Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τι αλλάζει στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας;

Δημοσιεύτηκε στις

ΗΠΑ-Τουρκία: (Επανα)-Καθορισμός των βασικών κανόνων;

 Ηλίας Χατζηγιακουμής   

Πριν λίγες ημέρες, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία πραγματοποιούσαν κοινή άσκηση στην Ανατολική Μεσόγειο. Ένα 24ωρο αργότερα η Ουάσιγκτον κατήγγειλε δημόσια την Άγκυρα ότι υπονομεύει τη Δημοκρατία με την προσπάθεια της να θέσει εκτός νόμου το φιλοκουρδικό κόμμα HDP, με το πρόσχημα ότι διατηρεί σχέσεις με το PKK.

Αυτή η, εκ πρώτης όψεως, ανακόλουθη προσέγγιση εκ μέρους των ΗΠΑ, δεν θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση. Στην πρώτη περίπτωση, η διεξαγωγή κοινής άσκησης εντάσσεται στην πάγια πολιτική των Αμερικανών για τήρηση ίσων αποστάσεων μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ και στη δεύτερη, η καταγγελία, εντάσσεται στο πλαίσιο μιας επικοινωνιακής στρατηγικής για ικανοποίηση του κουρδικού αισθήματος, οι οποίοι άλλωστε πλήρωσαν μεγάλο φόρο αίματος στη μάχη κατά της τρομοκρατίας.

Επιχειρώντας, εντούτοις, μια πιο βαθιά ανάλυση στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία, με αφορμή και την αλλαγή ενοίκου στον Λευκό Οίκο, θα έλεγε κανείς πως ο πρόεδρος Biden ξεκίνησε την προεδρία του ακολουθώντας μια κυρίως πιο σκληρή γραμμή προς τη Τουρκία, τόσο σε σχέση με τον προκάτοχό του, όσο και σε σχέση με προηγούμενους Προέδρους, από τον χώρο των Δημοκρατικών. 

Κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της προεδρίας του στις ΗΠΑ, ο Biden συνομίλησε με προέδρους και ηγέτες άλλων χωρών είτε στο πλαίσιο κλήσεων «ρουτίνας» και εθιμοτυπίας είτε για συγκεκριμένα ζητήματα. Από το πρωτόκολλο ωστόσο εξαιρέθηκε ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Δεν έλαβε ποτέ τέτοιο τηλεφώνημα. Σύμφωνα με αναλυτές η σιωπηρή αυτή τηλεφωνική γραμμή είναι αποτέλεσμα της αντιπαλότητας που δημιουργήθηκε  μεταξύ των δύο χωρών, κυρίως, λόγω του γεγονότος πως η Τουρκία προχώρησε στην προμήθεια ρωσικού συστήματος αεράμυνας και επιπρόσθετα «πρόδωσε» τις Ηνωμένες Πολιτείες επί συριακού εδάφους συμμαχώντας με τη Ρωσία προκειμένου να αποκτήσει έλεγχο στη συνοριακή μεθόριο, προετοιμάζοντας παράλληλα και τις επόμενες κινήσεις στρατηγικής στην περιοχή.

Οι δεσμεύσεις Biden

Ο πρόεδρος Biden, ο οποίος, σύμφωνα με αναλυτές, το 2016 προσπάθησε να βελτιώσει τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας (οι οποίες είχαν κατέλθει σε ιδιαίτερα χαμηλό σημείο μετα την απόπειρα πραξικοπήματος) υποσχέθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της θητείας του θα δώσει προτεραιότητα στην προώθηση της Δημοκρατίας.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, πρόσφατα, εκατόν εβδομήντα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, υπέγραψαν μια διακομματική επιστολή η οποία εστάλη στον Antony Blinken, τον Υπουργό Εξωτερικών, προτρέποντας την κυβέρνηση του προέδρου Joe Biden, να εξετάσει τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, διαμορφώνοντας μια ανάλογα αυστηρή πολιτική απέναντι της. Οι αντιπρόσωποι χαρακτήρισαν τα θέματα αυτά ως προβληματικής φύσεως. Στην επιστολή τους ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2021, σημειώνουν ότι η Τουρκία υπήρξε κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών, σημαντικός εταίρος των ΗΠΑ, αλλά η κυβέρνηση του Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν έχει ωθήσει τη σχέση των δύο πλευρών σε ένταση εξαιτίας της οπισθοδρόμησης σε θέματα δημοκρατίας και κατάφορης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Η επιστολή της Βουλής των Αντιπροσώπων ήρθε μετά από την έκκληση 54 γερουσιαστών των ΗΠΑ, προς τον Προέδρο Joe Biden να εστιάσει στην εχθρική συμπεριφορά του Τούρκου Προέδρου και στη δημοκρατική οπισθοδρόμηση της Άγκυρας. Στη δική τους επιστολή, οι γερουσιαστές κατηγορούν τον Πρόεδρο Ερντογάν, για φίμωση της ελευθεροτυπίας, περιθωριοποίηση της εγχώριας αντιπολίτευσης, παραμερισμό ανεξάρτητων δικαστών και φυλάκιση δημοσιογράφων. Προτρέπουν, επίσης, την κυβέρνηση του Προέδρου Joe Biden να πιέσει τον Ερντογάν και την κυβέρνησή του για την άμεση απελευθέρωση των κρατουμένων συνείδησης και των πολιτικών κρατουμένων, τον τερματισμό της καταστολής των αντιφρονούντων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, καθώς και προς την αντιστροφή της αυταρχικής πορείας. Είναι σαφές πως και οι δύο επιστολές εισηγούνται αυστηρότερη δράση κατά της Τουρκίας. 

Στρατηγικοί εταίροι μεν, αλλά…

Στην τελετή διαβεβαίωσής του, ο Antony Blinken, Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, χαρακτήρισε μεν την Τουρκία ως ένα στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ αλλά επέκρινε την Άγκυρα για την ευθυγράμμισή της με έναν από τους μεγαλύτερους στρατηγικούς ανταγωνιστές μέσω της αγοράς του ρωσικού πυραυλικού συστήματος επιφάνειας-αέρος S-400. Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου, τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, ο Blinken επανέλαβε τις ανησυχίες του έναντι των S-400, προτρέποντας την Τουρκία να εγκαταλείψει το ρωσικό σύστημα. Τόνισε επίσης τη σημασία του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της διακυβέρνησης χωρίς αποκλεισμούς αλλά με δημοκρατικούς θεσμούς. Το υπουργείο Εξωτερικών ακολουθώντας τη γραμμή του Blinken καταδίκασε μέσω του εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών, Ned Price, τη ρητορική του Suleyman Soylu κατά της κοινότητας LGBTI/ΛΟΑΤΚΙ.

Ο Ερντογάν στην πάροδο των ετών, έχει επιρρίψει ευθύνες στις ΗΠΑ για την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Θεωρεί επίσης πως, οι ΗΠΑ έχουν περισσότερο ανάγκη την Τουρκία, παρά η Τουρκία τις ΗΠΑ, και έχει δώσει σαφείς ενδείξεις για την πρόθεσή της να αξιοποιήσει γενικά τη γεωστρατηγικής της θέση αλλά και πιο συγκεκριμένα τη βάση στο Ιντζιρλίκ ως μέσο άσκησης πίεσης. Ωστόσο, σύμφωνα με την τουρκική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον, η Άγκυρα αποδίδει χαρακτηρισμό «ύψιστης σημασίας» στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και είναι πρόθυμη να εργαστεί για την ενίσχυση των δεσμών με τη κυβέρνηση του προέδρου Τζο Μπάντεν. Ο Τούρκος Πρόεδρος, σε τηλεοπτική του εμφάνιση, εξέφρασε την πεποίθεση ότι τα κοινά συμφέροντα με τις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπερνούν κατά πολύ τις διαφορές απόψεων που υπάρχουν και ότι η Άγκυρα θέλει να ενισχύσει τη σχέση μεταξύ τους με «μακροπρόθεσμη προοπτική στη βάση αμοιβαίου κέρδους (win-win)». 

Ο Ερντογάν παραδέχθηκε ότι οι σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ δοκιμάστηκαν πρόσφατα σε σοβαρό βαθμό αλλά η κυβέρνησή του θα συνεχίσει να διαδραματίζει τον ρόλο της με τρόπο αντάξιο των στρατηγικών και συμμαχικών δεσμών συνεργασίας που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών. Μπορεί η Τουρκία να επιθυμεί να βελτιώσει τους δεσμούς της με τη διακυβέρνηση του προέδρου Biden, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε πρόσφατα να καλέσει τις ΗΠΑ να τερματίσουν την υποστήριξή τους προς το κουρδικό YPG στη Συρία. Κατηγόρησαν δε τις ΗΠΑ ότι πήραν το μέρος μαχητών που πιστεύεται ότι εκτέλεσαν δεκατρείς Τούρκους στο Βόρειο Ιράκ.

Ο επικίνδυνος τουρκικός επεκτατισμός

Εκτός από τη σχέση της με τις ΗΠΑ, η Τουρκία έχει μια προκλητική, απειλητική και επικίνδυνα επεκτατική πολιτική εναντίον όλων των γειτόνων της. Η Τουρκία, υπό την προεδρία του Ερντογάν, παρενέβη στρατιωτικά στη Συρία, το Ιράκ, τη Λιβύη και τον Καύκασο, ενώ ίδρυσε στρατιωτικές βάσεις στο Κατάρ και τη Σομαλία και προσπαθεί να επεκτείνει την επιρροή της στην Ερυθρά θάλασσα. Η Τουρκία βοήθησε επίσης τον στενό σύμμαχο της το Αζερμπαϊτζάν εναντίον της Αρμενίας. Με την Ελλάδα, διατηρεί μια σχέση που χαρακτηρίζεται από εναλλασσόμενες περιόδους φιλικής (επιθετικής φιλίας) και εχθρικής προσέγγισης (μεγάλης διάρκειας). Πρόσφατα, σημειώθηκε αύξηση της στρατιωτικής έντασης ως αποτέλεσμα της στάσης που τηρεί σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Ακόμη ένα παράδειγμα είναι η Κύπρος. Η συνεχιζόμενη εισβολή στο νησί από το 1974, η πρόσφατη παραβίαση του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τα Βαρώσια, η παράνομη δραστηριοποίηση στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου και οι παρεμβάσεις της που εξακολουθούν να εμποδίζουν την πρόοδο προς την επίτευξη λύσης. Στη σταθερή αντιπαράθεση με την Ελλάδα και Κύπρο έχουν προστεθεί και οι ενεργειακές διαφορές και οι γεωπολιτικές εντάσεις με άλλες χώρες όπως η Αίγυπτος, η Γαλλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Ο Μπομπ Μενέντεζ, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, κάλεσε πολλές φορές τις ΗΠΑ να επιδείξουν σθεναρή στάση έναντι της τουρκικής επιθετικότητας στην Κύπρο. Τις προέτρεψε να υπερασπιστούν το δικαίωμα της Κύπρου για εκμετάλλευση των ενεργειακών της πόρων. Κατηγόρησε επίσης την Τουρκία ότι παρεμποδίζει την πρόοδο για την ειρήνη και υποστήριξε ότι εάν δεν υπήρχε η παρέμβαση της, θα μπορούσε να υπάρξει ειρήνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων και ένα καλύτερο μέλλον. Δήλωσε επίσης ότι η Τουρκία αποτελεί πηγή αστάθειας στο νησί με κινήσεις, όπως το άνοιγμα των Βαρωσίων για οικονομική εκμετάλλευση, η παράνομη δραστηριότητα στην Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομικής Ζώνης, η αποστολή Τούρκων υπηκόων στον βορρα με σκοπό την αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα της Κύπρου και μια συμπεριφορά που γενικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επαίσχυντη.

Αυτή η συμπεριφορά έχει τεράστιες επιπτώσεις και στην Ευρώπη 

Η απόφαση της Τουρκίας για τους S-400 και η αντίδραση των ΗΠΑ με την εφαρμογή του ομοσπονδιακού νόμου CAATSA και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στις 14 Δεκεμβρίου 2020, έχουν αντίκτυπο στη συνοχή του ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή άμυνα. Η θέση της Ουάσιγκτον ενάντια στη δεύτερη γραμμή του Turk Stream και η διαμάχη για τον Nord Stream 2 έχει αρνητικές επιπτώσεις όχι μόνο στις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας αλλά και στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Η στάση στη Συρία, στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο θα διαμορφώσει το ζήτημα της μετανάστευσης και την εσωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πολύπλοκες αυτές κρίσεις δεν μπορούν να διαχωριστούν και ο συντονισμός των δράσεων ΗΠΑ-ΕΕ είναι ιδιαίτερα σημαντικός. 

Η κυβέρνηση Biden υποστηρίζει ότι μπορεί να καταστήσει υπόλογη την Τουρκία σε θέματα υπονόμευσης των δημοκρατικών αξιών ως επίσης και στη διατήρηση της ευθυγράμμισής της με τις αρχές και θέσεις του ΝΑΤΟ σε κρίσιμα ζητήματα. Ωστόσο, εάν η Τουρκία δεν αλλάξει τη προσέγγισή της, οι ΗΠΑ θα πρέπει να ενισχύσουν την κριτική και τη σκλήρη τους στάση έναντι στο καθεστώς του Ερντογάν. Για παράδειγμα, εκτός από τις κυρώσεις υπό τον CAATSA, θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τον νόμο Global Magnitsky Human Rights Accountability Act και να επιβάλουν κυρώσεις σε Τούρκους αξιωματούχους που εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς, κατάχρησης εξουσιών και καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα, οι ΗΠΑ θα πρέπει να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις για να αντισταθμίσουν τον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας, καθώς η χώρα αυτή έχει καταστεί λιγότερο σταθερή και λιγότερο φιλική απέναντί τους. Πιθανές εναλλακτικές λύσεις θα μπορούσαν να εξεταστούν και για το Incirlik. Κτίζοντας πάνω στον νόμο Eastern Mediterranean Security and Partnership του 2019, οι ΗΠΑ θα πρέπει επίσης να εξετάσουν τα πλεονεκτήματα που θα προκύψουν από μια ενεργή συνεισφορά της σε ένα νέο εναλλακτικό σύστημα ασφάλειας που θα δημιουργηθεί με δημοκρατικά κράτη στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ, βασικοί σύμμαχοι και εταίροι στην περιοχή.

*Ο Ηλίας Γ. Χατζηκουμής είναι μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών, ειδικός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας και ασφάλειας

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή