Ιστορία - Πολιτισμός
Ἐπανάσταση στή Μακεδονία
1821-2021: 200 χρόνια από την παλιγγενεσία: Επανάσταση στη Μακεδονία
Kατά τά τέλη τοῦ 18ου αἰῶνα, ἡ Θεσσαλονίκη, οἱ Σέρρες καί τό Μοναστήρι εἶχαν ἀρχίσει νά ἀποκτοῦν, χάρη στή συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ (1774), ἀξιόλογη ἐμπορική κίνηση καί οἱ κάτοικοί τους βελτίωναν σταδιακά τήν οἰκονομική τους κατάσταση. Στή Μακεδονία ἐξάλλου, ὅπως καί στίς ὑπόλοιπες περιοχές τῆς κατεχόμενης Ἑλλάδος, ὁ πόθος γιά τήν ἐλευθερία παρέμενε ἄσβεστος καί τά πατριωτικά τραγούδια τοῦ Ρήγα τά σιγοτραγουδοῦσαν οἱ Ρωμιοί ἀπό σπίτι σέ σπίτι. Ἔτσι οἱ ἀπόστολοι τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας Ἰωάννης Φαρμάκης καί Δημήτριος Ἴπατρος πού κατέφθασαν στή Μακεδονία στά τέλη τοῦ 1820, βρῆκαν πρόσφορο ἔδαφος γιά τήν ἐξάπλωση τῶν ἰδεῶν τους. Ἀμέσως μυήθηκαν στήν Ἑταιρεία οἱ μητροπολίτες Σερρῶν Χρύσανθος, Κοζάνης Βενιαμίν, Γρεβενῶν Ἄνθιμος, Ἁγίου Ὄρους καί Ἰερισσοῦ Ἱερόθεος, Μαρώνειας Κωνστάντιος, Ἀρδαμερίου Ἰγνάτιος, οἱ ὁπλαρχηγοί Γάτσος καί Καρατάσος, καθώς καί οἱ πλούσιοι ἔμποροι Κωτσαράς, Χρίστος Μενεξές, Γεώργιος Πάϊκος, Ἀντώνιος Παπαχρίστου, Κωνσταντῖνος Τάττης, ὁ δάσκαλος Ἰωάννης Σκανδαλίδης, ὁ Ἀναστάσιος Μπουδέλης ὁ Ἰωάννης Παπαρέσκας καί πολλοί ἄλλοι.
«Ἀπό Ὕδρα ἔφθασεν μία γολέττα τοῦ Κολέτζη, ἤτις μᾶς διηγήθη τήν ἑτοιμασίαν διά ταῖς 25 Μαρτίου 1821 νά χτυπήσουν παντοῦ. Συγχρόνως εἰς ἄλλην μίαν γολέτταν ἐμβαρκαρίσαμεν 35 βαρέλια βαρούτι καί τά ἔπεμψε ἡ Ἐφορεία εἰς τήν Σπάρτην.
Ὅλα αὐτά μ’ ἄναψαν περισσότερον τόν ζῆλον, καί φορτώσας καφφέ εἰς μίαν γολέτταν, καί ἐμβαρκαρισθείς διά ταίς Φώκαις συστημένος πρός τήν Ἐφορείαν της, ἀπό τήν Λῆμνον οἴτινες ἔπνεον περισσότερον ἐνθουσιασμοῦ, εὐθύς μετέβην εἰς Τζιαγζή καί τήν ἰδίαν ἡμέραν τράβηξα εἰς Σέρραις.
Ἡ ὑποδοχή μου ἐστάθη πολλά λαμπρή ἀπό ὅλους τούς ἐπισημότερους, καθώς καί ἀπό τόν μητροπολίτην Χρύσανθο – ἔπειτα πατριάρχην – διά τό ὀγλήγορον καί εὐτυχές ταξίδι, καί τό περισσότερον διότι εἶδαν ὅτι ἤμουν τῆς Ἑταιρείας, ὁποῦ ἦτον καί αὐτοί ὅλοι. Κανείς ἀπό τούς νέους τῆς ἡλικίας μου εἰς Σέρραις δέν εἶχεν ἠξιωθῆ τήν ἐμπιστοσύνην αὐτήν. Εὐρεθείς μεταξύ τῶν ἀρχιερέων καί τόσων ἄλλων σεβασμίων γερόντων ἐμπόρων περιωρίσθην ὀπωσοῦν καί πρόσεχα εἰς τά νεύματά τους.»
Νικολάου Κ. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά
Ἐκείνη τήν ἐποχή, τήν Θεσσαλονίκη τήν διοικοῦσε ὁ μουτεσελίμης Σερίφ Σεντίκ Γιουσούφ Μπέης, ὁ ὁποῖος ἦταν βάναυσος καί χριστιανομάχος. Παρακολουθοῦσε μέ ἄγρυπνο μάτι ὅλες τίς ὕποπτες κινήσεις τῶν ἄπιστων Ρωμιῶν τοῦ βιλαετιοῦ του καί ἐνεργοῦσε μέ ἄγριο τρόπο, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολόγησε στόν δικαστή Χαϊρουλλάχ ἴμπν Σινασή Μεχμέτ ἀγά: “Ἑτοιμάζουν ἐξέγερση καί πρέπει νά τούς κτυποῦμε ἀλύπητα ὅπου τούς βρίσκουμε”. Ἤδη ὁ τρομερός πασάς εἶχε ρίξει στίς φυλακές τοῦ Λευκοῦ Πύργου πολλούς Ρωμιούς, οἱ ὁποίοι σάπιζαν ἀπό τήν ὑγρασία καί ὑπέφεραν ἀπό τήν πείνα καί τίς δυσωδίες τῶν ἀκαθαρσιῶν τους.
Τή φωτιά στήν Μακεδονία θά τήν ἄναβε ἕνας πλούσιος ἔμπορος ἀπό τή Δοβίστα Σερρῶν, ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς. Ὁ Μακεδόνας Φιλικός, ἐνεργῶντας σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντη, εἶχε ἀγοράσει στήν Κωνσταντινούπολη ὅπλα καί πολεμοφόδια καί στίς 23 Μαρτίου 1821 τά φόρτωσε στό καράβι τοῦ Χατζῆ Βισβίζη καί ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος.

«Ἀπό τά 1810 στίς Σέρρες ἀκουγόταν πολύ ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς, ἕνας ζάμπλουτος Ἕλληνας πού ἦταν τραπεζίτης. Ἦταν τόσο ἰσχυρός ἐξαιτίας τοῦ πλούτου του, ὥστε τόν φοβόντανε οἱ Τοῦρκοι μπέηδες, γιατί τά εἶχε καλά μέ τόν κάθε φορά πασά. Κατόρθωσε μάλιστα νά βγεῖ φιρμάνι πού ἔδινε τό προνόμιο στούς Ἕλληνες νά δικάζονται οἱ ὑποθέσεις τους ἀπό τόν μητροπολίτη καί ὄχι ἀπό τόν Τοῦρκο κατή (δικαστή).
Τό 1819 ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς, ὅταν ἦταν στήν Πόλη μυήθηκε στή Φιλική Ἑταιρία καί ἀπό τότε ξόδεψε πολλά γιά τόν ἱερόν ἀγῶνα. Ἐπειδή ὅμως τά χάλασε μέ τόν Γιουσούφ μπέη, ἀναγκάστηκε νά πάει στήν Πόλη καί νά μείνει πολύ καιρό ἐκεῖ. Ἄν καί ὁ μεγάλος βεζύρης τόν ἐδικαίωσε καί πρόσταξε τόν Γιουσούφ νά δώσει πίσω στόν Παπᾶ ὅσα τοῦ εἶχε πάρει, ὁ Παπᾶς φοβόντανε νά γυρίσει στίς Σέρρες γιατί ὁ Γιουσούφ μποροῦσε νά τόν δολοφονήσει.
Ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς χωρίς κανένα δισταγμό, ἅμα κηρύχτηκε ἡ ἐπανάσταση στή Μολδοβλαχία ναύλωσε τό καΐκι τοῦ καπετάνιου Χατζῆ Βισβίζη ἀπό τή Λῆμνο, τό φόρτωσε μπαρούτι, φυσέκια, ὅπλα καί πιστόλες καί στίς 23 τοῦ Μάρτη τοῦ 1821 ἀπό τό Γαλατά τῆς Πόλης μπαρκάρησε γιά τό Ἅγιο Ὅρος. Μαζί του ἦταν καί οἱ Φιλικοί Ἰωάννης Χατζηπέτρος καί ὁ Δημήτριος Οἰκονόμος. Ὅταν ἔφτασε τό καΐκι στήν παραλία τῆς Δάφνης, ξεφόρτωσε καί οἱ “πραμάτειες” μεταφέρθηκαν στή Μονή Ἐσφιγμένου.»
Γιάννης Κορδᾶτος – Ἱστορία τῆς Νεώτερης Ἑλλάδος
Φθάνοντας λοιπόν ὁ Παπᾶς στό Ἅγιον Ὅρος ἄρχισε νά ὀργανώνει τήν ἐπανάσταση ἔχοντας πολύτιμη βοήθεια τούς μοναχούς καί κυρίως τόν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου Ἰωακείμ. Οἱ μοναχοί ζήτησαν ἐνισχύσεις ἀπό τά νησιά καί οἱ Ψαριανοί ἔστειλαν τά καράβια τοῦ Νικολάου Καρακωσταντῆ καί τοῦ Γεωργίου Χατζηδημητράκη, τά ὁποῖα φθάνοντας στή Μακεδονία, συνάντησαν δύο τουρκικά πλοῖα τοῦ μπέη τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ Τοῦρκοι τρομαγμένοι ἀπό τήν ἐμφάνιση τῶν φημισμένων Ψαριανῶν, ἔριξαν τά δικά τους σκάφη στά βράχια καί ἔφυγαν μέ βάρκες γιά νά σωθοῦν. Ὁ Γιουσούφ πασάς μαθαίνοντας τίς κινήσεις τῶν ραγιάδων στό Ἅγιον Ὅρος διέταξε τούς πρόκριτους τῆς Χαλκιδικῆς νά παρουσιασθοῦν στή Θεσσαλονίκη. Οἱ πρόκριτοι ἔστειλαν στή θέση τους ἄσημους ἀνθρώπους, πού ὁ πασάς τούς φυλάκισε στά ὑπόγεια τοῦ κονακιοῦ του. Ὁ μπέης τῆς Θεσσαλονίκης ἀποφάσισε νά δράσει κεραυνοβόλα καί ἔστειλε στρατό στή Χαλκιδική γιά νά καταστείλλει τήν ἐξέγερση τῶν γκιαούρηδων.
Ἡ τουρκική φρουρά τοῦ Πολυγύρου, στίς 16 Μαΐου 1821 ἄρχισε ξαφνικά νά πυροβολεῖ τούς κατοίκους τῆς πόλης καί σκότωσε μεταξύ ἄλλων τόν μουχτάρη (πρόεδρο τῆς κοινότητας) Κύρκο Παπαγεωργάκη. Στίς 17 Μαΐου, οἱ Μακεδόνες ὅρμησαν κατά τοῦ διοικητηρίου καί σκότωσαν τόν διοικητή μέ τούς δεκαοκτώ στρατιῶτες του. Ἀφοῦ πῆραν τά ὅπλα τῆς φρουρᾶς ἐπιτέθηκαν κατά τῶν χιλίων Τούρκων πού ἔρχονταν ἀπό τή Θεσσαλονίκη, στό χωριό Παλιόκαστρο, μέ ἀποτέλεσμα οἱ Τοῦρκοι νά ὑποχωρήσουν. Ἡ ἐπανάσταση στή Χαλκιδική ἐξαπλώθηκε ἀπό τόν Πολύγυρο μέχρι τήν Κασσάνδρα καί τά χωριά Ὀρμύλια, Παρθενώνας, Νικήτη, Μαντεμοχώρια καί Καλαμαριά. Οἱ Σέρρες ὅμως δέν κινήθηκαν ἀφοῦ οἱ πρόκριτοι δέν ἄκουσαν τό κάλεσμα τοῦ συμπατριώτη τους Ἐμμανουήλ Παπᾶ.
Οἱ ἐπιτυχίες τῶν Χριστιανῶν ἐξόργισαν τόν Γιουσούφ πασά, ὁ ὁποῖος κατέσφαξε τούς ὁμήρους, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ τοποτηρητής τοῦ μητροπολίτη Ἰωσήφ, ὁ ἐπίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, ὁ πάπα Γιάννης τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, ὁ Χριστόδουλος Μπαλάνος, ὁ Χρῆστος Μενεξές, ὁ Κυδωνιάτης καί ὁ Γεώργιος Πάϊκος. Ὁ τουρκικός ὄχλος σέ συνεργασία μέ τόν ἑβραϊκό ὄχλο προέβη σέ βανδαλισμούς καί σέ περαιτέρω σφαγές τῶν Θεσσαλονικέων, στίς ὁποῖες βρῆκαν τόν θάνατο πάνω ἀπό 3.000 Χριστιανοί κάτοικοι.
