Διεθνή
Είναι αλήθεια, άραγε, ότι η Κίνα κρατά τα κλειδικά του ευρωπαϊκού μέλλοντος;
ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΑΡΑΓΕ, ΟΤΙ Η ΚΙΝΑ ΚΡΑΤΑ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ; (ΚΙΝΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ).
Ο καμβάς του ευρωπαϊκού μέλλοντος και ταυτόχρονα οι προσδιοριστικοί πυλώνες της μελλοντικής ευρωπαϊκής πορείας είναι η ‘‘Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία’’ και ‘‘Η νέα βιομηχανική στρατηγική για την Ευρώπη’’ (https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/communication–eu–industrial–strategy–march-2020_en.pdf), υπό το όραμα βεβαίως της Συμφωνίας του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή. Υπό το καθεστώς δε των συνθηκών που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού, το συναποφασισθέν θεσμικό ‘‘όχημα’’ βάσει του οποίου θα πορευτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) τις επόμενες δεκαετίες είναι το Σχέδιο Ανάκαμψης για την Ευρώπη ‘‘Next Generation EU’’ (https://ec.europa.eu/info/strategy/recovery–plan–europe_el).
Με αυτά τα δεδομένα, πολύτιμο είναι να θυμόμαστε ότι η Συμφωνία του Παρισιού στοχεύει στη σταθεροποίηση της ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω των 2ο C, σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, και αν είναι δυνατόν στη σταθεροποίηση αυτής της ανόδου κάτω του 1,5ο C και τούτο προκειμένου να μειωθούν σημαντικά οι κίνδυνοι της κλιματικής αλλαγής.
Από την άλλη πλευρά, η ‘‘Πράσινη Συμφωνία’’ της ΕΕ προσδοκά μια κλιματικά ουδέτερη Ευρώπη το 2050, με μηδενικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και επ’ αυτού του οραματισμού αειφορίας ήδη το πλάνο για την ανάπτυξη της Ευρώπης είναι σαφές και από τούδε και στο εξής αδιαπραγμάτευτο: Η ‘‘πράσινη’’ ανάπτυξη είναι δεδομένα ο κινητήριος μοχλός της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής και η καταληκτική στόχευση κάθε εθνικής οικονομικής ατζέντας. Γι’ αυτό, δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το 37% των κονδυλίων του Ταμείου Ανασυγκρότησης θα δαπανηθεί για σκοπούς της ‘‘πράσινης’’ ανάπτυξης ενώ το 20% για τον λεγόμενο ψηφιακό μετασχηματισμό (digital transformation) της ευρωπαϊκής Οικονομίας.
Υπ’ αυτό το οραματικό πλαίσιο πολιτικής, η πρόσβαση σε πόρους και πρώτες ύλες αποτελεί στρατηγικό ζήτημα ασφάλειας για τη φιλοδοξία της Ευρώπης να υλοποιήσει την ‘‘Πράσινη Συμφωνία’’ αλλά και για την ίδια την ανθεκτικότητα ολόκληρου του ενωσιακού οικοδομήματος. Ειδικά, οι πρώτες ύλες για τις ΑΠΕ (οι οποίες θα εξυπηρετήσουν την υλοποίηση των πολιτικών στόχων της ΕΕ), όπως οι πρώτες ύλες με τις οποίες κατασκευάζονται ηλεκτρολυτικές κυψέλες καυσίμου, απαραίτητες για την παραγωγή ‘‘πράσινου’’ υδρογόνου, τουρμπίνες για την παραγωγή αιολικής ενέργειας και φωτοβολταϊκά για την αξιοποίηση και αποθήκευση της ηλιακής ενέργειας, είναι μέγιστης αξίας και κομβικής σπουδαιότητας για το ευρωπαϊκό παρόν και, πολύ περισσότερο, μέλλον.
Σύμφωνα με την απολύτως καθοριστική ‘‘Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί της ανθεκτικότητας ως προς τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας’’ (https://eur–lex.europa.eu/legal–content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:52020DC0474&from=EN), οι πρώτες ύλες που είναι οι πιο σημαντικές από οικονομική άποψη για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ και για τις οποίες υφίσταται υψηλός εφοδιαστικός κίνδυνος ονομάζονται πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας.
Μάλιστα, η ΕΕ επειδή αποδίδει εξαιρετική βαρύτητα στο συγκεκριμένο ζήτημα, καταρτίζει ανά τριετία καταλόγους με τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας (για το μέλλον της) διαμορφώνοντας αναλόγως και τις πολιτικές της δράσεις. Ο δε πιο πρόσφατος απ’ αυτούς τους καταλόγους είναι ο κατάλογος πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας της ΕΕ του 2020, o οποίος αποτυπώνει ad hoc τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας έως το 2030 αρχικά, και το 2050 καταληκτικά, για τις τεχνολογίες και τους τομείς στρατηγικής σημασίας για την ΕΕ.
Ο εν λόγω κατάλογος της ΕΕ για το 2020 περιέχει 30 πρώτες ύλες. Τριάντα, λοιπόν, ίσως και… ‘‘περίεργες’’ για εμάς λέξεις συνιστούν, μάλλον εν αγνοία των πιο πολλών από εμάς, τους πιο αποφασιστικούς ‘‘κωδικούς’’ του ίδιου του μέλλοντος μας: Αντιμόνιο, Άφνιο, Φώσφορος, Βαρίτης, Βαριές Σπάνιες Γαίες, Σκάνδιο, Βηρύλλιο, Ελαφρές Σπάνιες Γαίες, Πυριτιούχο Μέταλλο, Βισμούθιο, Ίνδιο, Ταντάλιο, Βορικά Άλατα, Μαγνήσιο, Βολφράμιο, Κοβάλτιο, Φυσικός Γραφίτης, Βανάδιο, Άνθρακας οπτανθρακοποίησης, Φυσικό Καουτσούκ, Βωξίτης, Αργυραδάμας, Νιόβιο, Λίθιο, Γάλλιο, Μέταλλα της ομάδας του λευκόχρυσου, Τιτάνιο, Γερμάνιο, Φωσφορίτης και Στρόντιο.
Το μέγα ζήτημα, ωστόσο, όσον αφορά τα περισσότερα από τα παραπάνω μέταλλα, είναι ότι η εξάρτηση της ΕΕ από τις εισαγωγές τους κυμαίνεται μεταξύ 75 % και 100 % (σελ. 7 του άνω εγγράφου της Κομισιόν)! Η δε ζήτησή τους προβλέπεται να αυξηθεί δραματικά τα επόμενα χρόνια. Επί παραδείγματι, η ζήτηση για τα σχετικά με τους ηλεκτρικούς συσσωρευτές αποθήκευσης μέταλλα, όπως είναι το αργίλιο, το κοβάλτιο, ο σίδηρος, ο μόλυβδος, το λίθιο, το μαγνήσιο και το νικέλιο, υπολογίζεται ότι θα αυξηθεί κατά περισσότερο από 1.000 % έως το 2050 (σελ. 6 του άνω εγγράφου της Επιτροπής)!
Εμπλέκεται σ’ όλα αυτά, έπειτα από τα παραπάνω, κάποια τρίτη χώρα και δη ουσιωδώς κρίσιμα; Η απάντηση είναι θετική και έχει να κάνει με την Κίνα. Παρακάτω, αποδίδω την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ‘‘εικόνα’’, όπως είναι σήμερα, προκειμένου να εξαχθεί μια όχι απλά μεγάλη αλλά (φρονώ ίσως) τεράστια αλήθεια, ειδικά για το ευρωπαϊκό μέλλον, που είναι, αυτονοήτως, και το δικό μας μέλλον.
Η Κίνα, λοιπόν, προμηθεύει, αναφορικά με τις ποσότητες που χρειάζεται η ΕΕ, το 99% των ελαφρών σπάνιων γαιών, το 98% των βαριών σπάνιων γαιών, το 38% του Βαρίτη, το 49% του Βισμουθίου, το 93% του Μαγνησίου, το 47% του φυσικού Γραφίτη, το 66% του Σκανδίου, το 45% του Τιτανίου, το 69% του Βολφραμίου και το 39% του Βαναδίου.
Απολύτως αποκαλυπτική είναι και η μελέτη της Κομισιόν ‘‘Critical raw materials for Strategic Technologies and Sectors in the EU, A foresight Study’’ (https://ec.europa.eu/docsroom/documents/42881), η οποία αποστομωτικά φανερώνει κρίσιμες πολυφασματικές πληροφορίες.
Όσον αφορά τα συστατικά ηλεκτρικών μπαταριών αποθήκευσης, σύμφωνα με μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank) η ζήτηση τους θα αυξηθεί κατά 450% μέχρι το 2050. Η Κίνα, συνεπώς, που παράγει το 66% (σελ. 11 της μελέτης) των μπαταριών ιόντων λιθίου (Li–batteries που χρησιμοποιούνται από την κατασκευή κινητών τηλεφώνων και υπολογιστών μέχρι ηλεκτρικών οχημάτων) είναι ήδη σε πολύ πλεονεκτική θέση.
Αναφορικά με τους συσσωρευτές ηλεκτρικών οχημάτων και την αποθήκευση ενέργειας, η ΕΕ θα χρειαστεί έως και 18 φορές μεγαλύτερη ποσότητα λιθίου και 5 φορές μεγαλύτερη ποσότητα κοβαλτίου το 2030, καθώς και περίπου 60 φορές μεγαλύτερη ποσότητα λιθίου και 15 φορές μεγαλύτερη ποσότητα κοβαλτίου το 2050, σε σύγκριση με τον τρέχοντα εφοδιασμό για ολόκληρη την οικονομία της. Η σημασία, λοιπόν, της Κίνας που διενεργεί το 46% της επεξεργασμένης παραγωγής κοβαλτίου και διαθέτει το 45% παγκοσμίως των μονάδων επεξεργασίας λιθίου (σελ. 19 παρακάτω μελέτης) είναι πασιφανής. Δεδομένου δε ότι η εισαγωγή των σπάνιων γαιών (που είναι εν προκειμένω απαραίτητες) από την Κίνα είναι σχεδόν ολοκληρωτική και δοθέντος ότι η Κίνα διαθέτει το 69% των παγκοσμίων αποθεμάτων σε φυσικό γραφίτη (που χρησιμοποιείται κατά κόρον για την κατασκευή συσσωρευτών), προκύπτει ότι η εξάρτηση της ΕΕ από την ασιατική χώρα καθίσταται στον τομέα αυτόν σχεδόν απόλυτη.
Σχετικά με τα φωτοβολταϊκά, η Κίνα έχει οιονεί μονοπώλιο παγκοσμίως (σελ. 11 της μελέτης)! Διακατέχει το 89% του μεριδίου της αγοράς των συστατικών των φωτοβολταϊκών (σελ. 39 της μελέτης) ενώ παράγει και τις αναγκαίες πρώτες ύλες. Για παράδειγμα, όσον αφορά την πολυσιλικόνη που χρησιμοποιείται στις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, η Κίνα κατέχει το 70% της παραγωγής, παράγει δε και το 90% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής των φωτοβολταϊκών δισκίων πυριτίου. Κι όλα αυτά τη στιγμή που η ΕΕ στον συγκεκριμένο τομέα διαθέτει μόνο το 6% των πρώτων υλών και το 5% των επεξεργασμένων υλικών (processed materials)!
Περαιτέρω, η Κίνα παράγει σε παγκόσμιο επίπεδο το 80% του γαλλίου, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ημιαγωγών και φωτοβολταϊκών, αλλά και του γερμανίου, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή οπτικών ινών ηλιακών κυψελών και καταλυτών πολυμερισμού. Η Κίνα δε είναι αυτή που εξάγει το 66% του σκανδίου, που χρησιμοποιείται στο απολύτως καθοριστικό πεδίο κατασκευής κυψελών καυσίμου και επί του οποίου χημικού στοιχείου η ΕΕ εξαρτάται στο 100% από εισαγωγές.
Όσον αφορά στους μόνιμους μαγνήτες, που είναι το συστατικό κλειδί για τη λειτουργία ανεμογεννητριών, η Κίνα έχει οιονεί μονοπώλιο και κρατά στην κατοχή της το 65% των πρώτων υλών (σελ. 11 και 35 μελέτης). Παράλληλα, διαθέτει το 85-90% των μαγνητών νεοδυμίου. Ενώ, λοιπόν, η ζήτηση για σπάνιες γαίες που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μόνιμων μαγνητών, π.χ. για ηλεκτρικά οχήματα, ψηφιακές τεχνολογίες ή ανεμογεννήτριες, ενδέχεται έως και να δεκαπλασιαστεί έως το 2050 (σελ. 6 του άνω εγγράφου της Επιτροπής), η ΕΕ παράγει το 1% των πρώτων υλών για τις ανεμογεννήτριες και, συνεπώς, προσβλέπει για την πολυπόθητη ‘‘πράσινη’’ ανάπτυξη της προς….Ανατολάς!
Δεν είναι σπουδαίο, λοιπόν, μόνο το γεγονός ότι στις κυψέλες καυσίμων η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος παίκτης παγκοσμίως (έχει το 20% της αγοράς, σελ. 25 της μελέτης) συν το γεγονός ότι το 52% των υλικών (πρώτων υλών) ρομποτικής το προμηθεύει παγκοσμίως πάλι αυτή, είναι παράλληλα και το γεγονός ότι η Κίνα προμηθεύει, επίσης σε παγκόσμιο επίπεδο, το 1/3 των υλικών που απαιτούνται για τη συναρμολόγηση των UAV (μη επανδρωμένα αεροσκάφη). Στα drones η Κίνα έχει πάνω από 75% μερίδιο αγοράς καθώς είναι ο κυρίαρχος παγκόσμιος προμηθευτής στο μαγνήσιο, βισμούθιο και βολφράμιο, δηλαδή στα βασικά υλικά που απαιτούνται για την κατασκευή τους.
Όσον δε αφορά τις τρισδιάστατες εκτυπώσεις, που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον ψηφιοποιημένο κόσμο που γοργά έρχεται, η Κίνα προμηθεύει παγκοσμίως το 35% των πρώτων υλών (σελ. 12 της μελέτης). Γενικά, στις ψηφιακές τεχνολογίες που απαιτείται η χρήση χαλκού, γάλλιου γερμάνιου, χρυσού, ίνδιου και μετάλλων της ομάδας του λευκόχρυσου, σπάνιων γαιών και τανταλίου, η Κίνα είναι ο πρωταθλητής στην παγκόσμια αγορά προμήθειας των πρώτων αυτών υλών, κατέχοντας μερίδιο 41%.
Επιπλέον, η Κίνα επενδύει σε χώρες που διαθέτουν αποδεδειγμένα κρίσιμες πρώτες ύλες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Η εν λόγω αφρικανική χώρα παράγει το 54% του κοβαλτίου σε παγκόσμιο επίπεδο, εν προκειμένω όμως η Κίνα, μέσω των κρατικών εταιριών της, έχει επενδύσει εκεί και σήμερα εισάγοντας το άνω μέταλλο, ως πρώτη ύλη, από το Κονγκό διαθέτει το 60% της παγκόσμιας παραγωγής επεξεργασμένου (και άμεσα διαθέσιμου σε βιομηχανικές και τεχνολογικές εφαρμογές) κοβαλτίου.
Σήμερα, λοιπόν, η Κίνα έφτασε στο να προμηθεύει πάνω από τις μισές πρώτες ύλες σε projects της αμυντικής βιομηχανίας όλων των χωρών του Κόσμου (σελ. 74 της μελέτης). Αναπτύσσοντας ήδη από τη δεκαετία του 1980 τη στρατηγική της, βασιζόμενη στο τότε 5ετές Εθνικό Πλάνο 1986-1990, έχει καταφέρει, διαθέτοντας σήμερα πια πάνω από 300 ερευνητικά ινστιτούτα αναφορικά με τις κρίσιμες πρώτες ύλες, να είναι στο παρόν ο κυρίαρχος παγκόσμιος παίκτης στις κρίσιμες πρώτες ύλες αλλά και στο πεδίο της επεξεργασίας τους και της συναρμολόγησης βασικών εξαρτημάτων που προέρχονται απ’ αυτές (component assembler). Σκοπός δε του οραματικού εγχειρήματος ‘‘Made in China 2025’’ είναι να γίνει η χώρα η οικουμενική ηγέτιδα δύναμη στον τομέα της Τεχνολογίας το 2035.
Υπ’ αυτό το αναλυτικό πρίσμα, η Κομισιόν στη ‘‘νέα βιομηχανική στρατηγική για την Ευρώπη’’ αναγνωρίζει (ίδετε στη σελίδα 2) ότι η μετάβαση της Ευρώπης προς την κλιματική ουδετερότητα θα μπορούσε να αντικαταστήσει τη σημερινή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα με την εξάρτηση από τις πρώτες ύλες και κρούει, εμμέσως πλην σαφώς, τον κίνδυνο απώλειας της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης. Υπό το ίδιο δε πρίσμα, είναι απολύτως κατανοητό για ποιο λόγο η ΕΕ συνήψε την κορυφαία επενδυτική συμφωνία με την Κίνα στο τέλος του προηγούμενου έτους (ΕU China Comprehensive Agreement on Investment (CAI) https://trade.ec.europa.eu/doclib/press/index.cfm?id=2237).
Τι πρόκειται να γίνει στο μέλλον, λοιπόν; Η ΕΕ έχει ήδη καταρτίσει σχέδιο δράσης για τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας. Προσδίδει μέγιστη βαρύτητα στην ανάπτυξη ανθεκτικών αξιακών αλυσίδων για τα βιομηχανικά οικοσυστήματά της, στον περιορισμό της εξάρτησης από τις πρωτογενείς ύλες κρίσιμης σημασίας μέσω της κυκλικής χρήσης των πόρων, στον σχεδιασμό βιώσιμων προϊόντων και στην ώθηση της καινοτομίας, στην ενίσχυση της βιώσιμης και υπεύθυνης εγχώριας προμήθειας και επεξεργασίας πρώτων υλών σ’ όλη την ΕΕ και, εν τέλει, στη διαφοροποίηση του εφοδιασμού των πρώτων υλών μέσω της βιώσιμης και υπεύθυνης προμήθειας από τρίτες χώρες και της ενίσχυσης του βασιζόμενου σε κανόνες ανοικτού ανταγωνισμού ελεύθερου διεθνούς εμπορίου (σελ. 8 του άνω εγγράφου της Επιτροπής).
Στο επίπεδο δε της διαδιεθνικής πολυμέρειας, η ΕΕ σκοπεύει να εντείνει τις συνεργασίες της, όπως είναι αυτή μεταξύ της ΕΕ, των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας για τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας αλλά και να πρωτοστατήσει στα διεθνή αρμόδια fora, όπως είναι ο ΟΟΣΑ, ο ΟΗΕ, ο σχηματισμός G20 και κυρίως βέβαια ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ).
Σε τελική ανάλυση, ωστόσο, προσωπικά τουλάχιστον, αντιλαμβάνομαι το κρισιμότατο εξεταζόμενο ζήτημα, που είναι ασφαλώς eo ipso ζωτικής σημασίας, ούτως ή άλλως, για το παρόν και το μέλλον της δικής μας Ηπείρου, και ως ζέον και έντονα ενδιαφέρον υποπλαίσιο του μεγαλύτερου και καθολικότερου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται πλέον η Παγκόσμια Γεωπολιτική, επί του οποίου (ευρύτερου πλαισίου) κυριαρχεί και θα ενταθεί η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας.
Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Anthony Blinken έχει ήδη δηλώσει ότι η Κίνα είναι για τη χώρα του το ‘‘γεωπολιτικό τεστ του αιώνα’’ (https://www.protagon.gr/epikairotita/ipa–i–kina–gia–emas–einai–to–gewpolitiko–test–tou–aiwna-44342239668) και καθώς, συνεπώς, μετά το τέλος του αμερικανικού απομονωτισμού και της εσωστρέφειας, η επανάμιξη της Υπερδύναμης στις παγκόσμιες υποθέσεις εκλαμβάνεται ως δεδομένη και αυτονόητη, οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες, προς το παρόν όμως ‘‘αδήλωτες’’.
Κατά αυτήν τη συλλογιστική, η απάντηση στο ερώτημα, μετά όσα επισημάνθηκαν παραπάνω, ‘‘αν η Κίνα κρατά τα κλειδιά του ευρωπαϊκού μέλλοντος;’’ μετατρέπεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη και απρόβλεπτη ‘‘νοητική άσκηση’’. Η παρούσα ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας, όσο καίρια και γεωοικονομικά βαρύνουσα και να είναι, δεν είναι παρά μια μόνο παράμετρος επί της πολυεπίπεδης, πολυσχιδούς και δεδομένα περίπλοκης παραμετροποίησης της Παγκόσμιας Γεωπολιτικής. Επομένως, επηρεάζει αλλά και επηρεάζεται από τα υπόλοιπα ‘‘αλληλοπλεκόμενα’’ δεδομένα της παγκόσμιας Πολιτικής.
Το ‘‘παιχνίδι’’, κατά συνέπεια, είναι πιθανόν να μην παιχθεί και κριθεί σε επίπεδο ΠΟΕ, ο οποίος αμφιβάλλω κατά πόσο μπορεί να ‘‘τιθασεύσει θεσμικά’’ την Κίνα, αλλά να κριθεί επί παραδείγματι από την επιτυχία ή αποτυχία του ήδη υφαινόμενου αμερικάνικου περικυκλωτισμού απέναντι στην Κίνα, δηλαδή από το πόσο αποτελεσματικός θα μπορούσε να αποδειχθεί ο γεωπολιτικός και γεωοικονομικός κλοιός που σχηματίζουν (;) σε βάρος της Κίνας οι ΗΠΑ με τη βοήθεια 5 μεγάλων χωρών, ήτοι της Ιαπωνίας, της Ινδίας, της Νότιας Κορέας, της Αυστραλίας και του Βιετνάμ. Η Ευρώπη, πάντως, είναι σίγουρο ότι για να επιβιώσει οφείλει να αγωνιστεί σκληρά και μεθοδικά για τη στρατηγική αυτονομία και πολιτικο-οικονομική της αυτάρκεια διασκεδάζοντας άμεσα την εικόνα που μέχρι τώρα εκπέμπει παγκοσμίως, δηλαδή την εικόνα ‘‘επαναδιεκδικήσιμου κάστρου’’ που θα πέσει στα χέρια του πιο ισχυρού ή του έχοντος να ‘‘παίξει’’ τα ‘‘καλύτερα χαρτιά’’….
Κατερίνη, 18/3/2021.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science.
ΥΓ1. Έμπνευση για το παρόν άρθρο αποτέλεσε η εξαιρετική δουλειά της Jane Nakano (senior fellow στο Center for Strategic and International Studies, Washington) με τίτλο: ‘‘ The Geopolitics of critical mineral supply chains’’ (https://csis-website-prod.s3.amazonaws.com/s3fs-public/publication/210311_Nakano_Critical_Minerals.pdf?DR03x5jIrwLnNjmPDD3SZjEkGEZFEcgt).
ΥΓ2. Για το κλίμα που έχει πια διαμορφωθεί στις ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, σφόδρα συνιστώ να διαβαστεί το άρθρο του Ryan Hass στο ‘‘Foreign Affairs’’ με τίτλο: ‘‘China is not 10 feet tall’’ ( διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2021-03-03/china–not–ten–feet–tall?utm_campaign=Brookings%20Brief&utm_medium=email&utm_content=114011828&utm_source=hs_email).

Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

