Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κάτι δεν πάει καλά. Η Ελλάδα πανηγυρίζει για τις διερευνητικές και η Ισπανία με τη μη επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία

Δημοσιεύτηκε στις

Η Μαδρίτη «γιορτάζει» με το Βερολίνο ως νίκη την μη επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία
Θανάσης Αργυράκης
Η El Mundo κάνει λόγο για «ισπανική γέφυρα» για την υπέρβαση των διαφορών στην Μεσόγειο

Τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε -και συνεχίζει να παίζει- η Ισπανία στους κόλπους της ΕΕ, σε αγαστή συνεργασία, ως όλα δείχνουν, με τη Γερμανία, προκειμένου να μην επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία, να ξεκινήσει διάλογος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, να προωθηθεί η «επίλυση» των προβλημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και να ξαναστηθούν οι γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στις Βρυξέλλες και στην Άγκυρα, αναδεικνύει δημοσίευμα της μεγάλης ισπανικής εφημερίδας, El Mundo.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, η οποία κάνει λόγο για «ισπανική γέφυρα» για την υπέρβαση των διαφορών στην Μεσόγειο, η Μαδρίτη, όπως εκμυστηρεύονται Ισπανοί διπλωμάτες στην El Mundo, βλέπει την Άγκυρα ως «σύμμαχο εμπιστοσύνης», ενώ αναφέρει ότι στο δεύτερο εξάμηνο του 2021, Σάντσεζ και Ερντογάν σχεδιάζουν ισπανο-τουρκική σύνοδο υψηλού επιπέδου.

Από όλα αυτά, πάντως, καθίσταται εμφανές ότι η εμπλοκή της Μαδρίτης στα ευρω-τουρκικά  και στα ελληνο-τουρκικά έχει ως στόχο, εκτός της εξυπηρέτησης των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που έχει η Ισπανία στην Τουρκία, την αύξηση του ειδικού βάρους της Ισπανίας, της τέταρτης σημαντικότερης χώρας στην ΕΕ, στους κόλπους της Ευρώπης.

Όχι κυρώσεις για την Τουρκία

Παρ’ ότι, σημειώνει η εφημερίδα, οι σχέσεις Γαλλίας-Τουρκίας, το προηγούμενο διάστημα, έφτασαν στο ναδίρ, και η Ελλάδα και η Κύπρος ζητούσαν «ελαφρές», όπως τις χαρακτηρίζει, οικονομικές κυρώσεις, τελικώς η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ, τον Δεκέμβριο του 2020, δεν ενέκρινε τις κυρώσεις, αλλά μετέθεσε το θέμα για την επόμενη Σύνοδο Κορυφής, το Μάρτιο του 2021.

«Μια ελαφρά αλλαγή στάσης –όπως παρατηρεί η El Mundo- που η Ισπανία την γιορτάζει ως νίκη  και την υποστηρίζει και η Γερμανία». Όπως, μάλιστα, αναφέρει ισπανική διπλωματική πηγή, «τα γεγονότα δικαίωσαν αυτούς που υπερασπίζονταν μια επίπληξη (σ.σ. προς την Τουρκία), και όχι τις κυρώσεις, οι οποίες θα ήταν αντιπαραγωγικές, ούτως ώστε τα εμπλεκόμενα μέρη (σ.σ. Ελλάδα- Τουρκία, ΕΕ-Τουρκία) να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». 

Προσθέτει, δε, ότι το 2020, η Ισπανία μαζί με τη Γερμανία, η οποία στο δεύτερο εξάμηνο του έτους είχε την προεδρία στην ΕΕ, επιδόθηκαν σε προσπάθειες προκειμένου να διευκολύνουν τον διάλογο μεταξύ των αντιπάλων πλευρών. Δηλαδή, τον ελληνο-τουρκικό και τον ευρω-τουρκικό διάλογο.

Μεγάλα οικονομικά συμφέροντα

Βέβαια, η «εξισορροπιστική» στάση της Μαδρίτης απέναντι στην Ελλάδα και την Τουρκία, ή το «άδειασμα», όπως πολλοί θεωρούν, της Αθήνας και της Λευκωσίας, έχει και μια σοβαρή διάσταση: Αυτή των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων της Ισπανίας στην Τουρκία.

«Η Ισπανία είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στο τουρκικό δημόσιο χρέος, πολύ περισσότερο απ’ ότι η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία», υπογραμμίζει ο Μίκαελ Ταντσούμ (Michael Tanchum), καθηγητής στο πρόγραμμα Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Ναβάρρα.

Και παρατηρεί: «Γι΄ αυτό η Ισπανία θα είναι ο μεγάλος χαμένος των 27 εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίσει την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία».

Να σημειωθεί, αναφέρει η εφημερίδα, ότι η Τράπεζα, BBVA, διαθέτει το 49,85% της Banco Garanti, ενώ υπενθυμίζει και τα συμφέροντα της Repsol στους ενεργειακούς πόρους της Λιβύης, όπου μέρος των κοιτασμάτων είναι «διασφαλισμένα σε μεγάλο ποσοστό», όπως αναφέρει η El Mundo, χάρις στην Τουρκία.

«Λόγω αυτών και άλλων παραγόντων, η Ελλάδα δεν θεωρεί την Ισπανία ως ουδέτερο ή αμερόληπτο διαπραγματευτή», τονίζει ο καθηγητής, καλώντας την Ισπανία «να εξισορροπήσει προσεκτικά τα συμφέροντα της στην Τουρκία και σε ολόκληρη τη Μεσογειακή λεκάνη».

Σάντσεθ και Ερντογάν

Να σημειωθεί, αναφέρει η εφημερίδα, ότι οι πρωθυπουργός της Ισπανίας, Σάντσεθ, και πρόεδρος της Τουρκίας, Ερντογάν, ετοιμάζουν για το δεύτερο εξάμηνο του 2021 μια διμερή Συνάντηση Υψηλού Επιπέδου. 

Πέραν της συζήτησης θεμάτων συνεργασίας για την μετανάστευση, την άμυνα, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την υγεία, στην ατζέντα θα βρίσκεται και η αύξηση των διμερών εμπορικών σχέσεων.

Οι στόχοι αυτοί, όμως, φέρνουν την Ισπανία σε σχετικά δύσκολη θέση. «Είναι δύσκολο να έχεις τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με την Τουρκία και ταυτόχρονα με την Ελλάδα και την Κύπρο», αναφέρει ισπανική διπλωματική πηγή, η οποία, μάλιστα, παραδέχεται πως τόσο με την  Ελλάδα όπως και με την Κύπρο «έχουμε μια πολύ πυκνή ευρωπαϊκή ατζέντα, ενώ συμπίπτουμε στο μεγαλύτερο βαθμό σε όλα τα ζητήματα. Όπως η οικονομική ανασυγκρότηση, η μετανάστευση, το άσυλο και η ατζέντα γειτνίασης στον Νότο».

«Εμπιστος σύμμαχος»

Η ίδια ισπανική διπλωματική πηγή, πάντως, αν και δεν μιλά για προσπάθεια διαμεσολάβησης, αναφέρει η εφημερίδα, σημειώνει ότι η Ισπανία «συνεχίζει να στηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και θα δουλέψει ώστε να εξευρεθεί λύση στην Ανατολική Μεσόγειο, μέσω του διαλόγου. Τουρκία και Ισπανία είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, δύο κοντινοί σύμμαχοι που έχουν φιλικές σχέσεις», λέγει χαρακτηριστικά.

Από τη μεριά τους, τουρκικές διπλωματικές πηγές, επίσης, χαρακτηρίζουν την Ισπανία «σύμμαχο και έμπιστο φίλο που κατανοεί πλήρως την προστιθέμενη αξία την οποία έχει η Τουρκία για την ΕΕ».

Στις Βρυξέλλες μέσω Μαδρίτης

Ούτε λίγο ούτε πολύ, λοιπόν, γίνεται εμφανές ότι η Τουρκία, στήνοντας γέφυρες τόσο με το Βερολίνο όσο και με τη Μαδρίτη, διευκόλυνε την απόφαση για απόρριψη των κυρώσεων σε βάρος της, καθώς και το άνοιγμα του –διακαώς αποζητούμενου και από την Αγκυρα- ευρω-τουρκικού διαλόγου.

Να σημειωθεί ότι αρμόδιος εκ μέρους της Κομισιόν για θέματα εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ είναι ο Ισπανός, Ζοζέπ Μπορέλ, ο οποίος επίσης φημίζεται για την «διαλλακτική» στάση του έναντι της Τουρκίας.

Επιπλέον, ως γνωστόν, συχνά οι Επίτροποι στην Κομισιόν δεν διστάζουν να προωθούν τα συμφέροντα των χωρών, από τις οποίες προέρχονται.

Εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι, από τις πρώτες επισκέψεις που πραγματοποίησε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στο πλαίσιο της επανεκκίνησης των ευρω-τουρκικών σχέσεων, μετά την κρίση του 2020, ήταν στην Πορτογαλία, λόγω του ότι έχει τώρα την προεδρία της ΕΕ, και αμέσως μετά στην Ισπανία.

Η «αξιόπιστη» Ισπανία  

Παρ’ ότι οι Βρυξέλλες βλέπουν την Τουρκία, τον «αιώνιο υποψήφιο» για την ΕΕ, ως έναν όλο και πιο δύσκολο εταίρο, η Μαδρίτη προσπαθεί να διατηρεί καλές διμερείς σχέσεις  με την Τουρκία, σημειώνει η  El Mundo. 

«Οι Τούρκοι θεωρούν τους Ισπανούς ως έναν από τους λίγους αξιόπιστους εταίρους εντός της ΕΕ», σχολιάζει στην El Mundo, ο αναλυτής, Ilke Toygur, εκ μέρους του Real Instituto ElCano.

«Εάν σκεφτούμε –προσθέτει- ότι η Γερμανία βρίσκεται ενώπιον εκλογών, η Γαλλία, η οποία έχει ήδη πάρει ήδη θέση στη διένεξη της Μεσογείου, θα έχει εκλογές, και η Ιταλία έχει τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, ερχόμαστε στην Ισπανία, την τέταρτη πιο μεγάλη χώρα της ΕΕ, η οποία προσπαθεί να συνεισφέρει στην επίλυση μιας σημαντικής κρίσης.  Εμμεσα, αποτελεί μια ευκαιρία για την Ισπανία να αυξήσει το ειδικό βάρος της στην ΕΕ», τονίζει ο ίδιος.

Σύρραξη–κόλαφος για την ΕΕ

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ισπανικές διπλωματικές πηγές, οι οποίες θεωρούν ότι «θα ήταν ατυχές εάν η σχέση (σ.σ. ΕΕ-Τουρκίας) χειροτερεύσει», ισχυρίζονται ότι στόχος της Μαδρίτης είναι «να διευκολύνει τις συναινέσεις και να μειώσει τις εντάσεις στη διαμάχη ΕΕ – Τουρκίας» και όχι να επιλύσει «τις πολλές και δυσεπίλυτες διαφορές στην Ανατολική Μεσόγειο». Δεν παραλείπει, δε, να επισημάνει ότι το Κυπριακό «το ονομάζουν τάφο των διπλωματών».

Ωστόσο, η εμπλοκή της Ισπανίας, αντικειμενικά, την φέρνει σε τροχιά διαφωνιών, αν όχι ρήξης, με τη Γαλλία και βέβαια με τα ελληνικά και τα κυπριακά συμφέροντα.

Κατά τον Εντουαρντ Σολέρ Λέτσα (Eduard Soler Lecha),  ερευνητή του CIBOD (Barcelona Centre for International Affairs) για θέματα ευρω-μεσογειακών σχέσεων, η Ισπανία δεν θα ήθελε να φτάσει στο σημείο να αναγκαστεί να επιλέξει μεταξύ εταίρων ή να αναλάβει το κόστος του διαζυγίου.

Σύμφωνα με τον αναλυτή, δηλαδή, η Μαδρίτη δεν θα ήθελε να αναγκαστεί να επιλέξει, για παράδειγμα, ανάμεσα στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Κύπρο, και στην Τουρκία. Αλλά ούτε και θα ήθελε να δει να υλοποιείται το «διαζύγιο» ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία.

«Την Ισπανία την απασχολεί ότι μια σύρραξη μπορεί να έχει επιπτώσεις στην συνοχή της ΕΕ», τονίζει ο ίδιος, ο οποίος υπογραμμίζει ότι η Μαδρίτη δεν θα ήθελε ούτε μια ρήξη με το Παρίσι, αλλά ούτε και να βρεθεί μπλεγμένη σε αντιπαραθέσεις μεταξύ εταίρων και συμμάχων, στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ.

«Η Ισπανία –καταλήγει- πάντοτε παρουσιάζεται ως μια μέση δύναμη. Εάν καταφέρει να μην εκτροχιαστεί η διένεξη στην Ανατολική Μεσόγειο, θα είναι ικανοποιημένη με το στοίχημα που έχει βάλει».

Θανάσης Αργυράκης

Ο Θανάσης Αργυράκης είναι δημοσιογράφος με μακρόχρονη εμπειρία στο διπλωματικό ρεπορτάζ και το ρεπορτάζ άμυνας

Πηγή: lawandorder.gr/

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή20 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις51 λεπτά πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Δημοφιλή