Ιστορία - Πολιτισμός
Καλαμάτα – Καρύταινα, η Επανάσταση των Ελλήνων
Η απελευθέρωση της Καλαμάτας, τις 23 Μαρτίου 1821
Στό λιμανάκι τοῦ Ἁρμυροῦ τῆς Μάνης ἄραξε, στά μέσα Μαρτίου 1821, τό καράβι τοῦ Μέξη πού εἶχε ναυλώσει ὁ Παπαφλέσσας στό Ἀϊβαλί. Τό καράβι μετέφερε μπαρουτόβολα καί τά παρέλαβαν ὁ Νικηταρᾶς καί ὁ Νικήτας Δικαῖος, ἀδελφός του Παπαφλέσσα. Στή συνέχεια ἀνέλαβαν τήν μεταφορά καί τήν παράδοση τοῦ φορτίου στόν Ἀρχιμανδρίτη πού βρισκόταν στό μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία στήν Πόλιανη.
«Καθώς πέρναγε ἡ συνοδεία ἔξω ἀπό τήν Καλαμάτα, στάθηκε σέ κάποιο πηγάδι γιά νά ποτίσουν τά φορτωμένα ζωντανά. Ξεφεύγει ἀπ’ αὐτά ἕνα βαρελάκι καί πέφτοντας σπάζει καί χύνεται τό μπαρούτι. Σέ λίγο φτάνει στό πηγάδι ὁ σεΐζης (σταβλίτης) τοῦ Σουλεϊμᾶν ἀγᾶ, βοεβόδα τῆς Καλαμάτας, νά ποτίσει τό ἄτι τοῦ ἀφεντικοῦ του. Βλέπει τό μπαρούτι, τρέχει στόν ἀγᾶ καί τοῦ φανερώνει τί εἶδε. Ὁ βοεβόδας προστάζει νά τοῦ φέρουν τούς προύχοντες τῶν ραγιάδων.
– Τί εἶναι τοῦτα, μπρέ ραγιάδες;
– Ἀγωγιάτες καί ραγιάδες εἶναι ἀγᾶ μου καί κουβαλᾶνε λάδι.
– Ἀμή γιατί εἶναι ἀρματωμένοι;
– Φοβοῦνται τούς κλέφτες, ἀγᾶ μου.
– Πρώτη φορά ἀκούω πώς ἔχει κλέφτες στόν καζά (ἐπαρχία) μου. Ἴσαμε πόσοι νά ΄ναι;
– Λένε πώς εἶναι χιλιάδες. Ἀγᾶ μου ἕνα ἀπομένει. Στεῖλε μήνυμα στούς Μανιάτες νά μᾶς γλυτώσουν ἀπό δαύτους.»
Ἐπανάσταση τοῦ 21, Δημήτρη Φωτιάδη
Καί ὁ Ἀρναούτογλου προσκάλεσε τούς Μανιάτες νά ἔρθουν στήν Καλαμάτα γιά νά τόν προστατέψουν! Πράγματι ὁ Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ἔστειλε τόν γιό του Ἠλία Μαυρομιχάλη, στίς 19 Μαρτίου, μέ 150 Μανιάτες οἱ ὁποῖοι ἐγκαταστάθηκαν σέ σπίτια Χριστιανῶν. Ὁ Ἠλίας ἔγραψε στόν πατέρα του νά εἰδοποιήσει ὅλα τά καπετανάτα νά πλακώσουν στήν Καλαμάτα γιά νά πάρουν τήν πόλη.
Πράγματι στίς 23 Μαρτίου 1821 μπῆκαν στήν πόλη ἐλευθερωτές πλέον οἱ Μαυρομιχάληδες, οἱ Μούρτζινοι (Τρουπάκηδες), οἱ Κουμουνδουράκηδες, οἱ Γρηγοράκηδες, οἱ Καπετανάκηδες, οἱ Χρηστέοι, ὁ Παναγιώτης Βενετσάνος, ὁ Κεφάλας, ὁ Παπαφλέσσας, ὁ Κυβέλος, ὁ Κουτράκος, ὁ Πατριαρχέας, ὁ Μητροπέτροβας, ὁ Ἀναγνώστης Παπαγεωργίου (Ἀναγνωσταρᾶς), ὁ Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταρᾶς) καί μαζί μέ αὐτούς, ὅπως γράφει ὁ Κόκκινος «συνεβάδιζε κρατῶν μακράν ράβδον καί χωρίς ὅπλον καί φέρων τό ἐρυθρόν ἔνδυμα τοῦ ἀξιωματικοῦ τῶν ἑπτανησιακῶν ταγμάτων ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὡσάν ἀλλόκοτος ὁδοιπόρος μεταξύ τῶν ἐνόπλων.»
Ὁ Ἀρναούτογλου εἶχε πέσει στήν παγίδα καί παραδόθηκε ἀμέσως. Στίς 23 Μαρτίου 1821 μπροστά στόν βυζαντινό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 24 ἱερεῖς εὐλόγησαν, κατά τή διάρκεια πανηγυρικῆς δοξολογίας καί μέσα σέ ἀτμόσφαιρα ξέφρενης χαρᾶς καί ἐνθουσιασμοῦ, τίς ἑλληνικές σημαῖες. Βέβαια, στήν Τσίμοβα (Ἀερόπολη) εἶχε προηγηθεῖ ἄλλη δοξολογία, μπροστά στόν Ἱερό Ναό τῶν Ταξιαρχῶν, ὅπου οἱ ἀεί ἐλεύθεροι Μανιάτες, στίς 17 Μαρτίου τοῦ 1821, εἶχαν ὑψώσει τό λάβαρο τοῦ Ἀγῶνα, δηλαδή τή μανιάτικη σημαία. Ἡ σημαία ἦταν λευκή, μέ μπλέ σταυρό στή μέση. Στήν πάνω πλευρά ἔγραφε “Νίκη ἤ Θάνατος” καί στήν κάτω τό ἔνδοξο “Τᾶν ἤ Ἐπί Τᾶς”.
Ἀπό ἐδῶ καί πέρα θά ξεχωρίσει ἡ κορυφαία μορφή τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει ἀπό τήν Ζάκυνθο στήν Μάνη, στίς 6 Ἰανουαρίου 1821 καί κρυβόταν στόν πύργο τοῦ φίλου του καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινου στήν Καρδαμύλη. Μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Καλαμάτας, ὁ “Γέρος τοῦ Μοριά” πῆρε 300 Μανιάτες ἀπό τόν Μούρτζινο καί τόν Μαυρομιχάλη καί κίνησε γιά τό ἐσωτερικό της Πελοποννήσου. Μπροστά, βάδιζε ἕνας θεόρατος καλόγερος ὁ παπά Τούρτας κρατώντας ψηλά ἕναν μεγάλο σταυρό.
«Εἰς τάς 23 Μαρτίου 1821 ἐπιάσαμε τούς Τούρκους εἰς τήν Καλαμάτα, τόν Ἀρναούτογλην, σημαντικόν Τοῦρκον τῆς Τριπολιτζᾶς. Εἴμεθα 2.000 Μανιάτες, ὁ Πετρόμπεης, ὁ Μούρτζινος, ὁ Κυβέλος, Δυτική Σπάρτη. Ἑκατό ἦτον οἱ Τοῦρκοι μεινεμένοι, ὡς 10.000 ἡ φήμη τους μεγάλη, (διέδιδαν ὅτι ἦταν 10.000 Τοῦρκοι). Ἡ Ἀνατολική Σπάρτη ἐκινήθη τήν ἴδιαν ὥραν. Ὁ Τζανετάκης μέ τήν Κακαβουλιά (Μέση Μάνη) ἐκινήθη διά τόν Μυστρᾶ. Οἱ Τοῦρκοι τῆς Μπαρδούνιας καί Μυστρᾶ ὑπάγουν, τραβιοῦνται εἰς τήν Τριπολιτζᾶ. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν βάλει ὑποψία, ἐπροσκάλεσαν τούς προεστούς καί δεσποτάδες, καί αὐτοί ἐπῆγαν (κράτησαν ὁμήρους τους προεστούς). Ἦτον ἔμβα τοῦ Μαρτίου. Δέν τούς ἐσκότωσαν.
Εἶπα νά πᾶμε εἰς τήν παλαιάν Ἀρκαδία, εἰς τό κέντρο, διά νά βοηθοῦμε τούς ἄλλους. Τότενες τούς εἶπα: “Ἐάν μου δώσετε βοήθεια ἀπό τοῦτο τό στράτευμα, καλῶς, εἰμή ἀναχωρῶ νά ὑπάγω εἰς τό κέντρο”. Εἶχα λάβει γράμμα ἀπό τόν Κανέλλο (Δεληγιάννη), μ’ ἐπροσκαλοῦσε, ὅτι εἶχε 10.000 ἄρματα, καί νά ἔμβω ἐπί κεφαλῆς. Τοῦ Μούρτζινου ἀρρώστησε τό παιδί του, ὁ Διονύσιος, καί ἔτζι δέν ἐκίνησαν ὅλοι οἱ Μανιᾶται. Ἔλαβα 200 ἀπό αὐτόν (Μούρτζινο) καί 70 ἀπό τόν Μπέη (Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη) μέ τόν καπετάν Βοϊδή καί μέ 30 ἐδικούς μου ἐγενήκαμε 300 καί ἔκοψα εὐθύς δύο σημαῖες μέ σταυρό καί ἐκίνησα. (Ξεκίνησε μέ 300 Μανιάτες γιά τό ἐσωτερικό της Πελοποννήσου).
Οἱ Ἀνδρουσιάνοι Τοῦρκοι, (Ἀνδροῦσα Μεσσηνίας) 260 ἄνδρες, μανθάνοντας ὅτι εἴμεθα ἀσκέρι (στρατός) φεύγουν, πάνε στά κάστρα τῆς Μεσσηνίας. Κινώντας ἐγώ, εἶχαν μίαν προθυμίαν οἱ Ἕλληνες, ὅπου ὅλοι μέ τάς εἰκόνας ἔκαναν δέηση καί εὐχαριστήσεις. Μοῦ ἤρχετο τότε νά κλαύσω ἀπό τήν προθυμίαν πού ἔβλεπα.»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Στίς 25 Μαρτίου 1821 ἔνοπλοι ἀπό τό Ζυγοβίστι, τή Δημητσάνα καί τή Στεμνίτσα ἐπιτέθηκαν κατά τῶν Τούρκων τῆς Καρύταινας, οἱ ὁποῖοι μαζί μέ τόν διοικητή τους Μουσταφᾶ Ριζιώτη κλείστηκαν στό κάστρο. Ὁ Κολοκοτρώνης πού βρισκόταν στό Λεοντάρι, νοτίως τῆς Μεγαλουπόλεως, ἔσπευσε νά βοηθήσει καί νά ὀργανώσει τήν πολιορκία τοῦ κάστρου. Στίς 29 Μαρτίου ἔφθασαν τούρκικες ἐνισχύσεις 1700 ἀνδρῶν ἀπό τό Φανάρι Ἠλείας καί ὁ Κολοκοτρώνης μέ τούς 300 Μανιάτες του κατάφερε νά τούς ἀπωθήσει μέ ἀπώλειες ἕξι νεκρούς καί τραυματίες τόν Βοϊδή καί τόν Ἀθανάσιο Δουράκη. Ὅταν ἦλθαν οἱ ἀδελφοί Πλαπούτα (Γεωργάκης καί Δημήτρης) καί ὁ Ζανέτος Χριστόπουλος ἀπό τά νῶτα τοῦ ἐχθροῦ, οἱ Τοῦρκοι στριμώχθηκαν σέ μία γέφυρα τοῦ Ἀλφειοῦ ποταμοῦ (τοῦ Κούκου) καί προσπαθώντας νά διαβοῦν τό ποτάμι στή θέση Χαλούλαγα, ἔπαθαν μεγάλη καταστροφή καί εἶχαν ἑκατοντάδες νεκρούς.
«Ἐκούναγα τό μπαϊράκι (σημαία) διά νά μέ γνωρίσουν τά Κολιόπουλα, εἶχε πιασθεῖ ὁ λαιμός μου ἀπό τίς φωνές τῆς ἡμέρας. (Ἀνέμιζε τή σημαία γιά νά τόν δοῦν οἱ ἀδελφοί Πλαπούτα καί νά τρέξουν νά τόν βοηθήσουν). Οἱ Τοῦρκοι βγαίνουν εἰς βοήθεια ἀπό τό κάστρο, διώχνουν ἐκείνους πού ἦτον στήν χώρα. Κυνηγοῦμε τούς Τούρκους μέ τά γυναικόπαιδα, 500 ψυχές ἐχάθηκαν εἰς τό ποτάμι τῆς Καρύταινας, μήν ἠμπορώντας ν’ ἀπεράσουν ἀπό τό γεφύρι, τό ὁποῖον τό εἴχαμε πιασμένο.
Ἠμεῖς τούς πολιορκήσαμεν (τούς Τούρκους τῆς Καρύταινας). Μετά τό ἑσπέρας (βράδυ) ἔφθασε καί ὁ Ἠλίας Μπεηζαντές (Ἠλίας Μαυρομιχάλης, γιός τοῦ Πετρόμπεη) ἀπό τό Λεοντάρι. Στίς 28 ἦλθε καί ὁ Κανέλλος (Δεληγιάννης) μέ 200 Καρυτινούς. Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς καί ὁ Παπαφλέσσας ἦρθαν εἰς τήν Καρύταινα μέ 1.000. Σέ δύο ἡμέρες ἐγινήκαμε 6.000. Οἱ Τοῦρκοι ὅπου ἦτον κλεισμένοι, ἄφησαν τά ζῶα τους ἔξω, τά πῆραν οἱ Ἕλληνες. Δέν εἶχαν νερό, τροφάς. Τόν Νικηταρά, τόν εἶχα σταλμένον μέ ἑκατό νομάτους εἰς τό Φραγκόβρυσο, εἰς τήν Τριπολιτζᾶ, δύο ὧρες ἀπέξω. (Κάτω ἀπό τό κάστρο τῆς Καρύταινας ἦταν συγκεντρωμένοι 6.000 ἄνδρες, ἀλλά μέ ὑποτυπώδη ὁπλισμό, χωρίς πολεμοφόδια καί ἀπειροπόλεμοι. Οἱ ὁπλαρχηγοί δέν ἄκουσαν τή γνώμη τοῦ Κολοκοτρώνη νά τρέξουν νά πιάσουν τόν δρόμο ἀπό τήν Τρίπολη γιά νά ἐμποδίσουν τίς ἐνισχύσεις τοῦ ἐχθροῦ, διότι ὅλοι περίμεναν νά πέσει τό κάστρο καί νά τό λαφυραγωγήσουν).
Ἐκεῖνες τές δύο ἡμέρες ὅπου ἐσυνάχθημεν, ὁ Μουσταφάγας ἐνδύνει δύο Τούρκους ραγιάδικα (ἑλληνικά), τούς δίνει 500 γρόσια. Ἐπῆγαν εἰς τήν Τριπολιτζᾶ διά νά ἔλθει μεντάτι (βοήθεια) καί νά τούς πληρώσει ὅλους ὅσοι ἔλθουν εἰς βοήθειάν τους. Ἔξω βγαίνοντας οἱ πεζοδρόμοι δύο ὧρες, τούς ἐκατάλαβαν ἄνθρωποι, πλήν δέν τούς ἔπιασαν. (Οἱ κλεισμένοι στό κάστρο ἕντυσαν δύο Τούρκους σάν Ἕλληνες καί τούς ἔστειλαν μέ λεφτά στήν Τρίπολη γιά νά φέρουν ἐνισχύσεις. Κατάφεραν νά περάσουν τόν κλοιό καί ἔφεραν 2.000 ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν ἀνενόχλητοι στήν Καρύταινα, ἀφοῦ οἱ δρόμοι ἔμειναν τελικά ἀφύλακτοι).
Δίδοντας τό γράμμα ὀρδινιάσθηκαν (στρατοπέδευσαν) 2000, καί ἦλθαν βοήθειαν τῶν Καρυτινῶν καί Φαναρίτων (Φανάρι χωριό τῆς Ὀλυμπίας). Ἐγώ, σάν ἔμαθα τούς πεζοδρόμους, ὑποπτεύθηκα ὅτι, θά ἔρθει μεντάτι (βοήθεια). Ἔκαμα εὐθύς συνέλευσιν εἰς τό στράτευμα, Ἔδωκα γνώμη νά πάει ὁ Ἀναγνωσταρᾶς μέ 2000 εἰς τοῦ Σάλεσι, μακρά ἀπό τήν Τριπολιτζᾶ 4 ὧρες καί 4 ἀπό τήν Καρύταινα, νά ἐμποδίσει τό μεντάτι ἄν κινήσει ἀπό Τριπολιτζᾶ. Αὐτός μου ἀποκρίθηκε: “Δέν κάνει νά χαλάσομε τό ὀρδί (στρατόπεδο), ὅπου εἴμεθα συναγμένοι.”»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Οἱ Τοῦρκοι τῆς Τριπολιτσᾶς ξεκίνησαν γιά νά βοηθήσουν τούς ὁμοθρήσκους τους καί ἔφθασαν ἀνενόχλητοι στό Σάλεσι (σημερινό Μακρύσι τῆς Μεγαλούπολης), τό ὁποῖο ἔκαψαν καί πλησίασαν σέ ἀπόσταση βολῆς ἀπό τό στρατόπεδο τῶν Ἑλλήνων. Ἐκεῖ ὅμως οἱ ἀπειροπόλεμοι καί ἀπείθαρχοι Ρωμιοί μόλις ἀντιλήφθηκαν τίς τουρκικές ἐνισχύσεις δείλιασαν καί παράτησαν τά ταμπούρια τους. Καί μόνο ἡ λέξη “Τοῦρκος” προκαλοῦσε τρόμο στούς ραγιάδες. Οἱ μόνοι πού ἔμειναν νά πολεμήσουν ἦταν οἱ Μανιάτες τοῦ Ἠλία Μαυρομιχάλη (Μπεϊζαντέ) πού βρίσκονταν στή γέφυρα τῆς Καρύταινας. Ἐν τῷ μεταξύ ὅλοι οἱ ὁπλαρχηγοί ἐγκατέλειψαν τό στρατόπεδο τραβώντας οἱ Πλαπουταῖοι δυτικά γιά τή Λιοδώρα, ὁ Κανέλλος Δεληγιάννης γιά τά Λαγκάδια καί ὁ Παπαφλέσσας γιά τήν Στεμνίτσα.
«Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, Μπεηζαντές, Μπούρας πᾶνε στό Λεοντάρι, ἔμεινα μόνος μου μέ τό ἄλογό μου εἰς τό Χρυσοβίτζι. Γυρίζει ὁ Φλέσσας καί λέγει ἑνός παιδιοῦ: «Μεῖνε μαζί του, μή τόν φάνε τίποτες λύκοι». Ἔκατζα ἕως πού ἐσκαπέτισαν μέ τά μπαϊράκια τούς (σημαῖες), ἀπέ ἐκατέβηκα κάτου, ἦτον μιά ἐκκλησία εἰς τό δρόμο, καί τό καθησιό μου ἦτον ὅπου ἔκλαιγα τήν Ἑλλάς: Παναγία μου, βοήθησε καί τούτην τήν φορά τούς Ἕλληνας διά νά ἐμψυχωθοῦν!»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
«Ὁ ἀνυπόφορος ζυγός τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας εἰς τό διάστημα ἑνός καί ἐπέκεινα αἰῶνος κατήντησεν εἰς μίαν ἀκμήν, ὥστε νά μή μείνη ἄλλο εἰς τούς δυστυχεῖς Πελοποννησίους Γραικούς, εἰμή μόνον ἡ πνοή καί αὐτή διά νά ὠθῆ κυρίως τούς ἐγκαρδίους των ἀναστεναγμούς εἰς αὐτήν τήν ἀθλίαν κατάστασιν ὄντες, ὑστερημένοι ἀπό ὅλα τά δίκαιά μας, μέ μίαν γνώμην ὁμοφώνως ἀπεφασίσαμεν νά λάβωμεν τά ἄρματα, καί νά ὀρμήσωμεν κατά τῶν τυράννων.
Πάσα πρός ἀλλήλους μας φατρία καί διχόνοια, ὡς καρποί τῆς τυραννίας, ἀπερρίφθησαν εἰς τόν βυθόν τῆς λήθης καί ἅπαντες πνέομεν πνοήν ἐλευθερίας, αἱ χεῖρες μας αἱ δεδεμέναι μέχρι τοῦ νῦν ἀπό τάς σιδηρᾶς ἁλύσσους τῆς βαρβαρικῆς τυραννίας ἐλύθησαν ἤδη, καί ὑψώθησαν μεγαλοψύχως πρός ὄλεθρον τῆς βδελυρᾶς τυραννίας καί ἔλαβον τά ὅπλα κατά τῶν τυράννων οἱ πόδες οἱ περιπατοῦντες ἐν νυκτί καί ἡμέρα εἰς τάς ἐνηγγαρεύσεις τῆς ἀσπλαχνίας τρέχουν εἰς ἀπόκτησιν τῶν δικαιωμάτων μας, ἡ κεφαλή μας ἡ κλίνουσα τόν αὐχένα ὑπό τόν ζυγόν, τόν ἀποτείναξε, καί ἄλλο δέν φρονεῖ, εἰμή τήν ἐλευθερίαν, ἡ γλῶσσα μας ἡ ἀδυνατοῦσα εἰς τό νά προφέρη λόγον ἐκτός τῶν ἀνωφελῶν παρακλήσεων πρός ἐξιλέωσιν τῆς μανίας τῶν τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει, καί κάμνει νά ἀντηχῆ ὁ ἀήρ τό γλυκύτατον ὄνομα τῆς ἐλευθερίας. Ἐν ἐνί λόγω ὅλοι ἀπεφασίσαμεν ἤ νά ἐλευθερωθῶμεν ἤ νά ἀποθάνωμεν, διό καί προσκαλοῦμεν τήν συνδρομήν καί βοήθειαν ὅλων τῶν ἐξευγενισμένων εὐρωπαϊκῶν γενῶν, ὥστε νά δυνηθῶμεν νά φθάσωμεν ταχυτέρως εἰς τόν ἱερόν καί δίκαιον σκοπόν μας, καί νά ἀνανεώσωμεν τό τεταλαιπωρημένον ἑλληνικόν γένος μας.
Πέτρος Μαυρομιχάλης ἡγεμών καί ἀρχιστράτηγος καί ἡ Μεσσηνιακή Γερουσία ἐν Καλαμάτᾳ.»
Προκήρυξις τῆς Μεσσηνιακῆς Γερουσίας (23 Μαρτίου 1821)
«Ὁρκίζομαι εἰς τό ὄνομα τοῦ Παντοδύναμού μας Θεοῦ, εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά χύσω καί τήν ὑστέραν ρανίδα τοῦ αἵματός μου, ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος.»
Ὅρκος τῶν Μανιατῶν, 17 Μαρτίου 1821
(Τσίμοβα) Ἀερόπολη
«Ὁ δέ Κανέλλος Δηληγιάννης, φεύγων καί αὐτός ἐκ Καρυταίνης ὡς καί οἱ λοιποί, μετέβη εἰς τήν πατρίδα του, τά Λαγκάδια, καί ηὖρεν ὅλον τό χωρίον ἔρημον καί αὐτή τήν οἰκογένεια φυγοῦσαν κατά τήν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, ἔδραμε δέ κατόπιν αὐτῆς πεζός καί ἀνυπόδητος, τήν ἐπρόφθασεν εἰς τό Σωποτόν καί τήν συνώδευσεν εἰς Μέγα Σπήλαιον. Ἐκεῖ μαθῶν, ὅτι οἱ ἐπαρχιῶται του ἀπελπισθέντες ἀπεφάσισαν νά προσκυνήσωσιν, ἀπέστειλεν εἰς πρόληψιν τοῦ κακοῦ τόν ἀδελφόν του Δημητράκην εἰς Λαγκάδια μεθ’ ὅσων ἐδυνήθη νά συλλέξη στρατιωτῶν.
Φθάσας ἐκεῖ οὗτος ηὖρε τούς ἐντοπίους Τούρκους συνηθροισμένους ὅλους ἀόπλους ἐν τῇ ἀγορᾷ, διότι τήν ἡμέραν τῆς ἐπαναστάσεως τοῖς ἀφήρεσαν τά ὅπλα οἱ περί τόν Κανέλλον καί τούς ἐπεδίκλωσαν ἀλλά δέν τούς ἐφυλάκισαν. Ὁ Δημητράκης καί οἱ σύν αὐτῶ περιεκύκλωσαν τούς ἐν τῇ ἀγορᾷ Τούρκους, τούς ἐτουφέκισαν καί τούς ἐφόνευσαν ὅλους, ἀναγκάζοντες τούς συνεπαρχιώτας των νά γένωσι καί αὐτοί συμμέτοχοι τοῦ φόνου, ὥστε νά μήν τολμήσωσι πλέον καί προσκυνήσωσι φοβούμενοι τήν ἀγανάκτησιν καί ἐκδίκησιν τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν.»
Τρικούπης Σπυρίδων, γιά τήν σφαγή ἀπό τόν Δεληγιάννη ὅλων τῶν Λαγκαδινῶν Τούρκων
«Ἀλλά μετά τέσσαρας ἡμέρας ἀφ’ ἤς ἐπολιορκήθηκαν, ἐν ὤ ὥραν τήν ὥραν ἠλπίζετο νά παραδοθῶσιν, ἐξαίφνης φαίνεται καπνός εἰς τό χωρίον Σάλεσι (Μακρύσι Μεγαλόπολης) καί λέγεται ὅτι ἤρχοντο Τοῦρκοι. Ἀπό δέ τόν καπνόν ἠδύναντο νά συμπεράνωσιν ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἔκαιον τά χωρία τῶν Χριστιανῶν. Μ’ ὅλον τοῦτο ἀπέρχεται ὁ Κολοκοτρώνης αὐτός νά παρατηρήση, ἔφερε δέ σημαίαν ἀναπεπταμένην, τήν ὁποίαν ἔμελλε νά τειλίξη, ἐάν ἐγνώριζεν ὅτι ἦσαν Τοῦρκοι καί τότε οἱ ἄλλοι ὤφειλον νά ἑτοιμασθῶσιν εἰς μάχην.
Φθάσας λοιπόν ἐφ’ ὑψηλοῦ μέρους, βλέπει μέ τό τηλεσκόπιον ὅτι ἦσαν Τοῦρκοι, περιτειλίσσει τήν σημαίαν καί θαρρεῖ ὅτι θά καταλάβωσι τάς ἀναγκαίας θέσεις οἱ Ἕλληνες διά νά τούς πολεμήσωσιν, οὐδ’ ἠμφιβάλλετο ὅτι οἱ ὑπό τήν ὁδηγίαν του Μανιᾶται, ὡς καί οἱ ὑπό τόν Ἠλίαν Μαυρομιχάλην, τόν ὁποῖον, ὡς ἀγαθόν ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε ζητήσει ἐπιμόνως ἀπό τόν πατέρα του συμμαζούμενον, ἤθελον ἀντιταχθῆ εἰς τούς Τούρκους, δίδοντες καί εἰς τούς ἄλλους Πελοποννησίους τό παράδειγμα πολεμικῆς ἀρετῆς. Ἀλλά, μόλις ἰδόντες τειλιγμένην τήν σημαίαν, κυριεύονται ἀπό πανικόν φόβον καί δίδονται εἰς φυγήν.
Ὁ δέ Κολοκοτρώνης ἤδη θεωρεῖ ἑαυτόν μεμονωμένον ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐχθρῶν καί δέν δύναται νά φύγη, καθό πεζός καί ἕως πενήντα Τοῦρκοι προτρέχοντες ἔφιπποι ἤθελον τόν προφθάσει καί ἤ νά τόν ζωγρήσωσον ἤ νά τόν φονεύσωσιν. Ὅθεν ἐν ὤ ἔφευγεν, ἐντυχῶν Θεία μοίρα ποιμένα, καλύπτεται μέ τό ἐπανωφόρεμα τούτου καί βλέπων ὅτι τόν πλησιάζουσιν οἱ Τοῦρκοι, κρύπτεται εἰς τούς θάμνους καί φέρων τήν πιστόλαν εἰς τήν χείραν, τουλάχιστον διά νά μή συλληφθῆ ζῶν, ἐλπίζει μόνον καί μόνον εἰς τήν ἐξ ὕψους βοήθειαν, καί ἐκεῖνοι μέν παρέρχονται φθάνουσιν ἀκωλύτως εἰς τό φρούριον, ἐξέρχονται οἱ, τέ Καρυτινοί καί οἱ Φαναρίται Τοῦρκοι, καταδιώκουσιν ὅλοι ἐμοῦ φεύγοντας τούς Ἕλληνας, τούς κατασκορπίζουσι καί ἐπιστρέφουσι θριαμβευτικῶς εἰς Τριπολιτσᾶν, λεηλατοῦντες τούς Χριστιανούς, ὅθεν ἄν διαβαίνωσιν.»
Νικόλαος Σπηλιάδης Ἑλληνική Ἐπανάστασις, γιά τήν παρ’ ὀλίγον σύλληψη τοῦ Κολοκοτρώνη
Καλαμάτα – Καρύταινα
Στό λιμανάκι τοῦ Ἁρμυροῦ τῆς Μάνης ἄραξε, στά μέσα Μαρτίου 1821, τό καράβι τοῦ Μέξη πού εἶχε ναυλώσει ὁ Παπαφλέσσας στό Ἀϊβαλί. Τό καράβι μετέφερε μπαρουτόβολα καί τά παρέλαβαν ὁ Νικηταρᾶς καί ὁ Νικήτας Δικαῖος, ἀδελφός του Παπαφλέσσα. Στή συνέχεια ἀνέλαβαν τήν μεταφορά καί τήν παράδοση τοῦ φορτίου στόν Ἀρχιμανδρίτη πού βρισκόταν στό μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία στήν Πόλιανη.
«Καθώς πέρναγε ἡ συνοδεία ἔξω ἀπό τήν Καλαμάτα, στάθηκε σέ κάποιο πηγάδι γιά νά ποτίσουν τά φορτωμένα ζωντανά. Ξεφεύγει ἀπ’ αὐτά ἕνα βαρελάκι καί πέφτοντας σπάζει καί χύνεται τό μπαρούτι. Σέ λίγο φτάνει στό πηγάδι ὁ σεΐζης (σταβλίτης) τοῦ Σουλεϊμᾶν ἀγᾶ, βοεβόδα τῆς Καλαμάτας, νά ποτίσει τό ἄτι τοῦ ἀφεντικοῦ του. Βλέπει τό μπαρούτι, τρέχει στόν ἀγᾶ καί τοῦ φανερώνει τί εἶδε. Ὁ βοεβόδας προστάζει νά τοῦ φέρουν τούς προύχοντες τῶν ραγιάδων.
– Τί εἶναι τοῦτα, μπρέ ραγιάδες;
– Ἀγωγιάτες καί ραγιάδες εἶναι ἀγᾶ μου καί κουβαλᾶνε λάδι.
– Ἀμή γιατί εἶναι ἀρματωμένοι;
– Φοβοῦνται τούς κλέφτες, ἀγᾶ μου.
– Πρώτη φορά ἀκούω πώς ἔχει κλέφτες στόν καζά (ἐπαρχία) μου. Ἴσαμε πόσοι νά ΄ναι;
– Λένε πώς εἶναι χιλιάδες. Ἀγᾶ μου ἕνα ἀπομένει. Στεῖλε μήνυμα στούς Μανιάτες νά μᾶς γλυτώσουν ἀπό δαύτους.»
Ἐπανάσταση τοῦ 21, Δημήτρη Φωτιάδη
Καί ὁ Ἀρναούτογλου προσκάλεσε τούς Μανιάτες νά ἔρθουν στήν Καλαμάτα γιά νά τόν προστατέψουν! Πράγματι ὁ Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ἔστειλε τόν γιό του Ἠλία Μαυρομιχάλη, στίς 19 Μαρτίου, μέ 150 Μανιάτες οἱ ὁποῖοι ἐγκαταστάθηκαν σέ σπίτια Χριστιανῶν. Ὁ Ἠλίας ἔγραψε στόν πατέρα του νά εἰδοποιήσει ὅλα τά καπετανάτα νά πλακώσουν στήν Καλαμάτα γιά νά πάρουν τήν πόλη.
Πράγματι στίς 23 Μαρτίου 1821 μπῆκαν στήν πόλη ἐλευθερωτές πλέον οἱ Μαυρομιχάληδες, οἱ Μούρτζινοι (Τρουπάκηδες), οἱ Κουμουνδουράκηδες, οἱ Γρηγοράκηδες, οἱ Καπετανάκηδες, οἱ Χρηστέοι, ὁ Παναγιώτης Βενετσάνος, ὁ Κεφάλας, ὁ Παπαφλέσσας, ὁ Κυβέλος, ὁ Κουτράκος, ὁ Πατριαρχέας, ὁ Μητροπέτροβας, ὁ Ἀναγνώστης Παπαγεωργίου (Ἀναγνωσταρᾶς), ὁ Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταρᾶς) καί μαζί μέ αὐτούς, ὅπως γράφει ὁ Κόκκινος «συνεβάδιζε κρατῶν μακράν ράβδον καί χωρίς ὅπλον καί φέρων τό ἐρυθρόν ἔνδυμα τοῦ ἀξιωματικοῦ τῶν ἑπτανησιακῶν ταγμάτων ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὡσάν ἀλλόκοτος ὁδοιπόρος μεταξύ τῶν ἐνόπλων.»
Ὁ Ἀρναούτογλου εἶχε πέσει στήν παγίδα καί παραδόθηκε ἀμέσως. Στίς 23 Μαρτίου 1821 μπροστά στόν βυζαντινό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 24 ἱερεῖς εὐλόγησαν, κατά τή διάρκεια πανηγυρικῆς δοξολογίας καί μέσα σέ ἀτμόσφαιρα ξέφρενης χαρᾶς καί ἐνθουσιασμοῦ, τίς ἑλληνικές σημαῖες. Βέβαια, στήν Τσίμοβα (Ἀερόπολη) εἶχε προηγηθεῖ ἄλλη δοξολογία, μπροστά στόν Ἱερό Ναό τῶν Ταξιαρχῶν, ὅπου οἱ ἀεί ἐλεύθεροι Μανιάτες, στίς 17 Μαρτίου τοῦ 1821, εἶχαν ὑψώσει τό λάβαρο τοῦ Ἀγῶνα, δηλαδή τή μανιάτικη σημαία. Ἡ σημαία ἦταν λευκή, μέ μπλέ σταυρό στή μέση. Στήν πάνω πλευρά ἔγραφε “Νίκη ἤ Θάνατος” καί στήν κάτω τό ἔνδοξο “Τᾶν ἤ Ἐπί Τᾶς”.
Ἀπό ἐδῶ καί πέρα θά ξεχωρίσει ἡ κορυφαία μορφή τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει ἀπό τήν Ζάκυνθο στήν Μάνη, στίς 6 Ἰανουαρίου 1821 καί κρυβόταν στόν πύργο τοῦ φίλου του καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινου στήν Καρδαμύλη. Μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Καλαμάτας, ὁ “Γέρος τοῦ Μοριά” πῆρε 300 Μανιάτες ἀπό τόν Μούρτζινο καί τόν Μαυρομιχάλη καί κίνησε γιά τό ἐσωτερικό της Πελοποννήσου. Μπροστά, βάδιζε ἕνας θεόρατος καλόγερος ὁ παπά Τούρτας κρατώντας ψηλά ἕναν μεγάλο σταυρό.
«Εἰς τάς 23 Μαρτίου 1821 ἐπιάσαμε τούς Τούρκους εἰς τήν Καλαμάτα, τόν Ἀρναούτογλην, σημαντικόν Τοῦρκον τῆς Τριπολιτζᾶς. Εἴμεθα 2.000 Μανιάτες, ὁ Πετρόμπεης, ὁ Μούρτζινος, ὁ Κυβέλος, Δυτική Σπάρτη. Ἑκατό ἦτον οἱ Τοῦρκοι μεινεμένοι, ὡς 10.000 ἡ φήμη τους μεγάλη, (διέδιδαν ὅτι ἦταν 10.000 Τοῦρκοι). Ἡ Ἀνατολική Σπάρτη ἐκινήθη τήν ἴδιαν ὥραν. Ὁ Τζανετάκης μέ τήν Κακαβουλιά (Μέση Μάνη) ἐκινήθη διά τόν Μυστρᾶ. Οἱ Τοῦρκοι τῆς Μπαρδούνιας καί Μυστρᾶ ὑπάγουν, τραβιοῦνται εἰς τήν Τριπολιτζᾶ. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν βάλει ὑποψία, ἐπροσκάλεσαν τούς προεστούς καί δεσποτάδες, καί αὐτοί ἐπῆγαν (κράτησαν ὁμήρους τους προεστούς). Ἦτον ἔμβα τοῦ Μαρτίου. Δέν τούς ἐσκότωσαν.
Εἶπα νά πᾶμε εἰς τήν παλαιάν Ἀρκαδία, εἰς τό κέντρο, διά νά βοηθοῦμε τούς ἄλλους. Τότενες τούς εἶπα: “Ἐάν μου δώσετε βοήθεια ἀπό τοῦτο τό στράτευμα, καλῶς, εἰμή ἀναχωρῶ νά ὑπάγω εἰς τό κέντρο”. Εἶχα λάβει γράμμα ἀπό τόν Κανέλλο (Δεληγιάννη), μ’ ἐπροσκαλοῦσε, ὅτι εἶχε 10.000 ἄρματα, καί νά ἔμβω ἐπί κεφαλῆς. Τοῦ Μούρτζινου ἀρρώστησε τό παιδί του, ὁ Διονύσιος, καί ἔτζι δέν ἐκίνησαν ὅλοι οἱ Μανιᾶται. Ἔλαβα 200 ἀπό αὐτόν (Μούρτζινο) καί 70 ἀπό τόν Μπέη (Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη) μέ τόν καπετάν Βοϊδή καί μέ 30 ἐδικούς μου ἐγενήκαμε 300 καί ἔκοψα εὐθύς δύο σημαῖες μέ σταυρό καί ἐκίνησα. (Ξεκίνησε μέ 300 Μανιάτες γιά τό ἐσωτερικό της Πελοποννήσου).
Οἱ Ἀνδρουσιάνοι Τοῦρκοι, (Ἀνδροῦσα Μεσσηνίας) 260 ἄνδρες, μανθάνοντας ὅτι εἴμεθα ἀσκέρι (στρατός) φεύγουν, πάνε στά κάστρα τῆς Μεσσηνίας. Κινώντας ἐγώ, εἶχαν μίαν προθυμίαν οἱ Ἕλληνες, ὅπου ὅλοι μέ τάς εἰκόνας ἔκαναν δέηση καί εὐχαριστήσεις. Μοῦ ἤρχετο τότε νά κλαύσω ἀπό τήν προθυμίαν πού ἔβλεπα.»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Στίς 25 Μαρτίου 1821 ἔνοπλοι ἀπό τό Ζυγοβίστι, τή Δημητσάνα καί τή Στεμνίτσα ἐπιτέθηκαν κατά τῶν Τούρκων τῆς Καρύταινας, οἱ ὁποῖοι μαζί μέ τόν διοικητή τους Μουσταφᾶ Ριζιώτη κλείστηκαν στό κάστρο. Ὁ Κολοκοτρώνης πού βρισκόταν στό Λεοντάρι, νοτίως τῆς Μεγαλουπόλεως, ἔσπευσε νά βοηθήσει καί νά ὀργανώσει τήν πολιορκία τοῦ κάστρου. Στίς 29 Μαρτίου ἔφθασαν τούρκικες ἐνισχύσεις 1700 ἀνδρῶν ἀπό τό Φανάρι Ἠλείας καί ὁ Κολοκοτρώνης μέ τούς 300 Μανιάτες του κατάφερε νά τούς ἀπωθήσει μέ ἀπώλειες ἕξι νεκρούς καί τραυματίες τόν Βοϊδή καί τόν Ἀθανάσιο Δουράκη. Ὅταν ἦλθαν οἱ ἀδελφοί Πλαπούτα (Γεωργάκης καί Δημήτρης) καί ὁ Ζανέτος Χριστόπουλος ἀπό τά νῶτα τοῦ ἐχθροῦ, οἱ Τοῦρκοι στριμώχθηκαν σέ μία γέφυρα τοῦ Ἀλφειοῦ ποταμοῦ (τοῦ Κούκου) καί προσπαθώντας νά διαβοῦν τό ποτάμι στή θέση Χαλούλαγα, ἔπαθαν μεγάλη καταστροφή καί εἶχαν ἑκατοντάδες νεκρούς.
«Ἐκούναγα τό μπαϊράκι (σημαία) διά νά μέ γνωρίσουν τά Κολιόπουλα, εἶχε πιασθεῖ ὁ λαιμός μου ἀπό τίς φωνές τῆς ἡμέρας. (Ἀνέμιζε τή σημαία γιά νά τόν δοῦν οἱ ἀδελφοί Πλαπούτα καί νά τρέξουν νά τόν βοηθήσουν). Οἱ Τοῦρκοι βγαίνουν εἰς βοήθεια ἀπό τό κάστρο, διώχνουν ἐκείνους πού ἦτον στήν χώρα. Κυνηγοῦμε τούς Τούρκους μέ τά γυναικόπαιδα, 500 ψυχές ἐχάθηκαν εἰς τό ποτάμι τῆς Καρύταινας, μήν ἠμπορώντας ν’ ἀπεράσουν ἀπό τό γεφύρι, τό ὁποῖον τό εἴχαμε πιασμένο.
Ἠμεῖς τούς πολιορκήσαμεν (τούς Τούρκους τῆς Καρύταινας). Μετά τό ἑσπέρας (βράδυ) ἔφθασε καί ὁ Ἠλίας Μπεηζαντές (Ἠλίας Μαυρομιχάλης, γιός τοῦ Πετρόμπεη) ἀπό τό Λεοντάρι. Στίς 28 ἦλθε καί ὁ Κανέλλος (Δεληγιάννης) μέ 200 Καρυτινούς. Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς καί ὁ Παπαφλέσσας ἦρθαν εἰς τήν Καρύταινα μέ 1.000. Σέ δύο ἡμέρες ἐγινήκαμε 6.000. Οἱ Τοῦρκοι ὅπου ἦτον κλεισμένοι, ἄφησαν τά ζῶα τους ἔξω, τά πῆραν οἱ Ἕλληνες. Δέν εἶχαν νερό, τροφάς. Τόν Νικηταρά, τόν εἶχα σταλμένον μέ ἑκατό νομάτους εἰς τό Φραγκόβρυσο, εἰς τήν Τριπολιτζᾶ, δύο ὧρες ἀπέξω. (Κάτω ἀπό τό κάστρο τῆς Καρύταινας ἦταν συγκεντρωμένοι 6.000 ἄνδρες, ἀλλά μέ ὑποτυπώδη ὁπλισμό, χωρίς πολεμοφόδια καί ἀπειροπόλεμοι. Οἱ ὁπλαρχηγοί δέν ἄκουσαν τή γνώμη τοῦ Κολοκοτρώνη νά τρέξουν νά πιάσουν τόν δρόμο ἀπό τήν Τρίπολη γιά νά ἐμποδίσουν τίς ἐνισχύσεις τοῦ ἐχθροῦ, διότι ὅλοι περίμεναν νά πέσει τό κάστρο καί νά τό λαφυραγωγήσουν).
Ἐκεῖνες τές δύο ἡμέρες ὅπου ἐσυνάχθημεν, ὁ Μουσταφάγας ἐνδύνει δύο Τούρκους ραγιάδικα (ἑλληνικά), τούς δίνει 500 γρόσια. Ἐπῆγαν εἰς τήν Τριπολιτζᾶ διά νά ἔλθει μεντάτι (βοήθεια) καί νά τούς πληρώσει ὅλους ὅσοι ἔλθουν εἰς βοήθειάν τους. Ἔξω βγαίνοντας οἱ πεζοδρόμοι δύο ὧρες, τούς ἐκατάλαβαν ἄνθρωποι, πλήν δέν τούς ἔπιασαν. (Οἱ κλεισμένοι στό κάστρο ἕντυσαν δύο Τούρκους σάν Ἕλληνες καί τούς ἔστειλαν μέ λεφτά στήν Τρίπολη γιά νά φέρουν ἐνισχύσεις. Κατάφεραν νά περάσουν τόν κλοιό καί ἔφεραν 2.000 ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν ἀνενόχλητοι στήν Καρύταινα, ἀφοῦ οἱ δρόμοι ἔμειναν τελικά ἀφύλακτοι).
Δίδοντας τό γράμμα ὀρδινιάσθηκαν (στρατοπέδευσαν) 2000, καί ἦλθαν βοήθειαν τῶν Καρυτινῶν καί Φαναρίτων (Φανάρι χωριό τῆς Ὀλυμπίας). Ἐγώ, σάν ἔμαθα τούς πεζοδρόμους, ὑποπτεύθηκα ὅτι, θά ἔρθει μεντάτι (βοήθεια). Ἔκαμα εὐθύς συνέλευσιν εἰς τό στράτευμα, Ἔδωκα γνώμη νά πάει ὁ Ἀναγνωσταρᾶς μέ 2000 εἰς τοῦ Σάλεσι, μακρά ἀπό τήν Τριπολιτζᾶ 4 ὧρες καί 4 ἀπό τήν Καρύταινα, νά ἐμποδίσει τό μεντάτι ἄν κινήσει ἀπό Τριπολιτζᾶ. Αὐτός μου ἀποκρίθηκε: “Δέν κάνει νά χαλάσομε τό ὀρδί (στρατόπεδο), ὅπου εἴμεθα συναγμένοι.”»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Οἱ Τοῦρκοι τῆς Τριπολιτσᾶς ξεκίνησαν γιά νά βοηθήσουν τούς ὁμοθρήσκους τους καί ἔφθασαν ἀνενόχλητοι στό Σάλεσι (σημερινό Μακρύσι τῆς Μεγαλούπολης), τό ὁποῖο ἔκαψαν καί πλησίασαν σέ ἀπόσταση βολῆς ἀπό τό στρατόπεδο τῶν Ἑλλήνων. Ἐκεῖ ὅμως οἱ ἀπειροπόλεμοι καί ἀπείθαρχοι Ρωμιοί μόλις ἀντιλήφθηκαν τίς τουρκικές ἐνισχύσεις δείλιασαν καί παράτησαν τά ταμπούρια τους. Καί μόνο ἡ λέξη “Τοῦρκος” προκαλοῦσε τρόμο στούς ραγιάδες. Οἱ μόνοι πού ἔμειναν νά πολεμήσουν ἦταν οἱ Μανιάτες τοῦ Ἠλία Μαυρομιχάλη (Μπεϊζαντέ) πού βρίσκονταν στή γέφυρα τῆς Καρύταινας. Ἐν τῷ μεταξύ ὅλοι οἱ ὁπλαρχηγοί ἐγκατέλειψαν τό στρατόπεδο τραβώντας οἱ Πλαπουταῖοι δυτικά γιά τή Λιοδώρα, ὁ Κανέλλος Δεληγιάννης γιά τά Λαγκάδια καί ὁ Παπαφλέσσας γιά τήν Στεμνίτσα.
«Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, Μπεηζαντές, Μπούρας πᾶνε στό Λεοντάρι, ἔμεινα μόνος μου μέ τό ἄλογό μου εἰς τό Χρυσοβίτζι. Γυρίζει ὁ Φλέσσας καί λέγει ἑνός παιδιοῦ: «Μεῖνε μαζί του, μή τόν φάνε τίποτες λύκοι». Ἔκατζα ἕως πού ἐσκαπέτισαν μέ τά μπαϊράκια τούς (σημαῖες), ἀπέ ἐκατέβηκα κάτου, ἦτον μιά ἐκκλησία εἰς τό δρόμο, καί τό καθησιό μου ἦτον ὅπου ἔκλαιγα τήν Ἑλλάς: Παναγία μου, βοήθησε καί τούτην τήν φορά τούς Ἕλληνας διά νά ἐμψυχωθοῦν!»
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
«Ὁ ἀνυπόφορος ζυγός τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας εἰς τό διάστημα ἑνός καί ἐπέκεινα αἰῶνος κατήντησεν εἰς μίαν ἀκμήν, ὥστε νά μή μείνη ἄλλο εἰς τούς δυστυχεῖς Πελοποννησίους Γραικούς, εἰμή μόνον ἡ πνοή καί αὐτή διά νά ὠθῆ κυρίως τούς ἐγκαρδίους των ἀναστεναγμούς εἰς αὐτήν τήν ἀθλίαν κατάστασιν ὄντες, ὑστερημένοι ἀπό ὅλα τά δίκαιά μας, μέ μίαν γνώμην ὁμοφώνως ἀπεφασίσαμεν νά λάβωμεν τά ἄρματα, καί νά ὀρμήσωμεν κατά τῶν τυράννων.
Πάσα πρός ἀλλήλους μας φατρία καί διχόνοια, ὡς καρποί τῆς τυραννίας, ἀπερρίφθησαν εἰς τόν βυθόν τῆς λήθης καί ἅπαντες πνέομεν πνοήν ἐλευθερίας, αἱ χεῖρες μας αἱ δεδεμέναι μέχρι τοῦ νῦν ἀπό τάς σιδηρᾶς ἁλύσσους τῆς βαρβαρικῆς τυραννίας ἐλύθησαν ἤδη, καί ὑψώθησαν μεγαλοψύχως πρός ὄλεθρον τῆς βδελυρᾶς τυραννίας καί ἔλαβον τά ὅπλα κατά τῶν τυράννων οἱ πόδες οἱ περιπατοῦντες ἐν νυκτί καί ἡμέρα εἰς τάς ἐνηγγαρεύσεις τῆς ἀσπλαχνίας τρέχουν εἰς ἀπόκτησιν τῶν δικαιωμάτων μας, ἡ κεφαλή μας ἡ κλίνουσα τόν αὐχένα ὑπό τόν ζυγόν, τόν ἀποτείναξε, καί ἄλλο δέν φρονεῖ, εἰμή τήν ἐλευθερίαν, ἡ γλῶσσα μας ἡ ἀδυνατοῦσα εἰς τό νά προφέρη λόγον ἐκτός τῶν ἀνωφελῶν παρακλήσεων πρός ἐξιλέωσιν τῆς μανίας τῶν τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει, καί κάμνει νά ἀντηχῆ ὁ ἀήρ τό γλυκύτατον ὄνομα τῆς ἐλευθερίας. Ἐν ἐνί λόγω ὅλοι ἀπεφασίσαμεν ἤ νά ἐλευθερωθῶμεν ἤ νά ἀποθάνωμεν, διό καί προσκαλοῦμεν τήν συνδρομήν καί βοήθειαν ὅλων τῶν ἐξευγενισμένων εὐρωπαϊκῶν γενῶν, ὥστε νά δυνηθῶμεν νά φθάσωμεν ταχυτέρως εἰς τόν ἱερόν καί δίκαιον σκοπόν μας, καί νά ἀνανεώσωμεν τό τεταλαιπωρημένον ἑλληνικόν γένος μας.
Πέτρος Μαυρομιχάλης ἡγεμών καί ἀρχιστράτηγος καί ἡ Μεσσηνιακή Γερουσία ἐν Καλαμάτᾳ.»
Προκήρυξις τῆς Μεσσηνιακῆς Γερουσίας (23 Μαρτίου 1821)
«Ὁρκίζομαι εἰς τό ὄνομα τοῦ Παντοδύναμού μας Θεοῦ, εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά χύσω καί τήν ὑστέραν ρανίδα τοῦ αἵματός μου, ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος.»
Ὅρκος τῶν Μανιατῶν, 17 Μαρτίου 1821
(Τσίμοβα) Ἀερόπολη
«Ὁ δέ Κανέλλος Δηληγιάννης, φεύγων καί αὐτός ἐκ Καρυταίνης ὡς καί οἱ λοιποί, μετέβη εἰς τήν πατρίδα του, τά Λαγκάδια, καί ηὖρεν ὅλον τό χωρίον ἔρημον καί αὐτή τήν οἰκογένεια φυγοῦσαν κατά τήν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, ἔδραμε δέ κατόπιν αὐτῆς πεζός καί ἀνυπόδητος, τήν ἐπρόφθασεν εἰς τό Σωποτόν καί τήν συνώδευσεν εἰς Μέγα Σπήλαιον. Ἐκεῖ μαθῶν, ὅτι οἱ ἐπαρχιῶται του ἀπελπισθέντες ἀπεφάσισαν νά προσκυνήσωσιν, ἀπέστειλεν εἰς πρόληψιν τοῦ κακοῦ τόν ἀδελφόν του Δημητράκην εἰς Λαγκάδια μεθ’ ὅσων ἐδυνήθη νά συλλέξη στρατιωτῶν.
Φθάσας ἐκεῖ οὗτος ηὖρε τούς ἐντοπίους Τούρκους συνηθροισμένους ὅλους ἀόπλους ἐν τῇ ἀγορᾷ, διότι τήν ἡμέραν τῆς ἐπαναστάσεως τοῖς ἀφήρεσαν τά ὅπλα οἱ περί τόν Κανέλλον καί τούς ἐπεδίκλωσαν ἀλλά δέν τούς ἐφυλάκισαν. Ὁ Δημητράκης καί οἱ σύν αὐτῶ περιεκύκλωσαν τούς ἐν τῇ ἀγορᾷ Τούρκους, τούς ἐτουφέκισαν καί τούς ἐφόνευσαν ὅλους, ἀναγκάζοντες τούς συνεπαρχιώτας των νά γένωσι καί αὐτοί συμμέτοχοι τοῦ φόνου, ὥστε νά μήν τολμήσωσι πλέον καί προσκυνήσωσι φοβούμενοι τήν ἀγανάκτησιν καί ἐκδίκησιν τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν.»
Τρικούπης Σπυρίδων, γιά τήν σφαγή ἀπό τόν Δεληγιάννη ὅλων τῶν Λαγκαδινῶν Τούρκων
«Ἀλλά μετά τέσσαρας ἡμέρας ἀφ’ ἤς ἐπολιορκήθηκαν, ἐν ὤ ὥραν τήν ὥραν ἠλπίζετο νά παραδοθῶσιν, ἐξαίφνης φαίνεται καπνός εἰς τό χωρίον Σάλεσι (Μακρύσι Μεγαλόπολης) καί λέγεται ὅτι ἤρχοντο Τοῦρκοι. Ἀπό δέ τόν καπνόν ἠδύναντο νά συμπεράνωσιν ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἔκαιον τά χωρία τῶν Χριστιανῶν. Μ’ ὅλον τοῦτο ἀπέρχεται ὁ Κολοκοτρώνης αὐτός νά παρατηρήση, ἔφερε δέ σημαίαν ἀναπεπταμένην, τήν ὁποίαν ἔμελλε νά τειλίξη, ἐάν ἐγνώριζεν ὅτι ἦσαν Τοῦρκοι καί τότε οἱ ἄλλοι ὤφειλον νά ἑτοιμασθῶσιν εἰς μάχην.
Φθάσας λοιπόν ἐφ’ ὑψηλοῦ μέρους, βλέπει μέ τό τηλεσκόπιον ὅτι ἦσαν Τοῦρκοι, περιτειλίσσει τήν σημαίαν καί θαρρεῖ ὅτι θά καταλάβωσι τάς ἀναγκαίας θέσεις οἱ Ἕλληνες διά νά τούς πολεμήσωσιν, οὐδ’ ἠμφιβάλλετο ὅτι οἱ ὑπό τήν ὁδηγίαν του Μανιᾶται, ὡς καί οἱ ὑπό τόν Ἠλίαν Μαυρομιχάλην, τόν ὁποῖον, ὡς ἀγαθόν ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε ζητήσει ἐπιμόνως ἀπό τόν πατέρα του συμμαζούμενον, ἤθελον ἀντιταχθῆ εἰς τούς Τούρκους, δίδοντες καί εἰς τούς ἄλλους Πελοποννησίους τό παράδειγμα πολεμικῆς ἀρετῆς. Ἀλλά, μόλις ἰδόντες τειλιγμένην τήν σημαίαν, κυριεύονται ἀπό πανικόν φόβον καί δίδονται εἰς φυγήν.
Ὁ δέ Κολοκοτρώνης ἤδη θεωρεῖ ἑαυτόν μεμονωμένον ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐχθρῶν καί δέν δύναται νά φύγη, καθό πεζός καί ἕως πενήντα Τοῦρκοι προτρέχοντες ἔφιπποι ἤθελον τόν προφθάσει καί ἤ νά τόν ζωγρήσωσον ἤ νά τόν φονεύσωσιν. Ὅθεν ἐν ὤ ἔφευγεν, ἐντυχῶν Θεία μοίρα ποιμένα, καλύπτεται μέ τό ἐπανωφόρεμα τούτου καί βλέπων ὅτι τόν πλησιάζουσιν οἱ Τοῦρκοι, κρύπτεται εἰς τούς θάμνους καί φέρων τήν πιστόλαν εἰς τήν χείραν, τουλάχιστον διά νά μή συλληφθῆ ζῶν, ἐλπίζει μόνον καί μόνον εἰς τήν ἐξ ὕψους βοήθειαν, καί ἐκεῖνοι μέν παρέρχονται φθάνουσιν ἀκωλύτως εἰς τό φρούριον, ἐξέρχονται οἱ, τέ Καρυτινοί καί οἱ Φαναρίται Τοῦρκοι, καταδιώκουσιν ὅλοι ἐμοῦ φεύγοντας τούς Ἕλληνας, τούς κατασκορπίζουσι καί ἐπιστρέφουσι θριαμβευτικῶς εἰς Τριπολιτσᾶν, λεηλατοῦντες τούς Χριστιανούς, ὅθεν ἄν διαβαίνωσιν.»
Νικόλαος Σπηλιάδης Ἑλληνική Ἐπανάστασις, γιά τήν παρ’ ὀλίγον σύλληψη τοῦ Κολοκοτρώνη
Από το τετράτομο έργο του Φωτίου Σταυρίδη “1821 – Η Απάντηση στην Τηλεόραση”

Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας