Διεθνή
Το Διεθνές Δικαστήριο δικαίωσε Μαυρίκιο εις βάρος της Αγγλίας
Χαστούκι στην Αγγλία από το Διεθνές Δικαστήριο – Δεν έχει κυριαρχία επί του Αρχιπελάγους Τσάγκος
Μάριος Πούλλαδος
Σε μια ιστορική απόφαση για το Διεθνές Δίκαιο και Δίκαιο της Θάλασσας (ITLOS) με προεκτάσεις και για την Κύπρο, το Τμήμα τους Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας αποφάσισε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει κυριαρχία επί του Αρχιπελάγους Τσάγκος. Επικρίνει, μάλιστα, το Λονδίνο για την αποτυχία του να παραδώσει το έδαφος στον Μαυρίκιο.
Η απόφαση των δικαστών επιβεβαιώνει τη σχετική Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ) και την επακόλουθη ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.
Το Αρχιπέλαγος Τσάγκος στον Ινδικό Ωκεανό περιλαμβάνει μια στρατιωτική βάση των ΗΠΑ. Το Ηνωμένο Βασίλειο είπε ότι θα παραδώσει τα νησιά όταν δεν χρειάζονται πλέον για αμυντικούς σκοπούς.
Συμφωνα με το ΒΒC, ως απάντηση στην απόφαση, εκπρόσωπος του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε: «Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει καμία αμφιβολία ως προς την κυριαρχία μας επί του βρετανικού εδάφους του Ινδικού Ωκεανού (BIOT), το οποίο βρίσκεται υπό συνεχή βρετανική κυριαρχία από το 1814. Ο Μαυρίκιος δεν κατείχε ποτέ κυριαρχία, πέρα από το BIOT, και το ΗΒ δεν αναγνωρίζει τον ισχυρισμό του».
Το Τμήμα του ITLOS επέκρινε ρητά την αποτυχία του Ηνωμένου Βασιλείου να παραδώσει το έδαφος στην πρώην αποικία του, τον Μαυρίκιο, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2019, όπως είχε ζητηθεί νωρίτερα από μια σχεδόν ομόφωνη ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.
«Η απόφαση… είναι σαφής και ξεκάθαρη. Ο Μαυρίκιος είναι κυρίαρχος στο Aρχιπέλαγος του Τσάγκος», δήλωσε ο Πρωθυπουργός του Μαυρικίου, Πραβίντ Τζουγκνάουτ.
Ζήτημα αξιοπιστίας για Ηνωμένο Βασίλειο
Ένας διεθνής δικηγόρος Διεθνούς Δικαίου που εκπροσωπεί τον Μαυρίκιο στη διαμάχη του με το Ηνωμένο Βασίλειο κάλεσε τη βρετανική κυβέρνηση να κινηθεί γρήγορα για να παραδώσει τον έλεγχο των νησιών.
«Αυτό σημαίνει για το Ηνωμένο Βασίλειο ότι εάν θέλει να έχει αξιοπιστία σε όλον τον κόσμο για το κράτος δικαίου και το παγκόσμιο εμπορικό σήμα του, πρέπει να κινηθεί αμέσως για να τερματιστεί αυτή η θλιβερή κατάσταση», δήλωσε ο δικηγόρος και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο UCL, Philippe Sands.
Υποστηρίζει ότι οι δικαστές του ITLOS επέλεξαν να «τιμωρήσουν» το Ηνωμένο Βασίλειο επειδή αγνόησε μια προηγούμενη απόφαση του ICJ στη Χάγη.
Η απόφαση της Πέμπτης προέκυψε από μια σχετικά ασαφή νομική διαμάχη σχετικά με τους χάρτες των ωκεανών, τα αλιευτικά δικαιώματα και τους υφάλους, καθώς ο Μαυρίκιος προσπάθησε να επιλύσει μια διαμάχη με ένα άλλο νησιωτικό έθνος του Ινδικού Ωκεανού, τις Μαλδίβες, σχετικά με τα θαλάσσια σύνορά τους.
Στήριξη από Μαλδίβες
Οι Μαλδίβες -που υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου για το Αρχιπέλαγος Τσάγκος- επέμειναν ότι το ζήτημα των ορίων δεν μπορούσε να επιλυθεί ενόσω η κυριαρχία παραμένει υπό αμφισβήτηση. Οι δικαστές του ITLOS απέρριψαν αυτό το επιχείρημα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, που ήταν η πρώην αποικιακή δύναμη στον Μαυρίκιο, έχει υποσχεθεί επανειλημμένα να παραδώσει τον έλεγχο του Αρχιπελάγους Τσάγκος στον Μαυρίκιο όταν τα νησιά δεν χρειάζονται πλέον για αμυντικούς σκοπούς.
Μετά από μια μυστική συμφωνία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των κυβερνήσεων των ΗΠΑ στη δεκαετία του 1960, ένας από τις μεγαλύτερους κοραλλιογενείς υφάλους, ο Ντιέγκο Γκαρσία, έγινε αμερικανική στρατιωτική βάση.
«Το τέλος της κυριαρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου δεν έχει επιπτώσεις στην αμερικανική στρατιωτική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, την οποία ο Μαυρίκιος δεσμεύεται να διατηρήσει», επιβεβαίωσε ο Πρωθυπουργός Τζουγκνάουτ την Πέμπτη.
Αγωνία για κινεζική επιρροή
Σύμφωνα με το BBC, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ προσπαθούν αγωνιωδώς να αντιμετωπίσουν την πιθανή επέκταση της κινεζικής στρατιωτικής δύναμης στον Ινδικό Ωκεανό και υποστήριξαν ότι τα ζητήματα ασφάλειας υπερτερούν των συναισθηματικών επιχειρημάτων σχετικά με την ιδιοκτησία «μιας χούφτας μικροσκοπικών και αραιοκατοικημένων νησιών».
Μετά την ψηφοφορία για το Brexit, το Ηνωμένο Βασίλειο φάνηκε να χάνει την υποστήριξή του στον ΟΗΕ.
Ο ΟΗΕ είχε στείλει το ζήτημα του Τσάγκος στο Διεθνές Δικαστήριο (ICJ) για γνωμοδότηση, η οποία κατέληξε με συντριπτική πλειοψηφία εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου το 2019, δηλώνοντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραβίασε το Διεθνές Δίκαιο και πρέπει αμέσως να κινηθεί για να ολοκληρώσει τη διαδικασία «απο-αποικιοποίησης» σε σχέση με τον Μαυρίκιο.
Όπως σημειώνεται, η γνωμοδότηση του ICJ έχει πλέον επιβεβαιωθεί και από το ITLOS.
Η απόφαση αυτή επιτρέπει στο ITLOS να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς σε σχέση με την οριοθέτηση των θαλασσίων ορίων μεταξύ Μαλδίβων και Μαυρικίου.
Ποια η σημασία για την Κύπρο;
Μιλώντας στη «Σημερινή» ο Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου Νικόλας Ιωαννίδης, με ειδίκευση στο Δίκαιο της Θάλασσας, εξήγησε πως η υπόθεση του Μαυρικίου προσιδιάζει στην περίπτωση των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, καθώς πρόκειται περί βρετανικών υπερπόντιων περιοχών, επί των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται πως διατηρεί κυριαρχία. «Ωστόσο, καίτοι το ΗΒ έχει κάποια δικαιοδοσία επί των συγκεκριμένων περιοχών, εντούτοις δεν ασκεί πλήρη κυριαρχία, καθώς η απο-αποικιοποίηση αυτών δεν έχει ολοκληρωθεί σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Συνεπώς, η παραμονή του ΗΒ στα ρηθέντα εδάφη αποτελεί μια συνεχιζόμενη παράνομη πράξη, που ενεργοποιεί τη διεθνή ευθύνη του ΗΒ», είπε.
Όπως εξήγησε ο Δρ Ιωαννίδης, προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του ITLOS πραγματεύεται διάφορα προδικαστικά ζητήματα, μεταξύ των οποίων το βασικό ερώτημα σε σχέση με το ποιο πρέπει να θεωρείται το παράκτιο κράτος όσον αφορά το Αρχιπέλαγος Τσάγκος.
«Ένα Διαιτητικό Δικαστήριο που είχε συσταθεί για να επιληφθεί της διαφοράς μεταξύ Μαυρικίου και ΗΒ απεφάνθη το 2015 ότι δεν είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει το ζήτημα αυτό, γιατί ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών της Σύμβασης ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεν προβλέπει την επίλυση εδαφικών διαφορών. Το Τμήμα του ITLOS, όμως, ξεπέρασε τον συγκεκριμένο δικονομικό σκόπελο λέγοντας ότι δεν υπάρχει πλέον εδαφική διαφορά και ότι μετά τη Γνωμοδότηση του 2019 παράκτιο κράτος θεωρείται ο Μαυρίκιος», είπε.
Βέβαια, συνέχισε ο Δρ Ιωαννίδης, το συγκεκριμένο εύρημα του Δικαστηρίου δεν ερείδεται σε στέρεα νομική βάση, καθώς το Τμήμα δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του να θεωρήσει τον Μαυρίκιο ως το παράκτιο κράτος σε σχέση με το Αρχιπέλαγος.
Εν πάση περιπτώσει, επεσήμανε, η απόφαση αυτή αποτελεί κόλαφο για το ΗΒ και επιβεβαιώνει ότι η παρουσία του στο Αρχιπέλαγος είναι επισφαλής. «Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον τεράστιο διπλωματικό και νομικό αγώνα στον οποίο έχει αποδυθεί το κράτος του Μαυρικίου τα τελευταία χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις της Κύπρου με τα γειτονικά κράτη είχαν χρησιμοποιηθεί τμήματα των ακτών της νήσου που βρίσκονται υπό βρετανικό έλεγχο».
«Αυτό, όμως, έγινε σε διακρατικό επίπεδο και όχι ενώπιον δικαστηρίου. Οι εξελίξεις αναφορικά με το δίκαιο της απο-αποικιοποίησης τα τελευταία χρόνια καταδεικνύουν πως η πρακτική που εφαρμόζει το ΗΒ στο Τσάγκος και την Κύπρο παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο. Συνακόλουθα, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ισχυρά νομικά όπλα για να μπει σε μια συζήτηση με το ΗΒ για το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο», κατέληξε.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