«Τοῦρκοι καί Ἑβραῖοι ἐπλήσθησαν αἵματος ἀθώου. Αἱ δημόσιαι πλατεῖαι ἐπληρώθησαν κεφαλῶν, ἐκκλησίαι μετεβλήθησαν εἰς φυλακάς.
Ὁ γενιτσάρ ἀγάς ἤρξατο τότε ν’ ἀναδιοργανῆ τά στρατεύματα αὐτοῦ καί οἱ Ἰσραηλῖται οἵτινες ἀνεμίχθησαν καί αὐτοί εἰς τάς κατά τῶν Χριστιανῶν σφαγάς, κρίνοντες εὐλόγως ὅτι δέν ὑπῆρχε δι’ αὐτούς ἐλπίς σωτηρίας, ἐάν οἱ Ἕλληνες ἐκυρίευον τήν πόλιν, παρέσχον τήν συνδρομήν των, ἥν ὁ διοικητής ἐδέχθη.
Καί ἐθεάθησαν διά πρώτην ἴσως φοράν ἀπό τῆς καταστροφῆς τῆς Ἱερουσαλήμ Ἑβραῖοι φέροντες στρατιωτικήν πανοπλίαν. Ὁ ἄνευ βωμοῦ καί βασιλέως λαός ἠνώθη μετά τῶν στρατειῶν τοῦ Ἰσλάμ ὑπό τάς σημαίας τοῦ Μωάμεθ! (Le peuple sans autel et sans roi, s’ unit aux soldat d’ Islam, sous les drapeaux de Mahomet!)»
Πουκεβίλ
Οἱ πλατεῖες τῆς πόλης γέμισαν ἀπό πασσάλους ἀνασκολοπισμοῦ, τά κεφάλια τῶν θυμάτων κρεμάστηκαν ἀπό τίς ἐπάλξεις τοῦ Ἑπταπυργίου, καί οἱ ἐκκλησίες μετατράπηκαν σέ φυλακές. Στήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἔκλεισαν γέρους καί γυναικόπαιδα καί τούς ἄφησαν χωρίς τροφή καί νερό ἐπί σαράντα ἡμέρες μέχρι πού ἔσβησαν ὅλοι ἀπό τήν δίψα καί τήν ἐξάντληση. Ἀφοῦ πρόλαβε τήν ἐξέγερση τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ Γιουσούφ, στράφηκε ἐναντίον τῆς κωμόπολης Παζαρούδας, ὅπου ἔπνιξε τούς περισσότερους κατοίκους στή λίμνη Βόλβη. Προχώρησε ἔπειτα πρός τήν Ἱερισσό, ὅπου ἔσφαξε 400 Χριστιανούς καί ἑτοιμάστηκε γιά ἐπίθεση στό Ἅγιον Ὅρος.

«Τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἑλλήνων τό μαρτύριον αὐτό μᾶλλον ἤ ἡ ἀπόκρουσις τοῦ ὑπό τόν Τσιρίβασην καί Χασᾶν ἀγᾶν στρατοῦ, ὑπεστήριξε τό πρός τήν ἐπανάστασιν πνεῦμα τῶν Μακεδόνων. Οἱ πάντες, ἀπηλπισμένοι ἤδη, οὐδέν ἄλλο εἶχον καταφύγιον πλέον ἤ τά ὅπλα. Ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς ἐκηρύχθη Ἀρχηγός καί Προστάτης τῆς Μακεδονίας, ἡ δέ ἐπανάστασις ἀπό τοῦ στενοῦ κύκλου τοῦ Πολυγύρου ἐξελθοῦσαν, ἠπλώθη καί ἐσυστηματοποιήθη, δύο δέ σώματα παρευθύς ἐσχηματίσθησαν, τό μέν ἐκ τῶν ὁπλοφόρων τῆς Κασσανδρείας καί τῶν Χασίκων χωρίων ὑπό τήν ὁπλαρχηγίαν τοῦ Χάψα, τό δέ ἐκ τῶν Μαδεμοχωριτῶν καί δισχιλίων μοναχῶν τοῦ Ἄθω ὑπό τήν διεύθυνσιν τοῦ Ἐμμανουήλ Παπᾶ.»
Ἰωάννης Φιλήμων
Οἱ ὠμότητες τῶν Τούρκων στή Θεσσαλονίκη πείσμωσαν ἀκόμα περισσότερο τους ἐπαναστάτες, οἱ ὁποῖοι στίς 23 Μαΐου 1821 κήρυξαν ἐπίσημα τήν Ἐπανάσταση στό Ἅγιον Ὄρος μέ πανηγυρική δοξολογία στό Πρωτάτο τῶν Καρυῶν καί μετά ἀπό σύναξη ὅλων τῶν προϊσταμένων τῶν μονῶν, στή Μονή Κουτλουμουσίου. Ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς ἀναγορεύθηκε “Ἀρχηγός καί Προστάτης τῆς Μακεδονίας”, ἐνῶ πολιτικός διοικητής τοῦ Ἁγίου Ὄρους διορίστηκε ὁ Νικηφόρος Ἰβηρίτης.
Ἀπ’ ὅλη τη Χαλκιδική συγκεντρώθηκαν 4.000 πολεμιστές τούς ὁποίους ὁ Παπᾶς χώρισε σέ δύο σώματα. Τό πρῶτο μέ ἀρχηγό τόν ἴδιο περιελάμβανε 1000 μοναχούς καί Μαντεμοχωρίτες καί τό δεύτερο μέ ἀρχηγό τόν καπετάν Χάψα περιελάμβανε Κασσανδρινούς καί Χασικοχωρίτες. Ὁ ἐνθουσιασμός τῶν ἐπαναστατῶν ἦταν μεγάλος ἀλλά ὁ ἀγώνας προμηνύοταν δύσκολος.
«Ἐπαλούκουσαν οἱ Τοῦρκοι τόν Μανόλη τόν Μποσταντζόγλη τόν σκευοφύλακα, κατάγναδα εἰς τό σπήτην του εἰς τήν Κλοποδίτζα δι’ αἰτίαν τιαύτην: εἰς τήν στράταν τοῦ Γιαϊλᾶν εὑρέθηκαν Τοῦρκοι σκοτωμένοι. Ἐδή ἄλλος δέν τούς ἀσκώτοσεν, μόνον οἱ Χριστιανοί ὁποῦ ἔχουν τά τηστήρια καί ἔτζη ἐκείνην τήν ἀργατηνήν ἔκαμαν καυγᾶν εἰς τό καπιλίον καί εὐγένη ὁ κύρ Μανόλης νά ἰδῆ καί διαβόλου πηρασμός ἔρχετε μίαν πέτρα καί τόν κτηπά εἰς τό κεφάλη καί τόν ξεραχώνι. Καί ἔτζη τό ταχύ ὡσάν τόν ἴδαν οἱ Τοῦρκοι ξεραχωμένον, εἶπαν αὐτοῦ καί ἡ μαρτυρία τό πώς αὐτός εἶναι o κανλής. Καί ἔτζη τόν ἅρπαξαν ὡς ἄγριοι θύρες καί τόν ἔκριναν.
Τέλως πάντων τόν ἀποφάσισαν καί συντζήλι τόν ἔκαμαν ὅτι νά τόν παλουκώσουν. Καί πολλοί τινές τόν εἶπαν ὅτι: Ἔλα γίνου Τοῦρκος καί ἠμεῖς νά σέ γλητόσωμεν. Καί αὐτός τούς ἔβριζεν καί σκύλους καί ἀπίστους τούς ἔλεγεν. Καί ἔτζη τόν ἐπαλούκωσαν. Καί ἀπό πάνω ἀπό τό παλούκι πολλά τούς ὀνειδοῦσεν καί τούς ἔβριζεν καί αὐτοί μή δυνάμενοι ὑποφέρουν ταῖς βρησές, ὁποῦ ἐπήγενεν ἡ γλῶσσα του ὡσάν τό χελιδόνι, ἐκρέμασαν τόν ἔτζη μέ τό παλούκι. Καί ἀνεπαύθην ἐν Κυρίῳ καί πάγη ἡ ψυχή του μετά τῶν μαρτύρων, διότι ὑπόμηνεν δύο μαρτύρια καί ἔλαβεν δύο στέφανα καί ἔγινεν νέος μάρτυρας. Αἰωνία του ἡ μνήμη.
Ἔκαψαν οἱ Τοῦρκοι τόν Πάτρουλα εἰς τό σανηδόφωρον δι’ αἰτίαν τοιαύτη: Μέ τό νά ἦταν μέ τόν Μιχαήλ βοϊβώδα εἰς τήν Βλαχίαν καί ἦχεν ἐγλητώση κάπιον Τοῦρκον Σεριώτη συντοπήτην του ἀπό τόν θάνατον. Καί ὅταν ἦλθεν εἰς τάς Σέρρας ἐπῆγεν εἰς τό παζάρι καί ἴδεν τόν Τοῦρκον καί τοῦ ἔδωσεν γνώρα, τάχα τό πώς εἶναι αὐτός ὁ εὐεργέτης τῆς ζωῆς του, ὥς νά τόν εὐχαρηστίση, πολλά. Καί αὐτός ὁ σκύλος καί ἀσεβῆς ἔκαμεν τό ἐναντίον. Καί ἐπῆγεν εἰς τούς καφενέδες καί ἐφώναξεν μεγάλη τη φωνή καί λέγη: Ἐλάτε νά ἰδῆτε ἕναν ἀσεβῆ καί ἰτζελάτην τῶν Τούρκων, τοῦ Μιχάλη ἄνθρωπος ὅπου εἰς τήν Βλαχίαν ἦχεν ἐνού ἐμήρη γυναίκα.
Καί ἔτζη ὡς τό ἄκουσαν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι ἔγιναν ὡσάν λησαροί. Καί ἐπάτησαν τό σπήτην του καί πολλά κακά ἔκαμαν εἰς αὐτόν καί εἰς τά ὑπάρχοντά του, διότι ἦταν ὑπέρπλουτος. Τέλος πάντων τόν ἔκαυσαν. Καί τίς διηγήσετε τά ὅσα κακά ἔκαμαν εἰς αὐτόν τόν ἄθλιον. Καί ἤχαν δεμένα τά χαίρια του, καί αὐτός: “Μήν μέ δένετε, ἐγώ μοναχός σεβένω εἰς τήν φλώγα”. Καί ἔτζη αὐτοθελήτως ἐπήδησεν μέσα εἰς τήν μέσιν τήν φλώγα. Καί τόσον ἔβαλαν περισσά ξύλα καί κληματζῆδες καί ἔστεκαν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι τρωγήρου, ἕως οὐ ἐκάϊκεν ὅλος καί δέν ἀπόμηνεν οὐδέ κόκαλον ἄπ’ αὐτόν.
Ἕν μηνί Μαρτίω, τῆς Ἀκαθίστου, ἐτούρκεψαν τόν Ἀμοριανόν τόν Τεμερούτογλη τόν σκευοφύλακα δι’ ἐτίαν τιαύτη: Ἀγόραζεν σουπές ἀπό Τοῦρκον ἡ ὀκά δώδεκα καί αὐτός τόν ἔδιδεν δέκα καί λέγη: Μήν τά πουλής ἐπειδή δέν σέ εὐγένη καί εἶναι καί χριστιανηκῶ φαγῆ. Καί οἱ Τοῦρκοι τό ἐγύρισαν ἀλέος, τό πώς εἶπεν τόν Τοῦρκον ὅπου τά πουλή χριστιανόν καί ἐσύκωσαν δόγμα μεγάλω καί ἐγίνη σύγχησις καί ταραχή καί φόβος μέγας. Καί τόν ἔκριναν καί o κριτής τόν ἔκαμεν ταζήρι καί τόν ἔδηρεν. Ἔπειτα τόν ἄφησεν.
Ἀμή οἱ Τοῦρκοι δέν τόν ἄφησαν, μόνον τόν ἤφεραν εἰς τό τρανῶ τό τζιαμή εἰς τό τζιαρσή καί τόση Τοῦρκοι ἐμαζώχθησαν πάραυτα ὅτι δέν ἤχαν μέτρος. Καί ἔτζη τόν ἐβάρεσαν ἕνα δύο μαχερές καί ἤθελαν νά τόν τεπελετήσουν. Καί ἕνας ἀπό τήν μέσιν τους τούς ἐφώναξεν καί λέγη ὅτι: Ἐγίνην Τοῦρκος ἐγίνην, μόνον ἀφήσετε τόν. Καί ἔτζη τόν ἄφησαν. Ἐδά πέ καί ἐσύ, ὤ ἄνθρωπε, ὅτι δέν γίνωμε Τοῦρκος διά νά τελειωθῆς ἀπάνου εἰς μίαν στυγμήν. Ἀμή ἐμούλοξεν. Ὤ εἰς τήν δυστυχίαν του, κάλιον ἦτο νά μήν ἦχεν γεννηθῆ. Καί ἔτζη τόν ἐτούρκεψαν καί πάραυτα τόν ἐσουνέτησαν.
Τῷ αὔτῳ χρόνω Δικεμβρίω κε’ τῶν Χριστουγέννων, ἐσκώτωσαν τόν Παπακρῆτον εἰς τά Ἀμπέλια. Καί ἦχεν ἐνορία τόν Ἅγιον Νικόλαον τούς Μποσταντζῆδες καί τά χωρία τό Μερτάκη καί τό Μετόχη. Καί τοῦ Χριστοῦ ἤρχονταν ἀπό τήν χώραν μέ κουλήκια καί μέ πλάτες καί τόν ἀπάντησεν ἕνας Τοῦρκος καί τόν ἐγύρεψεν πλάτην καί αὐτός ἠνατζής δέν τόν ἔδωσεν καί o Τοῦρκος τόν ἔδειρεν καί ἐπῆρεν τό σπαθήν του καί τό τζεπκένην του. Ἅφες τόν ἐδά. Ἀμή τρέχη κατόπην τοῦ μεθησμένος καί τόν πολεμᾶ μέ τό χιώνι καί o Τοῦρκος γυρίζη καί εὐγάζη τό σπαθήν του καί τόν κόφτη ὡσάν τό κριάρη καί τό ταχή ἤφεραν τό πτῶμα του εἰς τό Κάστρον καί τόν ἔθαψαν εἰς τήν Βλαχέρνα.»
Χρονικό τῶν Σερρῶν τοῦ Παπασυναδινοῦ (1610) γιά τά μαρτύρια τῶν Ἑλλήνων στίς Σέρρες, (Ἡ ἀγραμματοσύνη τοῦ ἱερέα ὑποδηλώνει τήν ἔκταση τοῦ ἀναλφαβητισμοῦ στούς Ρωμιούς τοῦ 17ου αἰώνα)

«Μαρτυρία τοῦ μολλᾶ (δικαστῆ) Χαϊρουλλάχ ἴμπν Σινασῆ Μεχμέτ ἀγά, γιά τίς συνθῆκες τῶν φυλακισμένων Ρωμιῶν στίς φυλακές τοῦ Λευκοῦ Πύργου. Τόν ἴδιο τόν Χαϊρουλλάχ, φυλάκισε ὁ διοικητής Γιουσούφ μπέης, ἐπειδή ὁ δικαστής λυπήθηκε ἕναν νεκρό Ρωμιό πού πέρασε ἀπό μπροστά του καί φώναξε δυνατά “Ἀλλάχ ραχμέτ ἐϊλεσίν!”. Ὁ μπέης τοῦ εἶπε ὅτι τό Ἱερό Κοράνιο ἀπαγορεύει στούς πιστούς τοῦ Ἰσλάμ νά δείχνουν ἔλεος γιά τούς ἀπίστους καί τόν ἔριξε στά μπουντρούμια τοῦ Λευκοῦ Πύργου. Ἀπό τήν μαρτυρία τοῦ Ὀθωμανοῦ δικαστῆ ἀποδεικνύεται ἡ βαρβαρότητα τῶν μουσουλμάνων μπέηδων ἔναντι τῶν ἀπίστων ραγιάδων τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας.
“Ὁ Πύργος αὐτός ἦταν γιομάτος ἀπό εἰδῶν εἰδῶν ἀνθρώπους καί μάλιστα ἀπίστους. Ἡ ζωή ἐκεῖ μέσα εἶναι φρικτή, κι’ ἄν δέν ἔχει κανείς συντροφιά του τή σκέψη τοῦ παντοδύναμου Ἀλλάχ, δύσκολα μπορεῖ νά ζήσει. Εἶδα κραταιότατε αὐθέντη μου, φτωχά ἀνθρώπινα πλάσματα, πού μέναν ἐκεῖ μέσα τρεῖς καί τέσσερις μῆνες, Ρωμιοί ὡς ἐπί τό πλεῖστον, γιατί συνάντησαν στόν δρόμο τόν Γιουσούφ Βέη καί δέν τόν χαιρέτησαν, ὅπως θάπρεπε, ἤ ἀκόμα γιατί μαζεύονταν στήν ἐκκλησία τοῦ Μηνά ἐφέντη (Ἁγίου Μηνᾶ) καί συζητοῦσαν γιά τό Πατριαρχεῖο καί τόν πατρίκ ἐφέντη (Πατριάρχη).
Πολλοί ἀπ’ αὐτούς ἦσαν πιασμένοι ἀπό τήν ὑγρασία καί τήν πείνα, γιατί πρέπει νά ξέρεις γαληνότατε πατισάχ μου, ὅτι μόνο νερό δίνουν στούς φυλακισμένους. Γνώρισα τόν πρόκριτο τῶν ἀπίστων τῆς Θεσσαλονίκης, τόν Μαλάκη ἐφέντη, ἄνθρωπο θεοσεβούμενο καί τίμιο, πού τόν φυλάκισαν, γιατί ἦταν μουτεβελής (ἐπίτροπος) τῆς μητρόπολης.
Μέσα στό κονάκι βρίσκονταν φυλακισμένοι πάνω ἀπό τετρακόσιοι Χριστιανοί ἐνῶ οἱ ἑκατό ἦταν μοναχοί. Ὅλοι αὐτοί κακοπερνοῦν στά χέρια τοῦ Γιουσούφ, τούς μαστιγώνει, τούς βρίζει, τούς ἐξευτελίζει καί τούς θανατώνει. Ὁ Θεός ἀς λυπηθεῖ καί τούς Χριστιανούς καί αὐτόν.”
Παρακάτω ὁ Τοῦρκος δικαστής ἀναφέρει στόν σουλτάνο Μαχμούτ, τίς σφαγές πού διέπραξε ὁ διοικητής τῆς Θεσσαλονίκης ὅταν πληροφορήθηκε γιά τόν ξεσηκωμό τῶν γκιαούρηδων.
“Ἀπό τή νύκτα ἐκείνην ἄρχισε τό κακό. Ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ ὡραία τούτη πόλη, πού στολίζει σάν σμαράγδι τό τιμημένο στέμμα σου, μεταβλήθηκε σ’ ἕνα ἀπέραντο σφαγεῖο. Ὁ μουτεσελήμ Γιουσούφ Βέης, θέλοντας νά ἐκδικηθεῖ τούς ξεσηκωμένους Ρωμιούς διέταξε τούς χαφιέδες του νά γυρνοῦν τούς δρόμους τῆς πόλης καί νά σκοτώνουν ἀλύπητα κάθε ἄπιστο πού θά συναντοῦσαν. Ἔτσι κι ἔγινε.
Κάθε μέρα καί κάθε νύχτα δέν ἀκοῦς τίποτ’ ἄλλο στούς δρόμους τῆς Θεσσαλονίκης, παρά φωνές, κλάμματα, βογγυσμούς. Ὁ Γιουσοῦν Βέης, ὁ γενητσάρ ἀγάς, ὁ σούμπασης, οἱ χοτζάδες καί οἱ οὐλεμάδες ἔχουν λυσσάξει θαρρεῖς. Δέν ἐκτελοῦσαν δικές σου διαταγές ἀσφαλῶς, γιατί τότε θά σέβονταν τά μικρά παιδιά καί τίς ἔγκυες γυναῖκες.
Τήν πρώτη μέρα τοῦ φεγγαριοῦ (19 Μαΐου 1821) ὁ μπέης διέταξε νά τοῦ φέρουν τόν Μακάρ ἐφέντη καί τούς ἄλλους ἁγιάνιδες (πρόκριτους) τῶν Ρωμιῶν. Τόν παρέδωσε στά χέρια τῶν μπασῆ μποζούκ καί τόν κομμάτιασαν στόν μεγάλη πλατεία τοῦ Καπανιοῦ. Ἑνός ἄλλου γέροντα τοῦ παπᾶ Γιάννη, τοῦ ‘κοψαν χέρια καί πόδια καί μετά τοῦ ἔβγαλαν τά μάτια. Ἕναν τρίτο, πού τόν γνώριζα ἀπό τό καφενεῖο, τόν Χρίστο ἐφέντη τόν κρέμασαν στόν μεγάλο τσινάρ (πλάτανο) τοῦ Ὀρτάτς ἐφέντη τζαμισῆ. Λίγοι γλύτωσαν ἀπό τή σφαγή τοῦ μουτεσελήμ ἐφέντη.”»
Ἀβραάμ Παπάζογλου – Θεσσαλονίκη (Μάϊος 1821)
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας