακυρωθούν αυτές [οι αποφάσεις] ως παράνομες.
Τρίτον: Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους καθ’ ων η προσφυγή.
Περιστατικά:
Τα περιστατικά της αγωγής συνοψίζονται στο ότι οι προσφεύγοντες την ήγειραν με δικόγραφο για το οποίο καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη, υπογεγραμμένο από την υπεράσπισή τους, που καταχωρήθηκε μαζί με φάκελο πιστοποιητικών στις 30.12.2019. Σε αυτό αναφέρεται ότι ο δεύτερος και ο τρίτος των καθ’ ων η προσφυγή, υπό την ιδιότητά τους, βάσει οδηγιών και υπό την επίβλεψη του πρώτου καθ’ ου, υπέγραψαν στις 27.11.2019 δύο Μνημόνια Συνεννόησης με την τουρκική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών και τον Τούρκο Υπουργό Άμυνας, το πρώτο για τον καθορισμό των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο και το δεύτερο για την ασφάλεια και τη στρατιωτική συνεργασία.
Αυτές οι σοβαρές αποφάσεις αποτέλεσαν παραβίαση της Συνταγματικής Διακήρυξης και της ίδιας της Πολιτικής Συμφωνίας και σφετερίζονται την εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Προσωρινής Κυβέρνησης, η οποία έχει λάβει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η πράξη δεν υπεβλήθη στον τρίτο προσφεύγοντα, σύμφωνα με τον Ν. 20/2013 περί διοικητικού ελέγχου.
Η αναγνώριση από το τουρκικό κράτος της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας, η οποία δεν έλαβε την εμπιστοσύνη της Βουλής των Αντιπροσώπων και δεν σχηματίστηκε σύμφωνα με τον νόμο, είχε ως στόχο να πιέσει [την κυβέρνηση αυτή] και να αποκομίσει οφέλη, να δεσμεύσει το λιβυκό κράτος με υποχρεώσεις και να έχει [το τουρκικό κράτος] το ελεύθερο στα εδάφη της Λιβύης και τα χωρικά της ύδατα, εκμεταλλευόμενο το χάος και την αστάθεια στη χώρα με πρόσχημα τις δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις.
Το γεγονός αυτό απαιτεί την παρέμβαση της Δικαιοσύνης,προκειμένου να προστατευθούν η χώρα και τα συμφέροντά της και να λάβει τέλος η παραβίαση των συνόρων και των πόρων της, σύμφωνα με το Άρθρο 9 της Συνταγματικής Διακήρυξης, το οποίο ορίζει ότι καμία πράξη ή απόφαση δεν έχει ασυλία από τη δικαστική εποπτεία.
Η βασική αρχή είναι ότι τα Διοικητικά Δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκδίκαση όλων των προσφυγών που ασκούνται κατά των πράξεων και αποφάσεων της Διοικητικής Αρχής. Οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν θεωρούνται κυριαρχικές πράξεις για διάφορους λόγους, με σημαντικότερο το γεγονός ότι οι καθ’ ων δεν έχουν τη νόμιμη αρμοδιότητα που τους επιτρέπει να προβαίνουν σε πράξεις [που αφορούν ζητήματα] κυριαρχίας. Οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν νομικά ελαττώματα στις δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις, σε πολλές πτυχές, υποστηρίζοντας ότι:
Πρώτον: Οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι ανυπόστατες διότι παραβιάζουν τον νόμο. Αυτό έγκειται στην παραβίαση του άρθρου 1/4 της Πολιτικής Συμφωνίας, που ορίζει τη θητεία της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας σε ένα έτος, από την ημερομηνία που θα λάβει την εμπιστοσύνη της Βουλής των Αντιπροσώπων. Σε περίπτωση που δεν ολοκληρωθεί το Σύνταγμα κατά τη διάρκειά της, η θητεία αυτή ανανεώνεται για ένα επιπλέον έτος και μόνο. Σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, η εντολή της Κυβέρνησης Συμφωνίας έληξε από τις 14 Φεβρουαρίου 2018, γεγονός που καθιστά τα δύο Μνημόνια Συνεννόησης υπογεγραμμένα από αναρμόδια άτομα. Οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις αντιτίθενται επίσης και στο όγδοο άρθρο της Πολιτικής Συμφωνίας, καθότι τα δύο Μνημόνια Συνεννόησης δεν υποβλήθηκαν στο Υπουργικό Συμβούλιο και δεν κυρώθηκαν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Οι δύο αποφάσεις αντιτίθενται στο Άρθρο 32 της Πολιτικής Συμφωνίας που επιβάλλει την προστασία του φυσικού πλούτου και των εθνικών πόρων [της χώρας] και την μη εμπλοκή τους σε οποιαδήποτε διαμάχη. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αντιτίθενται επίσης στο άρθρο 26 του προαναφερόμενου Ν. 20/2013.
Η δεύτερη πτυχή είναι ότι οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις παρουσιάζουν σοβαρό πρόβλημα έλλειψης αρμοδιότητας και τούτο διότι παραβιάζουν το άρθρο 17 της Συνταγματικής Διακήρυξης, το οποίο παρείχε την αρμοδιότητα των πράξεων που σχετίζονται με συμφωνίες με ξένες πλευρές, καθώς και όσων σχετίζονται με την εθνική κυριαρχία, στο Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο ή σε όποιο [Όργανο] το αντικαταστήσει, ήτοι στο σημερινό Κοινοβούλιο, ενώ η εκτελεστική εξουσία δεν έχει καμία αρμοδιότητα σε αυτά τα θέματα. Ως εκ τούτου, οι καθ’ ων δεν έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε συνεννοήσεις ή συμφωνίες που επηρεάζουν το ύψιστο συμφέρον του κράτους.
Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έρχονται επίσης σε αντίθεση με το ψήφισμα 5/2014 της Βουλής των Αντιπροσώπων, βάσει του οποίου η Βουλή ασκεί τις εξουσίες του Προέδρου του Κράτους, γεγονός που καθιστά τους καθ’ ων σφετεριστές της εξουσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι καθ’ ων λογίζονται ως απλά άτομα, που δεν έχουν την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού, καθότι η Πολιτική Συμφωνία δεν προσαρτήθηκε στη Συνταγματική Διακήρυξη και η Κυβέρνηση [Εθνικής] Συμφωνίας δεν έχει λάβει την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου, αλλά επέβαλε την παρουσία της ως τετελεσμένο γεγονός.
Οι προσφεύγοντες στήριξαν το επείγον αίτημα αναστολής της εκτέλεσης των δύο προσβαλλομένων αποφάσεων στο στοιχείο της σοβαρότητας, υποστηρίζοντας ότι αυτή η προσφυγή έχει τις νομικές βάσεις που θα οδηγήσουν στο ανυπόστατο των δύο προσβαλλομένων αποφάσεων. Επίσης, το στοιχείο του επείγοντος υφίσταται διότι η εκτέλεση των δύο αποφάσεων θα επέφερε παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και θα είχε δυσμενείς συνέπειες, που βλάπτουν και αποδυναμώνουν το κράτος και το εμπλέκουν σε διεθνή προβλήματα. Επίσης, διότι αυτά τα μνημόνια τίθενται σε εφαρμογή μόλις εγκριθούν από το Τουρκικό Κοινοβούλιο.
Διαδικασία
Οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν στις 27.11.2019. Στις 30.12.2019 ο Δικηγόρος της Διεύθυνσης Αγωγών, κ. Ali Bougrassa, που εκπροσωπεί νόμιμα τους προσφεύγοντες,κατέθεσε το δικόγραφο της προσφυγής στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου, μαζί με τέσσερα αντίγραφα αυτού. Κατέθεσε επίσης έναν φάκελο πιστοποιητικών, τα περιεχόμενα του οποίου ήταν σημειωμένα στο εξώφυλλό του και τέσσερα αντίγραφα αυτού.
Στις 6.1.2020 εκδόθηκε η απόφαση για το επείγον αίτημα, περί αναστολής της εκτέλεσης των δύο προσβαλλομένων αποφάσεων, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Στις 23.1.2020 η Γενική Εισαγγελία κατέθεσε υπόμνημα στο οποίο αποφάνθηκε ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδια να εκδικάσουν την αγωγή.
Με ημερομηνία 23.2.2020, ο αρμόδιος δικαστής αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση για συζήτηση,κατέθεσε συνοπτική έκθεση και όρισε την δικάσιμο της 16.3.2020 για εξέταση της υπόθεσης. Το δικαστήριο δεν συνεδρίασε λόγω έκδοσης απόφασης από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο να ανασταλούν οι εργασίες εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού. Μετά το τέλος του διαστήματος αναστολής εργασιών, ο πρόεδρος της Δικαστικής Περιφέρειας όρισε τη δικάσιμο της 23.11.2020 για εξέταση της αγωγής.
Στην καθορισμένη συνεδρίαση παρέστη ο κ. Hussein Saleh,δικηγόρος στη Διεύθυνση Αγωγών, εκπροσωπώντας τους προσφεύγοντες, και η κα Ibtisam Amrage από τη Διεύθυνση Αγωγών, εκπροσωπώντας τους καθ’ ων η προσφυγή. Ο δικηγόρος των προσφευγόντων παρέπεμψε στο δικόγραφο της προσφυγής και στα αιτήματα που περιέχονται σε αυτό και ζήτησε να ορισθεί δικάσιμος για έκδοση της απόφασης.
Η δικηγόρος των εναγομένων υπέβαλε υπόμνημα υπεράσπισης, στο οποίο κατέληξε σε αίτημα απόρριψης της προσφυγής λόγω έλλειψης νομικής βάσης και ζήτησε να ορισθεί δικάσιμος για έκδοση της απόφασης. Ο εκπρόσωπος της Εισαγγελίας παρέπεμψε στο υπόμνημα που κατέθεσε στον φάκελο της αγωγής. Το δικαστήριο όρισε τη σημερινή δικάσιμο για έκδοση της απόφασης, η οποία εκδόθηκε για τους ακόλουθους λόγους:
Αιτιολογία
[Το Δικαστήριο] κατόπιν μελέτης της δικογραφίας, ανάγνωσης της συνοπτικής έκθεσης και ακρόασης της αγόρευσης σκέφθηκε κατά το Νόμο
– Όσον αφορά το συμπέρασμα της Εισαγγελίας ότι τα διοικητικάδ ικαστήρια δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδια να εξετάσουν την προσφυγή, με τον ισχυρισμό ότι ολόκληρη η προσφυγή αποτελεί συνταγματική υπόθεση, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, [το δικαστήριο κρίνει] ότι είναι εσφαλμένο, διότι το δικαστήριο αποφάσισε για το τυπικό της υπόθεσης όταν εξέτασε το επείγον σκέλος της προσφυγής, στο οποίο η Εισαγγελία ανέθεσε την υπόθεση στο δικαστήριο.
Το δικαστήριο παραπέμπει στο αιτιολογικό της απόφασης που εκδόθηκε στο επείγον σκέλος, σχετικά με τον τύπο, καθότι αποφάσισε να δεχθεί την προσφυγή κατά τύπον στη συνεδρίαση της 6.1.2020. Αυτή είναι οριστική απόφαση όσον αφορά τα πρωταρχικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την αρμοδιότητα του δικαστηρίου και την αποδοχή κατά τύπον της υπόθεσης, που δεσμεύουν [το Δικαστήριο] όταν αυτό κρίνει επί της ουσίας.
Επιπλέον, τα όρια των εξουσιών του κράτους,όσον αφορά το ζήτημα της κυριαρχίας και το καθιερωμένο συνταγματικά δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη συνάγονται από τη σωστή κατανόηση των συνταγματικών διατάξεων. Η κατανόηση των συνταγματικών διατάξεων δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο δικαστικό όργανο και διαφέρει από την εκδίκαση συνταγματικής υπόθεσης, που αδιαμφισβήτητα αποτελεί αρμοδιότητα του Συνταγματικού Τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου. Για τα θέματα αυτά μεριμνά το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως μεριμνά και για τη νομική αρμοδιότητα που έχει θεσπιστεί για τα Διοικητικά Δικαστήρια, γεγονός που συμβαδίζει με τη φύση του έργου της διοικητικής δικαιοσύνης.
– Όσον αφορά το αίτημα του δικηγόρου των καθ’ ων η προσφυγή να απορριφθεί η αγωγή, με τον ισχυρισμό ότι η Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας είναι η εκτελεστική αρχή,σύμφωνα με τη Συμφωνία της Skhirat, και ότι η σύναψη μνημονίων συνεννόησης και συμφωνιών εμπίπτει στην αρμοδιότητά της, καθότι χαίρει διεθνούς αναγνώρισης και διεθνούς νομιμότητας, υποστηρίζοντας ότι τα δύο μνημόνια συνεννόησης είναι απλές συμφωνίες που τίθενται σε ισχύ μόλις υπογραφούν, [το Δικαστήριο κρίνει] ότι δεν είναι βάσιμο, επειδή «Συνθήκη» σύμφωνα με τον ορισμό στη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών στο Πρώτο Μέρος, άρθρο 2 είναι:
«διεθνής συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ κρατών σε γραπτή μορφή, η οποία ρυθμίζεται από το διεθνές δίκαιο, είτε αυτή περιλαμβάνεται σε ένα έγγραφο, είτε σε δύο σχετιζόμενα ή σε περισσότερα έγγραφα, όποια κι αν είναι η ειδική της ονομασία».
Ως εκ τούτου, και εφόσον τα δύο γραπτά μνημόνια συνεννόησης επιφέρουν υποχρεώσεις στο κράτος της Λιβύης, που μπορούν να επηρεάσουν την εθνική και οικονομική της ασφάλεια, αποτελούν συνεπώς Συνθήκη, όποια και αν είναι η ονομασία που τους έχει δοθεί.
Επιπρόσθετα, η Πολιτική Συμφωνία που υπεγράφη στις 17 Δεκεμβρίου του 2015 ήταν στην πραγματικότητα ένα σχέδιο για την τροποποίηση της Συνταγματικής Διακήρυξης και για την προσάρτηση [στη διακήρυξη] των αρχών και των άρθρων που περιέχονται στη συμφωνία αυτή.
Το άρθρο 1/4 ορίζει ότι «η θητεία της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας διαρκεί ένα έτος από την ημερομηνία που θα λάβειτην εμπιστοσύνη της Βουλής των Αντιπροσώπων». Το τρίτο άρθρο της Συμφωνίας ορίζει ότι «ο Πρωθυπουργός, εντός διαστήματος ενός μήνα το πολύ από την έγκριση αυτής της Συμφωνίας, υποβάλλει πλήρη κατάσταση με τα μέλη της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας που έχουν συμφωνηθεί και το πρόγραμμα εργασιών της στη Βουλή των Αντιπροσώπων, προκειμένου να εγκριθεί πλήρως [από τη Βουλή], να λάβει την εμπιστοσύνη και να εγκριθεί το πρόγραμμά της, σύμφωνα με τις νομικά καθορισμένες διαδικασίες, εντός διαστήματος που δεν θα υπερβαίνει τις δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της [κατάστασης] στη Βουλή». Το δε άρθρο 12 ορίζει ότι:
«τη νομοθετική εξουσία στο κράτος κατά τη μεταβατική φάση αναλαμβάνει το Κοινοβούλιο που εξελέγη τον Ιούνιο του 2014 και ασκεί τις εξουσίες του, σύμφωνα με τη Συνταγματική Διακήρυξη και την τροποποίησή της διά της παρούσαςσυμφωνίας».
Επομένως, απαραίτητα [βήματα] για να αρχίσει τις εργασίες του το Συμβούλιο της Προεδρίας και η Κυβέρνησή του είναι η τροποποίηση της Συνταγματικής Διακήρυξης, έτσι ώστε να περιλαμβάνει την Πολιτική Συμφωνία και –σύμφωνα πάλι με την Πολιτική Συμφωνία– η εξασφάλιση της εμπιστοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων προς την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας .
Η Βουλή δεν έχει ακόμη τροποποιήσει τη Συνταγματική Διακήρυξη και δεν έχει εκδώσει κάτι που να αναφέρει ότι η Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας έλαβε την εμπιστοσύνη της. Συνεπώς η Πολιτική Συμφωνία παραμένει ως είχε, ένα σχέδιο που δεν επιφέρει νομικά αποτελέσματα και από το οποίο δεν προκύπτουν νόμιμες αρμοδιότητες.
Το γεγονός ότι ο δεύτερος και ο τρίτος καθ’ ων η προσφυγή περιγράφονται ως πληρεξούσιοι υπουργοί δεν ωφελεί, διότι από τον νόμο και το δεδικασμένο ορίζεται ότι η εξουσιοδότηση έχει καθορισμένη διάρκεια και πρέπει να διευκρινίζει ποια θέματα αφορά και τις βάσεις στις οποίες στηρίζεται.
Η εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων δεν συμπεραίνεται ούτε συνάγεται με εργαλεία λογικής επαγωγής, τα οποία δεν την ορίζουν ρητά και δεν οδηγούν σε αυτήν με βεβαιότητα, καθότι είναι ανάθεση εξουσίας και μετατόπιση αρμοδιότητας, επομένως πρέπει να λαμβάνει μορφή κατηγορηματικής βούλησης, ώστε ο εξουσιοδοτημένος υπάλληλος να ασκεί την αρμοδιότητα ως δική του.
Έχει ορισθεί επίσης ότι η εξουσιοδότηση γίνεται μόνο ως προς ένα μέρος [των αρμοδιοτήτων], καθότι δεν νοείται να μεταβιβάζει ο ένας λειτουργός σε άλλον όλες τις εξουσίες του, διότι με αυτό υπερβαίνει την εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων στην παραχώρηση της ίδιας της εξουσίας. Μια τέτοια πράξη δεν επιτρέπεται από το Νόμο, διότι –σύμφωνα με την ορθή κατανόηση των συνταγματικών διατάξεων, που δεν αποτελεί κρίση συνταγματικής υπόθεσης– συνεπάγεται την παραβίαση των εξουσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων, η σημαντικότερη εκ των οποίων είναι η παροχή εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Οι υπουργοί της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας δεν έλαβαν την εμπιστοσύνη της Βουλής των Αντιπροσώπων και κανένας εξ αυτών δεν έδωσε τον νόμιμο όρκο, αλλά εξακολουθούσαν να ασκούν το έργο τους ως εξουσιοδοτημένοι.
Καθότι το κράτος δεσμεύεται να τηρεί όσα προκύπτουν από τις διεθνείς σχέσεις του, έχει ορισθεί από το Σύνταγμα ότι για να αποτελέσει μια δέσμευση –ανεξάρτητα από το όνομά της–κυριαρχική πράξη, δεν θα πρέπει να συνεπάγεται παραχώρηση της κυριαρχίας του κράτους ή [παραχώρηση] οποιουδήποτε μέρους της επικράτειάς του ή της εθνικής και οικονομικής του ασφάλειας. Επίσης ορίζεται ότι αυτή η δέσμευση θα πρέπει να αναλαμβάνεται από το πρόσωπο που έχει νόμιμη και συνταγματική εξουσιοδότηση. Διαφορετικά είναι καθήκον του δικαστικού σώματος να παρέμβει, εάν ασκηθεί αγωγή για ακύρωση αυτής της πράξης.
Το άρθρο 34 της Πρότασης της Επιτροπής του Φεβρουαρίου, που εγκρίθηκε βάσει της έβδομης συνταγματικής τροποποίησης, καθορίζει τις αρμοδιότητες του Προέδρου του κράτους, μεταξύ των οποίων είναι η σύναψη διεθνών συμφωνιών και συνθηκών.
Το δεύτερο άρθρο του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, που εγκρίθηκε βάσει του Ν. 4 του 2014 περί έγκρισης του εσωτερικού κανονισμού της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανέθεσε στην [ίδια την] Βουλή τις εξουσίες του αρχηγού του κράτους, όπως αυτές ορίζονται στην Πρόταση της Επιτροπής του Φεβρουαρίου, που εγκρίθηκε βάσει της έβδομης συνταγματικής τροποποίησης, σε προσωρινή βάση μέχρι την εκλογή του [Προέδρου] .
Κατά συνέπεια, η Βουλή των Αντιπροσώπων είναι αυτή που εκπροσωπεί το κράτος της Λιβύης στις διεθνείς του σχέσεις και στη σύναψη συμφωνιών και συνθηκών.
Βάσει των παραπάνω, τα δύο Μνημόνια Συνεννόησης υπεγράφησαν από τον δεύτερο και τον τρίτο καθ’ ων, υπό την ιδιότητά τους ως πληρεξουσίων υπουργών της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας, η οποία δεν έλαβε την απαιτούμενη εμπιστοσύνη. Οπότε οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις, που έγκεινται στην υπογραφή των δύο αναφερόμενων μνημονίων συνεννόησης, εκδόθηκαν από μη αρμόδιους, ήτοι φέρουν το σοβαρό ελάττωμα της έλλειψης αρμοδιότητας και συνεπώς πρέπει να κριθούν ανυπόστατες, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Το Δικαστήριο επιβάλλει στους καθ’ ων η προσφυγήτα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα άρθρα 282/281 ΚΔΔ.
Για τους λόγους αυτούς
Το Δικαστήριο, επί της ουσίας της προσφυγής, κρίνει ανυπόστατες τις δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις, που έγκεινται στην υπογραφή των εκπροσώπων της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας στα δύο Μνημόνια Συνεννόησης μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας, το πρώτο για τον καθορισμό των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο, που υπεγράφη στην τουρκική πόλη Ιστανμπούλ με ημερομηνία 27.11.2019, και το δεύτερο για την ασφάλεια και τη στρατιωτική συνεργασία, που υπεγράφη στην τουρκική πόλη Ιστανμπούλ με ημερομηνία 27.11.2019, καθώς επίσης και όλες τις συνέπειες που προκύπτουν από αυτές [τις αποφάσεις]. Επιβάλλει δε στους καθ’ ων τα δικαστικά έξοδα.
Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου (Υπογραφή)
Πηγή: Ανιχνεύσεις
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

