Διεθνή
Κρίσιμης σημασίας για τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας η στάση της Ουάσιγκτον στο Κουρδικό
Ο θάνατος 13 Τούρκων που κρατούνταν από ενόπλους του PKK στο Βόρειο Ιράκ από ορισμένες απόψεις αποτελεί μια σημαντική πολιτική δοκιμασία για την τουρκική κυβέρνηση, καθώς μόνο ως αποτυχημένη μπορεί να θεωρηθεί μια επιχείρηση που έχει τέτοια κατάληξη. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί μιλούν ότι στο τέλος θα είναι o υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ που θα πληρώσει το κόστος για μια αποτυχημένη επιχείρηση σε ένα χώρο όπου η Άγκυρα είχε μια ανοχή και από την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ και από την τοπική κυβέρνηση του ιρακινού Κουρδιστάν να επιχειρεί κατά του PKK.
Όμως, προσπαθεί να την μετατρέψει σε ευκαιρία για να βγει ακόμη πιο επιθετικά για να διεκδικήσει το δικαίωμά της να κάνει επεμβάσεις εκτός συνόρων και φυσικά να διατηρήσει στρατιωτική παρουσία εκτός συνόρων, εννοώντας το Βόρειο Ιράκ και τη βορειοανατολική Συρία.
Την ίδια στιγμή το ζήτημα αυτό εξακολουθεί να αποτελεί πηγή εντάσεων στις σχέσεις με τη Δύση. Αυτό δεν αφορά μόνο την κατά τη γνώμη του Τούρκου προέδρου σιωπή των δυτικών χωρών σε σχέση με τη δολοφονία των 13 Τούρκων πολιτών – «Δύση, γιατί παραμένεις σιωπηλή;», ήταν η χαρακτηριστική του αποστροφή κατά το συνέδριο του AKP στην Τραπεζούντα. Κυρίως αφορά το ζήτημα της υποστήριξης που κατά τη γνώμη του συνεχίζουν οι ΗΠΑ να προσφέρουν στο PKK.
Σε συνδυασμό με το ζήτημα των ρωσικών πυραύλων S-400 το Κουρδικό παραμένει το βασικό αγκάθι στις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία, παρά την προσπάθεια της τουρκικής κυβέρνησης, ιδίως μετά την αλλαγή κυβέρνησης στην Ουάσινγκτον, να βελτιώσει τις διμερείς σχέσεις.
Η σημασία των εξελίξεων στο Βόρειο Ιράκ
Σε πρώτη φάση φάνηκε ότι στην Άγκυρα υπήρξε ένα κλίμα πολιτικού συναγερμού ύστερα από την πρώτη ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που ανέφερε ότι «εάν οι αναφορά για το θάνατο Τούρκων πολιτών στα χέρια του PKK, μιας οργάνωσης χαρακτηρισμένης ως τρομοκρατικής, επιβεβαιωθούν τότε καταδικάζουμε αυτή την ενέργεια με τους πιο έντονους όρους».
Η διατύπωση της συγκεκριμένης ανακοίνωσης έμοιαζε να αμφισβητεί την επίσημη εκδοχή της τουρκικής κυβέρνησης και να συντονίζεται εν μέρει με τις ανακοινώσεις του PKK που επέρριψε την ευθύνη στην τουρκική πλευρά για το θάνατο των τούρκων κρατουμένων.
Μάλιστα τα λόγια που χρησιμοποίησε στις 15 Φεβρουαρίου ο Ερντογάν ήταν ιδιαίτερα σκληρά. «Είστε μαζί τους και πίσω τους, απλά και καθαρά», επέμεινε, για να συμπληρώσει «εάν είμαστε μαζί στο ΝΑΤΟ και εάν πρέπει να συνεχίσουμε [τη συμμαχία μας] στο ΝΑΤΟ, θα πρέπει να είστε ειλικρινείς μαζί μας».
Ας μην ξεχνάμε ότι το θέμα αυτό έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις στην Τουρκία. Ο ηγέτης των εθνικιστών συμμάχων του Ερντογάν Ντεβλέτ Μπαχτσελί υποστήριξε ότι «τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως πριν» και ότι «ο καθένας πρέπει να πάρει θέση», ενώ ο Τούρκος υπουργός Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού ορκίστηκε εκδίκηση στα θύματα. Από την άλλη, ο Ερντογάν δέχεται τα πυρά της αντιπολίτευσης που του καταλογίζει ευθύνη για τους 13 θανάτους.
Όμως, από την άλλη μεριά οι «Δυνάμεις Άμυνας του Λαού» (HPG) όπως ονομάζεται η ένοπλη πτέρυγα του PKK στο Βόρειο Ιράκ επιμένουν ότι για τους θανάτους των Τούρκων κρατουμένων ευθύνεται ο βομβαρδισμός της περιοχής από τουρκικά αεροσκάφη και οι συγκρούσεις με τις τουρκικές δυνάμεις που επιχείρησαν να μπουν, με διάφορους να υποθέτουν ότι στην πραγματικότητα ο θάνατος των Τούρκων κρατουμένων ήταν αποτέλεσμα μιας αποτυχημένης επιχείρησης διάσωσης.
Ωστόσο, στελέχη του φιλοκουρδικού και αριστερού HDP βρέθηκαν στο στόχαστρο της Εισαγγελίας της Άγκυρας, όταν προσπάθησαν να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη εκδοχή, με τον Μπαχτσελί να ζητά την απαγόρευση του κόμματος. Ο Ερντογάν δεν θέλει να φτάσει ως εκεί για να μην απομονωθεί από το κουρδικό τμήμα του εκλογικού ακροατηρίου, όμως, θέλει να εκμεταλλευτεί την όλη κατάσταση για να εξασφαλίσει ότι η αντιπολίτευση δεν θα συνεργαστεί με το HDP.
Ούτως ή άλλως το πρόβλημα της Τουρκίας είναι πιο συνολικό. Παρότι με τις άλλες παρατάξεις στο Ιρακινό Κουρδιστάν υπάρχει ένας βαθμός ισορροπίας, οι βάσεις του PKK στο Βόρειο Ιράκ πάντα αποτελούν παράγοντα ανησυχίας. Ακόμη μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας είναι η δράση των Κούρδων στη Βορειοανατολική Συρία όπου η διαμόρφωση οιονεί κουρδική κρατικής οντότητας ήταν και ο λόγος που η Τουρκία πίεσε και κατοχύρωσε τη δυνατότητα να έχουν στρατιωτική παρουσία και «ζώνη ασφαλείας» εκεί.
Όλα αυτά σχετίζονται άμεσα και με τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η βασική δύναμη που στηρίζουν οι ΗΠΑ στη Βορειοανατολική Συρία, με αφετηρία την προηγούμενη πάλη κατά του Ισλαμικού Κράτους, είναι οι κουρδικές πολιτοφυλακές. Οι ΗΠΑ έχουν συστηματικά αποφύγει μέχρι τώρα να τις χαρακτηρίσουν τρομοκρατική οργάνωση, σε αντίθεση με το PKK που εδώ και χρόνια έχει τύχει αυτού του χαρακτηρισμού (κάτι που εξηγεί και γιατί οι ΗΠΑ δεν έχουν αντίρρηση στις επιχειρήσεις της Τουρκίας στο Β. Ιράκ), παρότι σε μεγάλο βαθμό και οι κουρδικές ένοπλες δυνάμεις στη Συρία ελέγχονται πολιτικά από το PKK. Μάλιστα, με δεδομένο ότι η τρέχουσα αμερικανική κυβέρνηση δεν μοιράζεται την επιμονή της κυβέρνησης Τραμπ για αποχώρηση από τη Συρία, η στήριξη αυτή, που περιλαμβάνει και την επιτόπια παρουσία αμερικανικού στρατιωτικού προσωπικού, αναμένεται να συνεχιστεί, όπως και η αμερικανική διευκόλυνση των κουρδικών δυνάμεων να έχουν από τις πετρελαιοπηγές που υπάρχουν στην περιοχή.
Από τη μεριά της, η Τουρκική κυβέρνηση κάνει μια εκτεταμένη προσπάθεια να πείσει ότι οι κουρδικές πολιτοφυλακές στη Συρία (YPG) είναι «τρομοκρατικές οργανώσεις», διακινώντας πληροφορίες ότι στρατολογεί με τη βία παιδιά, ενώ παράλληλα κλιμακώνει τις «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις εναντίον του PKK και εντός Τουρκίας.
Τα προσεκτικά μηνύματα Μπλίνκεν
Την κατάσταση προσπάθησε να χειριστεί ο νέος αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν. Σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον τούρκο ΥΠΕΚ Μεβλούτ Τσαβούσογλου ο Μπλίνκεν υπογράμμισε τη μακρόχρονη σημασία της διμερούς σχέσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία, τα κοινά συμφέροντα των δύο χωρών για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τη σημασία των «δημοκρατικών θεσμών», της «συμπεριληπτικής διακυβέρνησης», και του «σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ενώ και οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν τη συνεργασία και την υποστήριξη σε μια πολιτική λύση στη σύγκρουση στη Συρία. Ο αμερικανός ΥΠΕΞ εξέφρασε συλλυπητήρια για τους θανάτους των Τούρκων ομήρων στο Βόρειο Ιράκ και επιβεβαίωσε την αμερικανική θέση ότι την ευθύνη την έχουν οι «τρομοκράτες του PKK». Παράλληλα, ο Μπλίνκεν προέτρεψε την Τουρκία να μην κρατήσει τους πυραύλους S-400 και εξέφρασε την υποστήριξη του για τις διερευνητικές επαφές Ελλάδας και Τουρκίας.
Είναι σαφές ότι η επικοινωνία του Μπλίνκεν, με τη ρητή αναφορά στην ευθύνη των τρομοκρατών του PKK στόχο είχε να καθησυχάσει την τουρκική πλευρά και συμβολικά να αποτυπώσει ένα διαχωρισμό των ΗΠΑ, έστω και χωρίς δέσμευση ότι αυτός ο χαρακτηρισμός επεκτείνεται και στις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία.
Όμως, την ίδια στιγμή η αναφορά στην ανάγκη δημοκρατικής διαδικασίας, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην «συμπεριληπτική διακυβέρνηση» ήταν μια σχεδόν ευθέως κριτική αναφορά στον τρόπο που ασκεί την εξουσία ο Ερντογάν και μια έμμεση προτροπή να αλλάξει στάση, συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου που αντιμετωπίζει την «εσωτερική» διάσταση του κουρδικού ζητήματος.
Και βέβαια το γεγονός ότι σε ένα υποτίθεται «καθησυχαστικό» και «επιδιορθωτικό» τηλεφώνημα δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει την πάγια θέση των ΗΠΑ για το θέμα των S-400, επίσης αποτέλεσε μια σαφή διάθεση πίεσης στην Τουρκία σε αυτή την κατεύθυνση.
Η δυσκολία στην «ανταλλαγή» που ζητά η Τουρκία
Κατά συνέπεια το τηλεφώνημα του Μπλίνκεν έδειξε ότι δεν θα είναι τόσο εύκολη η επίτευξη μιας συμφωνίας, ενός quid pro quo, που έχει προτείνει η Άγκυρα στις ΗΠΑ σε σχέση με το θέμα των ρωσικών πυραύλων.
Πριν από λίγες μέρες ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ υποστήριξε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια συμφωνία με τις ΗΠΑ για τους S-400, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ΗΠΑ θα σταματούσαν την υποστήριξή τους για τις κουρδικές πολιτοφυλακές (YPG) στη Συρία:
«Μπορούμε να βρούμε μια λύση για τους S-400 στις διαπραγματεύσεις μας με τις ΗΠΑ, αλλά περιμένουμε και από αυτούς να δουν την πραγματικότητα για το ΥPG. Εάν δεν μπορούμε να βρούμε μια λύση [σε σχέση με το YPG] δεν μπορούμε να πάμε πουθενά στις σχέσεις με τις ΗΠΑ».
Ως προς το είδος της λύσης αναφέρθηκε σε κάτι ανάλογο με τους S-300 στην Κρήτη, που είναι ουσιαστικά σε φύλαξη και όχι σε επιχειρησιακή κατάσταση.
Παρότι η πρόταση αντιμετωπίστηκε ως μια κίνηση προς έναν συμβιβασμό, εντούτοις δεν είναι δεδομένο ότι οι ΗΠΑ είναι ακόμη διατεθειμένες να εγκαταλείψουν τη δύναμη που τους επιτρέπει να έχουν μια άμεση παρουσία στη Συρία σε μια κρίσιμη περίοδο όπου διαμορφώνονται οι πολιτικοί όροι της μετάβασης στην επόμενη μέρα, την ώρα βέβαια που σε σχέση με τους S-400 θα ήθελαν να δουν μια πιο αποφασιστική κίνηση από τη μεριά της Τουρκίας.
Πηγή: news.in.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

