Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σφίγγει ο κλοιός γύρω από τον Ερντογάν

Δημοσιεύτηκε στις

Του Κώστα Ράπτη

Η ακροβασία (πολιτική, οικονομική και κυρίως γεωπολιτική) δεν μπορεί να διαιωνίζεται επί μακρόν. Ο ισχυρός άνδρας της Άγκυρας, Ταγίπ Ερντογάν φημίζεται για την επιδεξιότητά του στους τακτικούς ελιγμούς, το σκληρό παζάρι, την αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού, τις αλλεπάλληλες μετατοπίσεις της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ φίλων και εχθρών. Με αυτά τα εφόδια εξασφάλισε την κυριαρχία του επί δύο δεκαετίες στην πολιτική ζωή της Τουρκίας και αυτά επιστρατεύει ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια στη διεθνή σκηνή, προβάλλοντας της φιλοδοξίες της χώρας του πολύ πέραν των συνόρων της.

Όμως το παιχνίδι αυτό δεν μπορούσε παρά να συναντήσει τα όριά του. Ιδίως όταν συναντιέται με τα συμφέροντα κατεστημένων μεγάλων παικτών και μάλιστα σε ένα περιβάλλον νεοψυχροπολεμικό που σταδιακά δυσκολεύει τις επαμφοτερίζουσες τοποθετήσεις. Η νέα κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν στη Ουάσιγκτον το κατέστησε ήδη σαφές ότι σκοπεύει να ανεβάσει το θερμόμετρο της έντασης, τουλάχιστον πολιτικά, απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα και δια του τρόπου αυτού να οριοθετήσει αυστηρότερα τα “στρατόπεδα”, στερώντας από ιδιοτελείς συμμάχους, όπως η Τουρκία και η Γερμανία, τους βαθμούς ελευθερίας που είχαν εξασφαλίσει το προηγούμενο διάστημα με τα ευρασιατικά τους ανοίγματα.

Κατηγορηματικός ο Μπλίνκεν
Ειδικά προς την Άγκυρα, το μαστίγιο (αλλά και το καρότο) επισείεται με εμφανέστερο τρόπο. Ο Τζο Μπάιντεν έχει επιδεικτικά εξαιρέσει τον Ταγίπ Ερντογάν από τους διεθνείς ηγέτες με τους οποίους έχει ως τώρα επικοινωνήσει ως πρόεδρος (στους οποίους μόλις προστέθηκε με την αφορμή της 25ης Μαρτίου και ο Κυριάκος Μητσοτάκης), ενώ η πρώτη επαφή των δύο πλευρών σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, δεν έλυσε τις απορίες. Στο περιθώριο της υπουργικής Συνόδου του ΝΑΤΟ ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Άντονι Μπλίνκεν είχε την Τετάρτη την πρώτη του συνάντηση με τον Τούρκο ομόλογό του, Μεβλούτ Τσαβούσογλου στις Βρυξέλλες, όπου επανέλαβε την προειδοποίηση ότι η Άγκυρα δεν μπορεί να συνεχίσει την χρήση ρωσικών αντιβαλλιστικών-αντιαεροπορικών συστημάτων S-400, πόσω μάλλον να προχωρήσει και σε νέα παραγγελία, συνοδευόμενη και από την προμήθεια ρωσικών μαχητικών S-57 και S-35, εκτός και θέλει να ρισκάρει ένα δεύτερο κύμα αμερικανικών κυρώσεων βάσει του νόμου CAATSA.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών επανέλαβε την θέση ότι η παραλαβή των S-400 είναι “κλεισμένη υπόθεση”, αλλά πρότεινε την συγκρότηση κοινής επιτροπής με τις ΗΠΑ, η οποία θα ξεκαθαρίσει τις “τεχνικές” απορίες, ενώ υπογείως συζητούνται πιθανές “συμβιβαστικές” λύσεις.

Ολόιδιο ήταν και το μήνυμα που μετέφερε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου Τζέικ Σάλιβαν προς τον εκπρόσωπο και εξα απορρήτων σύμβουλο του Ταγίπ Ερντογάν, Ιμπραχίμ Καλίν κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν αυτή την εβδομάδα: Υπάρχει στη Ουάσιγκτον ισχυρή διακομματική συναίνεση ότι η συνεχιζόμενη κατοχή των S-400 από την Τουρκία αντιβαίνει στις δεσμεύσεις της ως μέλους του ΝΑΤΟ.

Όμως η προειδοποίηση Μπλίνκεν ότι ο Λευκός Οίκος δεν ελέγχει το Κογκρέσο, δεν αφορά μόνο το ζήτημα τυχόν νέων κυρώσεων, αλλά και την κινητικότητα που έχει προκύψει, με πρωτοβουλία του γερουσιαστή Μπομπ Μενέντεζ, για επίσημη αμερικανική αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας.

Στο άλλο άκρο της γκάμας των πιθανοτήτων, η αμερικανική πρόταση να φιλοξενηθεί από την Τουρκία η διάσκεψη για το Αφγανιστάν, δείχνει με ποια ανταλλάγματα ως προς τις κεντρασιατικές, παντουρκικές φιλοδοξίες της Άγκυρας θα μπορούσε να επιβραβευθεί μια επιστροφή του καθεστώτος Ερντογάν στην ατλαντική “νομιμοφροσύνη”.

Στα ίδια, δυνάμει θετικά μηνύματα θα πρέπει να ενταχθεί και το ότι ο Τζο Μπάιντεν συμπεριέλαβε τον Ταγίπ Ερντογάν στους περίπου 40 διεθνείς ηγέτες τους οποίους προσκάλεσε σε διαδικτυακή Διάσκεψη Κορυφής για το Κλίμα στις 23-24 Απριλίου.

Σολομώντεια διατύπωση
Άλλα και οι “27” της Ε.Ε., φρόντισαν στην (διαδικτυακή) Σύνοδο Κορυφής που πραγματοποίησαν την Πέμπτη και Παρασκευή, με καλεσμένο μάλιστα τον Τζο Μπάιντεν, να στείλουν διπλό μήνυμα προς την γείτονα. Από τη μια διακήρυξαν, για πρώτη φορά με τόσο ισχυρό τρόπο, την ετοιμότητά τους να υπερασπιστούν με όλα τα μέσα τα συμφέροντα των κρατών-μελών και την περιφερειακή σταθερότητα, ενώ από την άλλη προσφέρθηκαν να συνεργαστούν με την Τουρκία με έναν “σταδιακό, αναλογικό και αναστρέψιμο τρόπο”, αναλόγως της διατήρησης της τρέχουσας “νηνεμίας” στην ανατολική Μεσόγειο, για την ενίσχυση της συνεργασίας σε διάφορους τομείς, με εξέχουσα την επικαιροποίηση της ευρωτουρκικής Τελωνειακής Ένωσης.

Η Άγκυρα δεν είχε κανένα πρόβλημα να χαιρετίσει τις αποφάσεις της Συνόδου, εφόσον, ακριβώς προς δική τους κατανάλωση ,έχει υιοθετήσει το τελευταίο διάστημα την τακτική της προβολής “εποικοδομητικότητας”, με την αναστολή των παράνομων υποθαλάσσιων ερευνών, την επανέναρξη των ελληνοτουρκικών διερευνητικών επαφών και την προετοιμασία συμμετοχής σε νέα πενταμερή διάσκεψη για το Κυπριακό.

Βέβαια η τοποθέτηση των “27” είναι ταιριαστή με την ευρωπαϊκή τακτική του “κλωτσίματος της κονσέρβας” σε όλα τα ακανθώδη προβλήματα και προέκυψε ως σολομώντεια λύση ανάμεσα σε μία Γερμανία αφοσιωμένη στην “θετική ατζέντα” έναντι της Τουρκίας και μία Γαλλία, η οποία δια του Εμανουέλ Μακρόν σήμανε ότι η επιχειρούμενη επανασυμφιλίωση με τον Ερντογάν είναι πρόωρη και έφθασε μάλιστα μέχρι του σημείου να καταγγείλει ότι ο Τούρκος ηγέτης επιδιώκει να χειραγωγήσει την γαλλική κοινή γνώμη, παρεμβαίνοντας έτσι στις προεδρικές εκλογές της άνοιξης του 2022.

Ρωσική καχυποψία
Τόσο η γερμανική όσο και η γαλλική στάση τροδοφοτούνται από τις νέες απειλές που, όχι πολύ συγκεκαλυμμένα, απευθύνει ο Τούρκος πρόεδρος για νέα προσφυγικά κύματα προς την Ευρώπη, αν η τελευταία δεν συνδράμει οικονομικά, και μάλιστα σε μία συγκυρία όπου τα όπλα ηχούν και πάλι στην βόρεια Συρία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλαπλασιάζονται τόσο οι αψιμαχίες του τουρκικού στρατού με τους Κούρδους μαχητές του YPG, οι οποίοι τελευταία ενισχύθηκαν με αλλεπάλληλες αποστολές αμερικανικού υλικού, όσο όμως και με τις δυνάμεις της Δαμασκού και των Ρώσων συμμάχων της στην περιοχή της Ίντλιμπ. Μάλιστα η τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν την Πέμπτη οι υπουργοί Άμυνας της Τουρκίας Χουλουσί Ακάρ και της Ρωσίας Σεργκέι Σοϊγκού, με την προσδοκία ανοίγματος νέου περάσματος ανάμεσα στην ανταρτοκρατούμενη Ίντλιμπ και το Χαλέπι, για ανθρωπιστικούς λόγους, απέβησαν άκαρπη.

Συνολικά, η ρωσοτουρκική σχέση δοκιμάζεται από πολλές αμφισημίες, με την συνεργασία να συνεχίζεται σε άλλα μέτωπα και την καχυποψία να διογκώνεται σε άλλα, ιδίως μετά την ανάφλεξη του Ναγκόρνο Καραμπάχ και τα αλλεπάλληλα ανοίγματα της Άγκυρας προς ένα Κίεβο έτοιμο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, να δοκιμάσει πολεμικά την τύχη του και πάλι στη ανατολική Ουκρανία.

Σαουδαραβικό μποϊκοτάζ
Προς Νότον, οι σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία πολύ απέχουν από το να έχουν αποκατασταθεί, παρά τον ευνοϊκότερο κλίμα που επικρατεί ανάμεσα στο σύμμαχο της Άγκυρας Εμιράτο του Κατάρ και τους γείτονές του.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε το πρακτορείο Reuters την Πέμπτη, το άτυπο μποϊκοτάζ των τουρκικών προϊόντων στην Σαουδική Αραβία είχε ως αποτέλεσμα ο όγκος των εισαγωγών να περιορισθεί από τα 50,6 εκατ. ριάλ (ήτοι περίπου 13,49 εκατ. Δολάρια) τον Δεκέμβριο σε μόλις 14,1 εκατ. ριάλ (3,76 εκατ. δολάρια), στο χαμηλότερο επίπεδο από0 το 2916, με αποτέλεσμα η Τουρκία να καταλαμβάνει την 76 θέση των εμπορικών εταίρων του βασιλείου, από την 13η θέση προ έτους.

Το “μέτωπο” που εξερράγη πρώτο…
Και στο βάθος, η επαπειλούμενη οικονομική κατάρρευση. Η ισοτιμία της λίρας έναντι του δολαρίου υποχώρησε κατά 10% σε μία εβδομάδα, αφότου ο Ταγίπ Ερντογάν προχώρησε σε άλλη μία αλλαγή διοικητή κεντρικής τράπεζας, την τρίτη σε μία διετία, δίνοντας το σήμα ότι η φθινοπωρινή “επιστροφή στην νομισματική ορθοδοξία” δεν ήταν παρά ένα αναγκαστικό διάλειμμα. Οι αλλεπάλληλοι ελιγμοί του Τούρκου προέδρου σε αυτό το μέτωπο ίσως να οδηγήθηκαν, πριν από οποιοδήποτε άλλο, στο “σημείο χωρίς επιστροφή”, καθώς η αξιοπιστία της χώρας του έχει εξανεμιστεί στις αγορές, οι οποίες εξαπολύουν πλέον τη δική τους ολομέτωπη επίθεση.

(Μια πρώτη μορφή του κειμένου δημοσιεύθηκε στο φύλλο του “Κεφαλαίου” της 26ης Μαρτίου).

ΠΗΓΗ: Capital.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή