Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Διδακτικό άρθρο Τούρκου ιστορικού για το 1821

Δημοσιεύτηκε στις

Λιμποβίσι Αρκαδίας. Το σπίτι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Οι Ελληνες ξεκίνησαν τον αγώνα της ανεξαρτησίας τους εν τω μέσω μιας εποχής εκ θεμελίων καταστροφής και μετασχηματισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

«Mήπως η Ιστορία κάνει ρίμες;»: Τα τρία μεγάλα «reset» της Τουρκίας και η Ελλάδα

O Τούρκος ιστορικός Σουκρού Ιλιτζάκ («Η Τουρκία έκανε τα πάντα για να φύγω», «Κ», 9.6.20) ζει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Ο γιος του είχε παίξει τον ρόλο του Κολοκοτρώνη στη θεατρική παράσταση του νηπιαγωγείου του(!), ενδιαφέρον στοιχείο, λαμβάνοντας υπόψη το θέμα της διατριβής του Ιλιτζάκ: «Η Ελληνική Επανάσταση ως οθωμανική εμπειρία». Στο άρθρο που ακολουθεί εξετάζει τρεις κρίσιμες ιστορικές περιόδους της Τουρκίας, οι οποίες όμως αφορούν και την Ελλάδα, αρχής γενομένης από την Επανάσταση του 1821.

Η. Μ. 

Το άρθρο του Ιλιτζάκ: «Mήπως η Ιστορία κάνει ρίμες;»: Τα τρία μεγάλα «reset» της Τουρκίας και η Ελλάδα

Χρησιμοποιώντας μια έκφραση που τους τελευταίους μήνες είναι στη μόδα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία/Τουρκία, από τις αρχές του 19ου αιώνα, γίνεται κάθε εκατό χρόνια κι από ένα μεγάλο «reset». Σε αυτές τις φοβερές περιόδους αναταραχής και μετασχηματισμού, τις οποίες θα εξετάσουμε ως διαδικασίες εικοσαετούς διάρκειας, αλλάζει με τρόπο ουσιαστικό η πολιτική δομή της χώρας· το εκάστοτε παλαιό καθεστώς εξαφανίζεται μαζί με τον πολιτισμό του και γεννιέται με ωδίνες το νέο καθεστώς.

Η μερίδα που ιδιοποιείται τη διαχείριση του κράτους, κάτω από διαρκείς συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, εξουδετερώνοντας όποια εστία δύναμης περιορίζει την κρατική εξουσία και καταπνίγοντας τα πλουραλιστικά στοιχεία της κοινωνίας, υπονομεύει και τελικά χαράσσει εκ νέου τα όρια του κράτους έναντι της κοινωνίας· εγκαθιδρύεται έτσι ένα ακραία συγκεντρωτικό, προσωποπαγές καθεστώς. 

Το ενδιαφέρον είναι ότι μια παρόμοια διαδικασία εκτυλίσσεται και στις μέρες μας, για τρίτη φορά. Δεν είναι ακόμα σαφές αν οι Eλληνες –ή η Ελλάδα– και η Ρωσία, που έπαιξαν κεντρικό ρόλο στα «reset» του 1810-1830 και του 1910-1930, θα παίξουν κάποιο ρόλο και στο τρίτο μεγάλο «reset», που ξεκίνησε στη δεκαετία του 2010· ωστόσο, η παρούσα τεταμένη κατάσταση προκαλεί το ερώτημα: «Μήπως η Ιστορία κάνει ρίμες;» (παραπέμπω εδώ σ’ ένα μότο που το βρίσκω πολύ εύγλωττο και το οποίο αποδίδεται στον Μαρκ Τουέιν, αν και η προέλευσή του δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα: «Ηistory doesn’t repeat itself, but it often rhymes», δηλαδή «η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά κάνει συχνά ρίμες»).

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και ο Μαχμούτ Β΄

Το πρώτο reset ξεκίνησε μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την οποία έληξε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1806-1812. Κατά τα προηγούμενα εκατό πενήντα χρόνια, το οθωμανικό κράτος είχε καταφέρει να συνεχίσει την ύπαρξή του κάνοντας όλο και μεγαλύτερες παραχωρήσεις στους Γενίτσαρους (στο κέντρο) και στους αγιάνηδες (στην επαρχία) – ή, αν το δούμε από την αντίστροφη οπτική, αναγνωρίζοντάς τους πεδία ελευθερίας και συμβιβαζόμενο με αυτές τις δυνάμεις. 

Από την εποχή του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1768-1774, το κράτος ήταν ολότελα στο έλεος των αγιάνηδων για τη συγκέντρωση φόρων και στρατιωτών· σε αδρές γραμμές, οι αγιάνηδες μοιάζουν με τους λόρδους και τους βαρώνους της Αγγλίας: πρόκειται για οικογένειες που έχουν γίνει «οίκοι» και κρατάνε στα χέρια τους τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική δύναμη της επαρχίας. 

Τον Φεβρουάριο του 1813, λόγω και των εγγυήσεων του καγκελαρίου της Αυστρίας Μέτερνιχ ότι στη νέα μετα-ναπολεόντεια ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων δεν θα υπάρχουν πια παρεμβάσεις από το εξωτερικό προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τέθηκε επισήμως σε εφαρμογή το σχέδιο της εξουδετέρωσης των αγιάνηδων, με την αντικατάστασή τους με βεζίρηδες της Υψηλής Πύλης. 

Τα επόμενα δέκα χρόνια εκτυλίχθηκε ένας πραγματικός εμφύλιος πόλεμος. Ξέσπασαν δεκάδες εξεγέρσεις στις τέσσερις γωνιές της αυτοκρατορίας, συγκρούστηκαν στρατοί που αριθμούσαν χιλιάδες στρατιώτες, και οι βεζίρηδες της Πύλης μπόρεσαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους μεγάλες πόλεις όπως το Ντιγιαρμπακίρ, το Χαλέπι, τα Γιάννενα, μόνο ύστερα από πολιορκία μηνών. Οι Ελληνες, που ήθελαν πια να καθορίσουν μόνοι τους το μέλλον τους, ξεκίνησαν τον αγώνα της ανεξαρτησίας τους εν τω μέσω μιας τέτοιας εποχής εκ θεμελίων καταστροφής και μετασχηματισμού, κατά την οποία το παλιό είχε γκρεμιστεί αλλά δεν είχε ακόμη αντικατασταθεί από το καινούργιο. 

Οσο για τους Γενίτσαρους, τη δεύτερη εστία δύναμης που περιόριζε σημαντικά την κρατική εξουσία, γι’ αυτούς η αρχή του τέλους υπήρξε η Ελληνική Επανάσταση. Στη δεκαετία του 1820, οι Γενίτσαροι είχαν πια προ πολλού χάσει την ιδιότητα των επίλεκτων πολεμιστών του σουλτάνου. Είχαν ανεξαρτητοποιηθεί και δεν δέχονταν να επεμβαίνει το κράτος στην αυτονομία τους. Ο θεσμός των Γενιτσάρων δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί με τα σημερινά δεδομένα. Συν τω χρόνω, οι Γενίτσαροι είχαν αναμειχθεί με τους μικρέμπορους και τους τεχνίτες, καθώς και με τα κατώτερα στρώματα. Επειδή προστάτευαν αυτά τα στρώματα από κρατικές παρεμβάσεις, μπορούσαν εύκολα και να κινητοποιούν κι έτσι να θέτουν όρια στο κράτος.

Ο Μαχμούτ Β΄, ο οποίος από την αρχή της βασιλείας του βρισκόταν υπό την κηδεμονία μιας συμμαχίας Γενιτσάρων, γραφειοκρατών και ουλεμάδων, κατάφερε να κόψει τον δεσμό των Γενιτσάρων με τα λαϊκά στρώματα μέσα σε κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες αποκαλυπτικές, που είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας της Ελληνικής Επανάστασης. Σ’ ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι, απελπισμένοι, περίμεναν τον Μαχντί (τον μουσουλμάνο Μεσσία), το κράτος ήταν σε θέση να πει στην κοινωνία ότι τα αιτήματα των γενιτσάρων, που ούτε έστελναν στρατιώτες εναντίον των Ελλήνων επαναστατών ούτε και επέτρεπαν να δημιουργηθεί ένας πειθαρχημένος στρατός που θα γυμναζόταν «φράγκικα», «βοηθούσαν τον εχθρό». Και η κοινωνία, στο ηθικό περιβάλλον που είχε δημιουργήσει η Ελληνική Επανάσταση, δεν αντιδρούσε που το κράτος φίμωνε τους Γενίτσαρους. 

Τον Δεκέμβριο του 1822, ο Μαχμούτ Β΄ προέβη σε εκκαθαρίσεις της κλίκας την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για το κατάντημα της χώρας και πήρε στα χέρια του τη διακυβέρνηση του κράτους, σταματώντας να είναι απλώς παρατηρητής και ρυθμιστής. Τα επόμενα χρόνια, η διευθέτηση ακόμα και των πιο απλών υποθέσεων απαιτούσε την έγκριση του σουλτάνου.  

mipos-i-istoria-kanei-rimes-ta-tria-megala-reset-tis-toyrkias-kai-i-ellada0
Ο Ενβέρ Πασά (αριστερά), ηγετική φυσιογνωμία των Νεότουρκων, και ο Κεμάλ (δεξιά) στην Ιερουσαλήμ το 1916. Η ενέργεια των Νεότουρκων να βάλουν με το ζόρι τη χώρα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακολουθώντας τη Γερμανία, ήταν κυριολεκτικά αυτοκτονία. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Οταν φτάνουμε στο 1826, καθώς από τη μία έχουν αρχίσει να ηχούν οι καμπάνες του πολέμου με τη Ρωσία και από την άλλη ο σύγχρονος αιγυπτιακός στρατός του Ιμπραήμ πασά, εκπαιδευμένος από Γάλλους αξιωματικούς, έχει ξεκινήσει να καταπνίγει επιτυχημένα την ελληνική εξέγερση, πρέπει πια να μην έχει μείνει καμία αμφιβολία στο μυαλό του Μαχμούτ Β΄ ότι έχει έρθει η ώρα να διαλυθεί το σώμα των Γενιτσάρων και να δημιουργηθεί ένας υπάκουος, πειθαρχημένος στρατός που θα πολεμάει με τις σύγχρονες πολεμικές τακτικές. 

Στις 26 Μαΐου του 1826, το κράτος «πρότεινε» στους Γενίτσαρους να κάνουν στρατιωτικά γυμνάσια, και αυτοί εκόντες άκοντες δέχτηκαν να γυμναστεί ένας ορισμένος αριθμός αυτών από κάποια τάγματα φορώντας ευρωπαϊκού τύπου στολές. Η υπομονή των Γενιτσάρων, που τα γυμνάσιά τους ξεκίνησαν στις 12 Ιουνίου, εξαντλήθηκε σε τρεις ημέρες και στις 15 Ιουνίου ξέσπασε εξέγερση. Ενα πλήθος «από αυτούς που ονομάστηκαν οι πραγματικοί πιστοί», κατά την έκφραση του επιτετραμμένου της γαλλικής πρεσβείας Ντεσάζ (Désages), συσπειρώθηκε γύρω από τη σημαία-κειμήλιο του Μωάμεθ, η οποία υψώθηκε ενάντια στους Γενίτσαρους και έτσι με μια μεγάλη σφαγή καταργήθηκε ένας θεσμός σχεδόν πεντακοσίων ετών που είχε γίνει ένα με την κοινωνία. 

Το οθωμανικό παλαιό καθεστώς έληξε με την κατάργηση του σώματος των Γενιτσάρων. Στα επόμενα περίπου είκοσι χρόνια, ο Μαχμούτ Β΄ ασχολήθηκε με το να οικοδομήσει γρήγορα το κράτος και τη χώρα που είχε στο μυαλό του, ώστε να σώσει την αυτοκρατορία. Παίρνοντας ως παράδειγμα τις ευρωπαϊκές χώρες, εφάρμοσε μια σειρά από στρατιωτικές, γραφειοκρατικές, οικονομικές και νομικές μεταρρυθμίσεις υπό ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης και έθεσε τέρμα στο παλαιό καθεστώς μαζί με τους θεσμούς του και την κουλτούρα του. Αφού δεν είχε μείνει πια καμία δύναμη που να μπορεί να εναντιωθεί στο κράτος, αυτό όριζε πια μόνο του τα δικαιώματα, τις ελευθερίες, ακόμη και την ενδυμασία. Τα ευρωπαϊκού στυλ σακάκι και παντελόνι, το φέσι και το κοντό μούσι έγιναν υποχρεωτικά στις κρατικές υπηρεσίες, ενώ οι νέοι που στρατολογούνταν με το ζόρι από την επαρχία για τον σύγχρονο στρατό που είχε αρχίσει να δημιουργείται, στέλνονταν στην Κωνσταντινούπολη αλυσοδεμένοι από τα πόδια για να μην το σκάσουν στον δρόμο.

Ο θάνατος του Αλέξανδρου

Εν τω μεταξύ, στα τέλη του 1825 πέθανε ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος, ο οποίος είχε από την αρχή εναντιωθεί στον Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας για να μη θιγεί η εγκαθιδρυμένη μετά τον Ναπολέοντα συντηρητική ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων, και τον θρόνο ανέλαβε ο αδελφός του, του οποίου η οπτική σε αυτό το ζήτημα ήταν τελείως διαφορετική. 

Ο Μαχμούτ Β΄ είχε αποξενωθεί από όλους τους ηγέτες και τα κράτη της Ευρώπης, εκτός από την Αυστρία. Το τίμημα ήταν ότι δεν μπορούσε πια να ακολουθεί μια πολιτική εξισορρόπησης της Ρωσίας με την Αγγλία. Ειδικά μετά τη σφαγή του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1826, είχε δημιουργηθεί μια διεθνής κοινή γνώμη που έντονα ζητούσε να τιμωρηθεί το οθωμανικό κράτος. Η πρώτη δόση αυτής της τιμωρίας υπήρξε η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή των στόλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Αιγύπτου στο Ναυαρίνο.

Η διάλυση του σώματος των Γενιτσάρων και οι στρατιωτικές και γραφειοκρατικές μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν δεν είχαν προλάβει να αποδώσουν καρπούς όταν ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια. Το κράτος, καθώς τα τελευταία δέκα χρόνια είχε βγάλει από τη μέση όσους αγιάνηδες μπορούσε, χωρίς όμως να δημιουργήσει στη θέση τους κάτι άλλο αποτελεσματικό, και είχε προκαλέσει μεγάλη καταστροφή, δεν κατάφερνε να συγκεντρώσει ένα στρατό που να μπορεί να καταπνίξει την ελληνική εξέγερση. Γι’ αυτό, από τη μία, γελοιοποιήθηκε από τους Αλβανούς πολεμάρχους και μισθοφόρους, που δεν είχαν διάθεση να πολεμήσουν εναντίον των Ελλήνων επαναστατών, και από την άλλη βρισκόταν στο έλεος του διοικητή της Αιγύπτου. 

Ενώ είχαν έτσι τα πράγματα, το να μπει το 1828 σε πόλεμο με τη Ρωσία το οθωμανικό κράτος, το οποίο στο Ναυαρίνο απώλεσε τον στόλο του και την υποστήριξη του διοικητή της Αιγύπτου, δεν ήταν παρά αυτοκτονία. Ωστόσο, όπως βλέπουμε στα αυτοκρατορικά διατάγματα που έγραψε με το ίδιο του το χέρι, ο Μαχμούτ Β΄ προτιμούσε έναν πόλεμο με τη Ρωσία από το να παραχωρήσει την ανεξαρτησία σε υπηκόους του.

Οσο και αν οι Ελληνες πάλεψαν με νύχια και με δόντια για την ανεξαρτησία τους, το 1828 η εξέγερση έχει σε μεγάλο βαθμό καταπνιγεί, τα πιο σημαντικά κέντρα αντίστασης –όπως το Μεσολόγγι και η Αθήνα– έχουν περάσει υπό τον έλεγχο των οθωμανικών δυνάμεων, και σε πολλές περιοχές οι εξεγερμένοι έχουν ζητήσει έλεος από το κράτος. Αν το 1828 δεν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος, και αν τον Αύγουστο του 1829 οι Ρώσοι δεν είχαν καταλάβει την Αδριανούπολη απειλώντας άμεσα τον οθωμανικό θρόνο, ο Μαχμούτ Β΄, ο οποίος είχε αντισταθεί μέχρι τέλους στις υπέρ των Ελλήνων παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν θα αποδεχόταν με τίποτα την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και οι συγκρούσεις θα είχαν με κάποιον τρόπο συνεχιστεί. 

Σήμερα, η συμβολή της Ρωσίας στην ελληνική ανεξαρτησία δεν είναι κάτι που τονίζεται στην κυρίαρχη ελληνική ιστοριογραφία. Βέβαια, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι ακόμη και χωρίς τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο, αργά ή γρήγορα οι Ελληνες, όπως και όλα τα άλλα έθνη που αποσχίστηκαν από την αυτοκρατορία, θα είχαν ιδρύσει το δικό τους έθνος-κράτος, απλώς όχι εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Η επανάσταση των Νεότουρκων και ο Κεμάλ

mipos-i-istoria-kanei-rimes-ta-tria-megala-reset-tis-toyrkias-kai-i-ellada1
1919. Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα στην προκυμαία της Σμύρνης. Οι Τούρκοι εθνικιστές είχαν πολλούς εχθρούς, τις μεγαλύτερες μάχες όμως τις έδωσαν κατά του Ελληνικού Στρατού. (Φωτ. ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ)

Το δεύτερο «reset» ξεκίνησε με την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908 και κατέληξε σε μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές και μετασχηματισμούς που έχουν δει ποτέ αυτά τα χώματα. Επειτα από τρεις μεγάλους πολέμους, μια σειρά από σφαγές και μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, η πολύγλωσση, πολυθρησκευτική, πολυεθνοτική Οθωμανική Αυτοκρατορία έγινε παρελθόν και στα χώματα της Ανατολίας ιδρύθηκε το τουρκικό έθνος-κράτος υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, του «ενός ανδρός» του δεύτερου «reset».

Το συνταγματικό καθεστώς, που ξεκίνησε με μεγάλες ελπίδες τον βίο του μετά το 1908, κατέληξε σε αποτυχία, ως αποτέλεσμα της αφροσύνης που έδειξαν όχι μόνο η ηγεσία των Νεότουρκων αλλά και οι ηγεσίες όλων των κοινοτήτων της Αυτοκρατορίας, λόγω επίσης των επεμβάσεων των βαλκανικών κρατών –που πρόσφατα είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους από την Αυτοκρατορία– για να διευρύνουν τα εδάφη τους και των ιμπεριαλιστικών παιχνιδιών της Αγγλίας. 

Το οθωμανικό κράτος είχε βγει από τους Βαλκανικούς Πολέμους σε άθλια κατάσταση· έχοντας με δυσκολία ξανακερδίσει από τους Βουλγάρους την Αδριανούπολη κι έχοντας χάσει το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών εδαφών του, είχε περιοριστεί στην Ανατολία. Ενώ είχαν έτσι τα πράγματα, η ενέργεια των Νεότουρκων, που θεώρησαν ως λύση για την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας το να βάλουν με το ζόρι τη χώρα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακολουθώντας τη Γερμανία, ήταν κυριολεκτικά αυτοκτονία. Από την άλλη, ο πόλεμος αυτός εξασφάλισε και τις κατάλληλες συνθήκες για να απαλλαγεί το κράτος από τον χριστιανικό πληθυσμό της Ανατολίας, την πολυπληθέστερη ομάδα που περιόριζε το πεδίο κυριαρχίας του.

Οι Νεότουρκοι δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν το «reset» που είχαν ξεκινήσει. Τον Νοέμβριο του 1918, τα υψηλόβαθμα στελέχη του Κομιτάτου Ενωσης και Προόδου εγκατέλειψαν κακήν κακώς τη χώρα, που εξαιτίας τους είχε γίνει ερείπια. Μετά την κατάληψη από τις δυνάμεις της Αντάντ της πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης, και διαφόρων περιοχών της Ανατολίας, οι Τούρκοι εθνικιστές ξεκίνησαν στην Ανατολία ένα κίνημα εθνικής απελευθέρωσης. Η Ελλάδα, που κατέλαβε τη Σμύρνη και την περιοχή της, ήταν μόνο ένας από τους εχθρούς, αλλά σε αυτό τον αγώνα, που στην τουρκική ιστοριογραφία ονομάζεται Πόλεμος της Απελευθέρωσης, οι μεγαλύτερες και αποφασιστικότερες μάχες δόθηκαν εναντίον του ελληνικού στρατού.

Κι ενώ ακριβώς εκατό χρόνια αργότερα Τούρκοι και Ελληνες έρχονταν πάλι αντιμέτωποι σ’ έναν αγώνα ζωής και θανάτου, η Ρωσία αυτή τη φορά πήρε το μέρος των Τούρκων. Στη Ρωσία, λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν πάρει την εξουσία οι κομμουνιστές, οι οποίοι θεώρησαν και στρατηγικά και ηθικά σωστό να υποστηρίξουν την Τουρκία, που στα μάτια τους βρισκόταν υπό ιμπεριαλιστική κατοχή. 

Η σοβιετική Ρωσία, η οποία δικαίως έβλεπε την Αγγλία πίσω από τον ελληνικό στρατό που προέλαυνε προς το εσωτερικό της Ανατολίας, υποστηρίζοντας τους Τούρκους εθνικιστές κράτησε μακριά από τα νοτιοανατολικά σύνορά της την Αγγλία, αποτρέποντας έτσι το άνοιγμα ενός επιπλέον μετώπου εναντίον της κομμουνιστικής επανάστασης. 

Σύμφωνα με τα επίσημα σοβιετικά στοιχεία, κατά τη διάρκεια του πολέμου η Ρωσία δώρισε στο τουρκικό εθνικό κίνημα εκατοντάδες κιλά χρυσό, δεκάδες χιλιάδες τουφέκια, εκατοντάδες πολυβόλα, εκατομμύρια σφαίρες και βλήματα. Πρώτος απ’ όλους ο ηγέτης του κινήματος, ο Μουσταφά Κεμάλ, τόνισε με τα παρακάτω λόγια ότι χωρίς τη ρωσική υποστήριξη ο πόλεμος δεν θα είχε στεφθεί με επιτυχία: «Αν δεν υπήρχε η υποστήριξη της Ρωσίας, η νίκη της νέας Τουρκίας επί των εισβολέων θα είχε μπορέσει να επιτευχθεί μόνο με ασύγκριτα μεγαλύτερες απώλειες ή ίσως και να μην είχε καταστεί δυνατή. Η Ρωσία πρόσφερε στην Τουρκία και ηθική και υλική βοήθεια, και θα είναι έγκλημα να ξεχάσει το έθνος μας αυτή τη βοήθεια». Δεν μπόρεσα να βρω την πηγή αυτού του αποσπάσματος, που βρίσκεται στην ιστοσελίδα της πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Τουρκία, αλλά το Μνημείο της Δημοκρατίας στην πλατεία Ταξίμ δεν αφήνει κανένα λόγο να αμφιβάλλουμε για την ακρίβεια αυτών των φράσεων. Το ότι στο μνημείο που τοποθετήθηκε στο Ταξίμ, την πιο κεντρική πλατεία της Κωνσταντινούπολης, το 1928, ενώ ο Ατατούρκ ήταν ακόμα εν ζωή, ακριβώς πίσω από το άγαλμα του Ατατούρκ βρίσκονται τα αγάλματα των μπολσεβίκων στρατηγών Βοροσίλοφ και Φρούνζε, που κατά τη διάρκεια του πολέμου έφεραν βοήθεια στην Ανατολία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση της προσωπικής ευγνωμοσύνης του ηγέτη του εθνικού αγώνα για τη ρωσική υποστήριξη.

mipos-i-istoria-kanei-rimes-ta-tria-megala-reset-tis-toyrkias-kai-i-ellada2
1914. Ο Σεΐχης-ουλ Ισλάμ κηρύσσει την τζιχάντ κατά των απίστων, συμβάλλοντας, μεταξύ άλλων, και στο πνεύμα των γενοκτονικών πολιτικών που ακολούθησαν οι Νεότουρκοι. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Ετσι, Ελληνες και Τούρκοι βιώνουν την ιδιορρυθμία να έχουν διεξαγάγει τους πολέμους απελευθέρωσής τους –δηλαδή τα ιδρυτικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας τους– οι μεν εναντίον των δε και αντιστρόφως, με διαφορά εκατό ετών και, επιπλέον, και τα δύο αυτά ιδρυτικά γεγονότα να έχουν ευοδωθεί χάρη στην επέμβαση της Ρωσίας.

Στα επόμενα περίπου δεκαπέντε χρόνια, ο Ατατούρκ υλοποίησε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις για να δημιουργήσει την Τουρκία που είχε στο μυαλό του, κάτω από διαρκείς συνθήκες εκτάκτου ανάγκης και εξοντώνοντας βήμα προς βήμα την εναντίον του αντιπολίτευση. 

Η οθωμανική δυναστεία εξορίστηκε και εγκαθιδρύθηκε δημοκρατία, ο θεσμός του χαλιφάτου καταργήθηκε, οι γυναίκες μπόρεσαν να συμμετάσχουν σε όλους τους τομείς της ζωής και μάλιστα χωρίς να καλύπτονται όπως επιτάσσει το Ισλάμ, το αραβικό αλφάβητο αντικαταστάθηκε από το λατινικό κ.λπ.· ο Ατατούρκ έκανε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις, που προκάλεσαν κυριολεκτικά μια αλλαγή πολιτισμού, ξεριζώνοντας το παλιό με τη βία, και όχι επειδή το ζητούσε η κοινωνική βάση.

Η κατεδάφιση της δημοκρατίας από τον Ερντογάν

Το τρίτο μεγάλο «reset» ξεκίνησε με την προσπάθεια, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010, του ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης), που πήρε την εξουσία με τις εκλογές του 2002, και του ηγέτη του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να καταργήσουν τη δημοκρατία. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη φάση της κατεδάφισης, κατά την οποία, υπό συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, καταργούνται οι θεσμοί και οι συμβάσεις του παλαιού καθεστώτος. 

Δεν είναι ακόμα σαφές αν το ΑΚΡ θα μπορέσει να τελειώσει το «reset» που ξεκίνησε ή όχι, και τι είδους Τουρκία θα έχει διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα αυτού. Αυτή τη στιγμή, το αυταρχικό καθεστώς, στο οποίο τα δικαιώματα και οι ελευθερίες ορίζονται κατά το δοκούν από έναν μόνο άνθρωπο, σπρώχνει τη χώρα προς ένα δυστοπικό μέλλον. Το ότι ούτε στο κράτος ούτε στην πολιτική υπάρχει μια αξιοσημείωτη δύναμη που να μπορεί να σταματήσει ή να εξισορροπήσει αυτή την πορεία καθιστά δυνατή την εξέλιξη αυτού του καθεστώτος σε ολοκληρωτικό. Το αν το ΑΚΡ θα το καταφέρει τελικά αυτό ή όχι, θα το δούμε τα επόμενα χρόνια.

Την απώλεια της αυτοδυναμίας από το ΑΚΡ στις εκλογές του Ιουνίου 2015 ακολούθησε μια περίοδος τρομοκρατίας με βομβιστικές και ένοπλες επιθέσεις. Ηταν μια περίοδος «δόγματος του σοκ», που κράτησε έως την εξασφάλιση της αυτοδυναμίας από το ΑΚΡ και την εμπέδωση της εξουσίας του Ερντογάν και που είχε ως αποτέλεσμα να εξουδετερωθεί η κοινωνική αντιπολίτευση. Στη συνέχεια, με τα γεγονότα της 15ης-16ης Ιουλίου 2016, ο Ερντογάν έκανε εκκαθαρίσεις σε όλες τις βαθμίδες του κράτους από τις εστίες δύναμης που απειλούσαν άμεσα την εξουσία του και κυρίως από τους γκιουλενιστές. Επιπλέον, με το προεδρικό σύστημα που τέθηκε σε εφαρμογή το 2018, η Βουλή κατέστη μη λειτουργική και ο Ερντογάν άρχισε να κυβερνάει τη χώρα με διατάγματα, ανεξέλεγκτος και χωρίς να λογοδοτεί πουθενά. 

Το συμβολικό γεγονός της αλλαγής πολιτισμικού παραδείγματος που επιβάλλει βήμα βήμα ο Ερντογάν υπήρξε η επαναλειτουργία της Αγίας Σοφίας ως τζαμιού. Με αυτή την επιθετική πρωτοβουλία, ο Ερντογάν θέλησε, ακυρώνοντας την προσωπική απόφαση του Ατατούρκ, δηλαδή του ημίθεου ιδρυτή της Παλιάς Τουρκίας, να μετατρέψει σε σύμβολο, με τον πιο πομπώδη τρόπο, τη ρήξη με το παρελθόν. 

Και οι τρεις αλλαγές πολιτισμικού παραδείγματος έγιναν, γίνονται, όχι λόγω ενός σοβαρού αιτήματος της κοινωνικής βάσης, αλλά από τα πάνω, με την επιβολή από έναν αποφασισμένο άνδρα, βίαια. Η κοινωνία εξαναγκάζεται να ζήσει το όνειρο αυτών των αποφασισμένων ανδρών, αλλά αυτά τα όνειρα γίνονται εφιάλτες για κάποια κομμάτια της κοινωνίας. 

Διαβάζουμε στα ΜΜΕ ότι και τα πιο μικρά ζητήματα απαιτούν πλέον την έγκριση του Ερντογάν και ότι οι προς υπογραφή φάκελοι στο γραφείο του φτάνουν στο ύψος δεν ξέρω πόσων ανθρώπων. Είδαμε όμως στις τοπικές εκλογές του 2019 ότι, ακόμα κι έτσι, ο Ερντογάν δεν μπορεί να πει «εγώ είμαι το κράτος». Το ότι το ΑΚΡ δεν κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές στην Κωνσταντινούπολη, παρ’ όλες τις ανενδοίαστες επεμβάσεις, έδειξε ότι ο Ερντογάν δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από ένα ορισμένο σημείο.

Σενάρια πολέμου

Γράφτηκε εκτενώς το καλοκαίρι του 2020, από ανθρώπους που παρακολουθούν στενά την τουρκική πολιτική, ότι ο Ερντογάν, που στις συνθήκες της πανδημίας πιεζόταν πολύ και η εκλογική του βάση φυλλορροούσε, ήθελε να ξεπεράσει αυτά τα εμπόδια με μια ελεγχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση κι ότι ακόμα κι ένας πόλεμος μιας ημέρας θα αρκούσε για να εγκαθιδρύσει μια κανονικότατη δικτατορία. Δηλαδή, σύμφωνα με αυτά τα σενάρια, τα δυνητικά (καθώς δεν είναι γνωστό αν υπάρχουν ή όχι, πόσα είναι, πότε θα μπορέσουν να εξαχθούν κι αν συμφέρει οικονομικά να γίνει αυτό) ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, το θέμα της υφαλοκρηπίδας ή η Κύπρος δεν θα ήταν ο πραγματικός λόγος μιας πιθανής σύγκρουσης, αλλά μόνο μια πρόφαση.

Παρότι αυτή τη στιγμή ο Ερντογάν δείχνει να ψάχνει στις κουρδικές περιοχές το «Μεγάλο Πρόσχημα» που χρειάζεται, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι θα γίνει από εδώ και στο εξής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και αν η Ελλάδα θα παίξει ή όχι ρόλο και στο τρίτο «reset». Ωστόσο, αν ένα όφελος της ενασχόλησης με την Ιστορία είναι το να αντιλαμβάνεσαι τα μοτίβα που κάνουν ρίμες, το να κοιτάξουμε την Ιστορία μπορεί να είναι μια ωφέλιμη άσκηση. Για παράδειγμα, ένα από αυτά τα μοτίβα είναι πως η ανθρωπότητα μπαίνει διαρκώς σε κύκλους αυτοκαταστροφής. Ακριβώς όπως είχε γίνει και πριν από τους δύο παγκοσμίους πολέμους, έχει αρχίσει να συσσωρεύεται υπερβολικά πολλή ενέργεια πάνω στα ρήγματα της παγκόσμιας πολιτικής. 

Οι απογοητεύσεις που γεννάει ο καπιταλισμός δίνουν πάλι ώθηση σε ακραίους πολιτικούς και πολιτικές στις τέσσερις γωνιές του κόσμου. Η παγκόσμια πολιτική αλλάζει πιο γρήγορα απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της Ιστορίας. Η Τουρκία του Ερντογάν, που εν μέσω του τρίτου «reset» κατάφερε με «πολύ κόπο» να αποξενώσει και τους γείτονές της και ένα σημαντικό μέρος της Δύσης, ψάχνει τη θέση της σε αυτόν τον γρήγορα μεταβαλλόμενο κόσμο. Ομως αυτό δεν το κάνει έχοντας από πίσω μια στρατηγική ή μια σοβαρή σκέψη· το κάνει ψηλαφιστά και με σπασμωδικές κινήσεις. Πόσες φορές τυφλωμένοι και άφρονες κυβερνήτες δεν έφεραν την Τουρκία στο χείλος της καταστροφής! Το μοτίβο της αυτοκτονίας υπάρχει στην ιστορία αυτού του κράτους· ας ελπίσουμε, για το καλό όλων των λαών της περιοχής, ότι δεν θα είναι η μοίρα του.

(Μετάφραση από τα τουρκικά: Ιλεάνα Μορώνη)

* Ο κ. Σουκρού Ιλιτζάκ είναι διδάκτωρ Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Η διατριβή του εξετάζει την Ελληνική Επανάσταση ως μια οθωμανική εμπειρία.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή