Διεθνή
Υπουργός Ενέργειας του Ισραήλ: Ο EastMed μπορεί να είναι έτοιμος σε 5 χρόνια (βίντεο)
Ο αγωγός EastMed μπορεί να είναι έτοιμος σε πέντε χρόνια, δήλωσε ο Υπουργός Εθνικών Υποδομών, Ενέργειας και Υδάτινων Πόρων του Ισραήλ, Γιουβάλ Στάινιτζ, χαρακτηρίζοντας το έργο αυτό ως εξαιρετικά σημαντικό.
Σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ, ο κ. Στάινιτζ είπε πως το Ισραήλ έχει ένα τεράστιο πλεόνασμα φυσικού αερίου. «Έχουμε αρκετό για να δικαιολογήσουμε όχι μόνο έναν αγωγό EastMed αλλά θεωρώ πως μαζί με την Κύπρο μπορούμε να δικαιολογήσουμε ακόμα και δυο ή τρεις τέτοιους αγωγούς», επεσήμανε. Εξάλλου, αναφερόμενος στον περιφερειακό διακυβερνητικό οργανισμό «Φόρουμ για το Φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο» (EMGF), σημείωσε πως είναι πολύ σημαντικός και πως για πρώτη φορά αραβικές, ευρωπαϊκές χώρες και το Ισραήλ κάθονται στο ίδιο τραπέζι για οικονομικά και στρατηγικά θέματα.
Ερωτηθείς, εξάλλου, σε σχέση με τις κατά καιρούς παράνομες ενέργειες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ, είπε πως «θα προτιμούσαμε να δούμε την Τουρκία ως μέρος της περιφερειακής συνεργασίας παρά ως μια πηγή διαμάχης».
Σε ερώτηση για τη σημασία του Μνημονίου Συναντίληψης (MoU) που Κύπρος, Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν στις 8 Μαρτίου, στη Λευκωσία, για την ηλεκτρική διασύνδεσή τους, μέσω του αγωγού EuroAsia Interconnector, ο κ. Στάινιτζ είπε πως «αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για εμάς γιατί από ενεργειακής άποψης είμαστε νησί όπως η Κύπρος. Έτσι το γεγονός ότι τώρα η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ συμφώνησαν να εγκαθιδρύσουν έναν αγωγό ηλεκτρικής διασύνδεσης που θα ενώνει την Ελλάδα με την Κύπρο και με το Ισραήλ είναι εξαιρετικά σημαντικό για εμάς».
Ο Ισραηλινός Υπουργός πρόσθεσε πως «έχουμε δημιουργήσει την τελευταία δεκαετία μια συμμαχία ανάμεσα στις τρεις δημοκρατίες της Ανατολικής Μεσογείου και τώρα θα έχουμε επίσης και μια φυσική διασύνδεση. Αυτό είναι τόσο σημαντικό για εμάς γιατί έχουμε αποφασίσει να εξαρτιόμαστε σε μεγάλο βαθμό, σχεδόν 30%, από την ηλιακή ενέργεια στο μέλλον».
Υπογράμμισε πως σε αυτό το πλαίσιο «χρειαζόμαστε κάποια υποστήριξη. Και αυτός ο αγωγός θα μας δώσει την υποστήριξη που χρειαζόμαστε προκειμένου να εξαρτιόμαστε σε μεγάλο βαθμό από την ηλιακή ενέργεια».
Ερωτηθείς αν το Ισραήλ είναι ικανοποιημένο από την πρόοδο σε ό,τι αφορά την προώθηση του αγωγού EastMed, ο κ. Στάινιτζ είπε πως αφού έχασαν πολλά χρόνια ευκαιριών, Ισραήλ, Κύπρος και Ελλάδα αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να βοηθήσουν η μια χώρα την άλλη στην οικονομική ανάπτυξη με όλα τα μέσα.
«Δεν είναι μόνο η Ενέργεια αλλά και ο τουρισμός. Εκπλάγηκα όταν άκουσα πως πριν τον κορωνοϊό, το 2019, υπήρξαν πέραν των 300.000 Ισραηλινών τουριστών στην Κύπρο και σχεδόν ένα εκατομμύριο στην Ελλάδα. Και αυτό αυξάνεται. Αλλά και στον τομέα της Ενέργειας, ο αγωγός EastMed θα καταστήσει δυνατό για το Ισραήλ και την Κύπρο να εξάγουν φυσικό αέριο κατευθείαν στην Ευρώπη, την Ελλάδα και την Ιταλία, και από την Ελλάδα και την Ιταλία στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Έτσι αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό έργο».
Σημείωσε πως το Ισραήλ έχει ένα τεράστιο πλεόνασμα φυσικού αερίου «και το 2016 έπεισα την ΕΕ, τον Επίτροπο για την Ενέργεια, πως εάν αναζητούν κάποιου είδους αντικατάσταση για τον Nord Stream, μπορούν να εμπιστευτούν την Ανατολική Μεσόγειο, το Ισραήλ και την Κύπρο, δυο σύγχρονες δημοκρατίες, για έναν υποθαλάσσιο αγωγό».
«Αυτός θα είναι ο πιο μεγάλος σε μήκος και σε βάθος υποθαλάσσιος αγωγός αερίου στον κόσμο, και η ΕΕ ανέλαβε τις μελέτες βιωσιμότητας. Ήδη έχουν επενδυθεί εκατό εκατομμύρια ευρώ κυρίως από την ΕΕ. ‘Όταν τελειώσει η κρίση του κορωνοϊού, ελπίζουμε σε μερικούς μήνες, μισό χρόνο, θα προωθήσουμε το έργο και θα το κάνουμε. Ελπίζω ότι σε πέντε χρόνια από τώρα ο αγωγός αυτός θα είναι έτοιμος. Πιστεύω ότι ο αγωγός ηλεκτρικής διασύνδεσης μπορεί να είναι έτοιμος σε δυο ή τρία χρόνια. Ο αγωγός EastMed είναι ένα μεγαλύτερο και πιο ακριβό έργο και θα πάρει μάλλον γύρω στα πέντε χρόνια», πρόσθεσε.
Υπενθυμίζοντας πως ήταν το Ισραήλ που ξεκίνησε το έργο EastMed και σχετικό Μνημόνιο Συναντίληψης υπογράφηκε το 2017 στο Τελ Αβίβ από τους Υπουργούς Ενέργειας της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Κύπρου και του Ισραήλ, μαζί με τον Επίτροπο Ενέργειας της ΕΕ, ο κ. Στάινιτζ είπε πως «αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό έργο για εμάς, παρόλο που εξάγουμε ήδη φυσικό αέριο στους γείτονές μας, στην Ιορδανία και στην Αίγυπτο, και ορισμένο από το αέριο που πάει από το Ισραήλ στην Αίγυπτο, εξάγεται ήδη στην Ευρώπη, μέσω των ενεργειακών υποδομών της Αιγύπτου στο Δέλτα του Νείλου. Αλλά έχουμε τεράστιο πλεόνασμα αερίου και έχουμε αρκετό για να δικαιολογήσουμε όχι μόνο έναν αγωγό EastMed αλλά θεωρώ ότι μαζί με την Κύπρο μπορούμε να δικαιολογήσουμε ακόμα και δυο ή τρεις τέτοιους αγωγούς», πρόσθεσε.
Ερωτηθείς για τη στάση της Τουρκίας σε σχέση με τις ενεργειακές εξελίξεις στη Ανατολική Μεσόγειο, και ειδικότερα για τις παράνομες ενέργειές της στην κυπριακή ΑΟΖ, ο Ισραηλινός Υπουργός είπε πως «όλες αυτές οι τουρκικές ενέργειες ήταν έκπληξη για εμάς όπως και όλη αυτή η διαμάχη μαζί με την Κύπρο καθώς και σε ένα βαθμό με την Ελλάδα».
«Αλλά ας προσπαθήσω να μιλήσω θετικά. Ελπίζω ότι μια ημέρα η Τουρκία θα αποφασίσει να συμμετάσχει σε ό,τι γίνεται στην περιοχή, να γίνει ακόμη και μέλος του EMGF και να συντονίσει τις προσπάθειές της με την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και όλες τις άλλες χώρες, παρά να εισέρχεται σε μια διαμάχη. Ελπίζω ότι θα αλλάξουν τη στάση τους. Είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε με την Τουρκία. Στο παρελθόν εξετάσαμε με την Τουρκία την εξαγωγή αερίου από το Ισραήλ στην Τουρκία. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα, αλλά υπήρξαν κάποιες συζητήσεις για αυτό, και θα προτιμούσαμε να δούμε την Τουρκία ως μέρος της περιφερειακής συνεργασίας παρά ως μια πηγή διαμάχης».
Ερωτηθείς για τη σημασία του EMGF, ο κ. Στάινιτζ είπε πως «είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό φόρουμ, άνευ προηγουμένου κατ’ ακρίβεια στην περιοχή. Ξεκίνησε όταν εγώ συνάντησα τον Αιγύπτιο συνάδελφό μου Τάρεκ Ελ-Μόλα, πριν τρία χρόνια στην Ουάσινγκτον και παρουσίασα μια πρόταση για εγκαθίδρυση αυτού του φόρουμ από την Αίγυπτο και το Ισραήλ με έδρα το Κάιρο».
Πρόσθεσε πως «σήμερα Ιταλία, Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος, Ισραήλ, Ιορδανία και Παλαιστινιακή Αρχή είναι μέλη», η Γαλλία αιτήθηκε να γίνει μέλος, η ΕΕ έχει καθεστώς παρατηρητή και οι ΗΠΑ και τα ΗΑΕ ζήτησαν να γίνουν παρατηρητές. «Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Είναι μια ομπρέλα περιφερειακής συνεργασίας. Για πρώτη φορά αραβικές και ευρωπαϊκές χώρες και το Ισραήλ κάθονται στο ίδιο τραπέζι για οικονομικά και στρατηγικά θέματα”.
Ο κ. Στάινιτζ είπε πως η πρώτη επίσημη υπουργική σύνοδος των ιδρυτικών μελών του EMGF θα συζητούσε σε σχέση με τη ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο. Ανέφερε πως η δική του πρόταση είναι πως στο μέλλον τα εμπορικά πλοία θα πρέπει να κινούνται στη Μεσόγειο με φυσικό αέριο παρά με βενζίνη ή πετρέλαιο, σημειώνοντας πως υπάρχουν ήδη κάποιες θετικές αντιδράσεις στο θέμα αυτό από ορισμένες χώρες, ακόμα και από την ΕΕ.
Υπογράμμισε πως αυτό θα καταστήσει δυνατή τη μείωση τόσο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη Μεσόγειο, όσο και του κινδύνου της μόλυνσης των υδάτων λόγω κηλίδων από τα καύσιμα.
Ερωτηθείς για το σχήμα συνεργασίας 3+1 ανάμεσα στην Κύπρο, την Ελλάδα, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, ο κ. Στάινιτζ είπε πως «είναι πάντα σημαντικό και καλό να έχουμε μαζί μας σε αυτή την περιφερειακή συμμαχία τις ΗΠΑ».
Σημείωσε πως οι σχέσεις του Ισραήλ με την Κύπρο και την Ελλάδα είναι σήμερα καλύτερες από ποτέ, αναφερόμενος στη συνεργασία στις επενδύσεις, στην Ενέργεια καθώς και σε θέματα ασφάλειας. Επεσήμανε ακόμη τη διενέργεια κοινών ασκήσεων και πρόσθεσε: «Θεωρώ ότι αυτή η συμμαχία είναι πραγματικά πολύ σημαντική για όλους τους λόγους: οικονομία, διπλωματία, άμυνα, αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, τα πάντα. Το να έχουμε μαζί μας τις ΗΠΑ είναι πολύ υποστηρικτικό σε αυτή την αναθέρμανση και ανάπτυξη των σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα. Έτσι αυτό το φόρουμ είναι πολύ σημαντικό και η υποστήριξη και η εμπλοκή των ΗΠΑ υπήρξε πάντοτε θετική», είπε ο κ. Στάινιτζ.
Σε ερώτηση για το πώς μπορεί να προωθηθεί περαιτέρω η Πράσινη Ενέργεια στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ο Ισραηλινός Υπουργός είπε πως «μόλις πριν πέντε ή έξι χρόνια η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας γινόταν κατά 60% από άνθρακα και κατά 40% από πετρέλαιο, κάτι που προκαλούσε μια μεγάλη μόλυνση ,με 20-25 σταθμούς σε όλη τη χώρα. Σήμερα 80% του ηλεκτρισμού μας παράγεται από φυσικό αέριο και ηλιακή ενέργεια και μόνο 20% από άνθρακα. Το 2025 η χρήση του άνθρακα ή του πετρελαίου θα είναι μηδενική και η παραγωγή θα είναι κατά 70% από φυσικό αέριο και κατά 30% από ηλιακή ενέργεια», ανέφερε, σημειώνοντας πως η κατάσταση αλλάζει τελείως σε λιγότερο από 10 χρόνια.
Πρόσθεσε πως αυτό καθιστά δυνατή τη μείωση της μόλυνσης του αέρα από τον ενεργειακό τομέα στο Ισραήλ κατά 70% τα τελευταία πέντε χρόνια και πως μέχρι το 2025 η μείωση αυτή θα είναι πέραν του 90%, κάτι που χαρακτήρισε ως αξιοσημείωτο.
Ο κ. Στάινιτζ επεσήμανε πως το Ισραήλ είναι ήδη η νούμερο δυο χώρα παγκόσμια σε ό,τι αφορά την χρήση ηλιακής ενέργειας. «Παράγουμε το 10% του ηλεκτρισμού μας από ηλιακή ενέργεια και το 2030 αυτό το ποσοστό θα είναι 30% και πιστεύω ότι μέχρι τότε θα είμαστε το νούμερο ένα παγκοσμίως», είπε.
Για αυτό, πρόσθεσε, και «χρειαζόμαστε επειγόντως τον αγωγό διασύνδεσης για τον οποίο υπογράψαμε γιατί αυτός θα μας δώσει μια επιπλέον υποστήριξη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν ξαφνικά ακόμα και στο Ισραήλ μπορεί να υπάρξουν δυο ή τρεις εβδομάδες με συννεφιά, και παρόλο που θα δημιουργήσουμε πολλές εγκαταστάσεις αποθήκευσης ηλεκτρισμού είναι εντούτοις πολύ δύσκολο να έχουμε αρκετό ηλεκτρισμό για όλη τη χώρα για περισσότερες από μερικές ημέρες».
Πρόσθεσε πως το ίδιο συμβαίνει και με την Κύπρο που χρησιμοποιεί τόσο την αιολική, όσο και την ηλιακή ενέργεια, και μπορεί να έχει μέρες χωρίς αέρα ή ήλιο. «Έτσι το γεγονός ότι θα συνδέσουμε τα ηλεκτρικά μας δίκτυα θα καταστήσει δυνατόν να εξαρτιόμαστε ολοένα και περισσότερο από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες, κυρίως τα ηλιακά συστήματα», ανέφερε.
Υπογράμμισε εξάλλου πως το Ισραήλ είναι μια χώρα με πληθώρα νεοφυών επιχειρήσεων, περισσότερες και από αυτές που έχει στο σύνολό της η ΕΕ. «Τα τελευταία πέντε χρόνια βλέπουμε εκατοντάδες νεοφυείς επιχειρήσεις στον τομέα της Ενέργειας, στην κυβερνοασφάλεια για τον ενεργειακό τομέα, στην ενεργειακή επάρκεια, στα ηλιακά συστήματα, στα ηλεκτρικά είδη, στις κυψέλες υδρογόνου, στη φύλαξη ηλεκτρισμού κλπ, και κάποιες από αυτές έχουν ήδη γίνει κολοσσοί», ανέφερε.
Πρόσθεσε πως «όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά στο να βοηθήσουν στις αλλαγές στο μέλλον με πολλές τεχνολογικές εξελίξεις, και το Ισραήλ γίνεται ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα στον κόσμο και στις ενεργειακές νεοφυείς επιχειρήσεις. Και σε αυτό μπορούμε να ενώσουμε δυνάμεις με την Ελλάδα και την Κύπρο και έχω την πεποίθηση πως θα βρούμε τρόπους για αυτό», ανέφερε.
Φιλελεύθερος
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

