Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το Ισλάμ ριζώνει στην Τουρκία μέσω των σχολείων

Δημοσιεύτηκε στις

Ισλαμική παρέμβαση στα τουρκικά σχολικά βιβλία

Μάριος Πούλλαδος

Ανησυχητικά ευρήματα για Τουρκία στην έκθεση του Ινστιτούτου Παρακολούθησης της Ειρήνης & της Πολιτιστικής Ανοχής στη Σχολική Εκπαίδευση

Το Ινστιτούτο Παρακολούθησης της Ειρήνης και της Πολιτιστικής Ανοχής στη Σχολική Εκπαίδευση (IMPACT-SE), παλαιότερα γνωστό ως Κέντρο Παρακολούθησης των Επιπτώσεων της Ειρήνης (CMIP), δημοσίευσε αυτόν τον μήνα μιαν άκρως ανησυχητική έκθεση αναφορικά με τα σχολικά εγχειρίδια στην Τουρκία. Η μελέτη 39 σελίδων φέρει τον τίτλο «Η επανάσταση Ερντογάν στα βιβλία για τουρκικά προγράμματα σπουδών» και αναδεικνύει με παραδείγματα τους τρόπους με τους οποίους η Κυβέρνηση ΑΚΡ επιχειρεί να εισαγάγει ισλαμικά ριζοσπαστικά στοιχεία στην Παιδεία. Η ενσωμάτωση της «επιλογής μαθημάτων», ως μέρος των μεταρρυθμίσεων της Κυβέρνησης ΑΚΡ, επέτρεψε να ενσωματωθεί η θρησκεία σε αυτό που ήταν προηγουμένως κοσμικά σχολεία. Σε αυτό το πλαίσιο, νέα μαθήματα (“Ιερό Κοράνι”, “Ζωή του Προφήτη Μωάμεθ” και “Θεμελιώδεις θρησκευτικές γνώσεις”) εισήχθησαν στους μαθητές. Ενώ το Υπουργείο Εθνικής Εκπαίδευσης τόνισε τον προαιρετικό χαρακτήρα αυτών των μαθημάτων, στην πράξη, στο σχολείο οι διευθυντές συχνά δεν διαθέτουν άλλα μαθήματα επιλογής στους φοιτητές-μαθητές, δημιουργώντας ένα φαινόμενο που μπορεί εύλογα να συνοψιστεί ως «υποχρεωτική επιλογή».

Ειδικότερα όπως αναφέρει η έκθεση, η Τζιχάντ (Ιερός Πόλεμος των μουσουλμάνων) έχει εισαχθεί σε εκπαιδευτικά εγχειρίδια και έχει μετατραπεί σε μια δοξασμένη πράξη ηρωισμού και αυτοθυσίας. Στα εγχειρίδια διδάσκονται επίσης εθνο-θρησκευτικοί στόχοι, που εκδηλώνονται στο πλαίσιο του νεο-οθωμανισμού και του παντουρκισμού. Έτσι, το Ισλάμ απεικονίζεται ως πολιτικό ζήτημα, με την επιστήμη και την τεχνολογία να υποτάσσονται απλώς στην προώθηση των στόχων του. Προφανώς, αναφέρει η έκθεση, δεν γίνεται καμία προειδοποίηση σχετικά με τους κινδύνους που εγκυμονεί η ιστορική αναβίωση του Τζιχάντ και η ριζοσπαστικοποίηση των μουσουλμάνων, ειδικά αυτών νεαρής ηλικίας. Μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι αρκετά από αυτά τα εγχειρίδια διοχετεύονται και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα των κατεχομένων.

Τουρκική Παγκόσμια Τάξη

Υπάρχει έμφαση σε έννοιες όπως «Τουρκική Παγκόσμια Κυριαρχία» και «Τουρκικά ή Οθωμανικά Ιδανικά για την Παγκόσμια Τάξη». Σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών (curriculum), η «τουρκική λεκάνη» εκτείνεται από την Αδριατική Θάλασσα έως την Κεντρική Ασία. Προσφέρονται επίσης σπουδές Οθωμανικής και Αραβικής γλώσσας. Το πρόγραμμα σπουδών υιοθετεί παράλληλα μιαν αντι-αμερικανική στάση, δείχνοντας συμπάθεια για τα κίνητρα του ISIS και την Αλ Κάιντα, ενώ παραμένουν σταθερά κατά του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK).

Οι ταυτότητες των μειονοτήτων και οι πολιτιστικές ανάγκες τους εξακολουθούν να παραμελούνται σε μεγάλο βαθμό. Η παράδοση των Αλεβιτών δεν αναγνωρίζεται, αλλά οι θρησκευτικές μελέτες περιλαμβάνουν μόνο σουνιτικές διδασκαλίες. Τα πογκρόμ του 1955 ενάντια στην ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης ασφαλώς και αγνοούνται. Τα ειδικά προγράμματα σπουδών, όπως τα κουρδικά, έχουν παραμεληθεί και σε μεγάλο βαθμό αντικαθίστανται από θρησκευτικά μαθήματα, τα οποία είναι συχνά υποχρεωτικά στην πράξη.

Οι «άπιστοι» Χριστιανοί και Εβραίοι

Το πρόγραμμα σπουδών παρουσιάζει πρώην πολιτικούς συμμάχους του καθεστώτος AKP ως τρομοκράτες, και υπονοεί ότι ο πολιτικός ακτιβισμός – όπως οι διαμαρτυρίες του Πάρκου Gezi – χειραγωγoύνται από ύποπτες καπιταλιστικές και ξένες δυνάμεις. Εδώ και καιρό έχουν εισαχθεί στα εγχειρίδια εκπαίδευσης αντι-χριστιανικά και αντι-εβραϊκά υπονοούμενα. Και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιείται ο όρος «άπιστοι», αντί ο παραδοσιακός όρος, «Άνθρωποι της Βίβλου».

Το πρόγραμμα σπουδών δαιμονοποιεί τον Σιωνισμό και ενεργοποιεί τα αντισημιτικά μηνύματα περιγράφοντας ορισμένα εβραϊκά σχολεία στην Τουρκία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως εχθρικά για την ανεξαρτησία της χώρας. Αντίθετα, επιδεικνύεται κάποιος σεβασμός για τον εβραϊκό πολιτισμό και την εβραϊκή γλώσσα. Για πρώτη φορά γίνεται αναφορά, αν και σύντομη, του Ολοκαυτώματος, συμπεριλαμβανομένου του Άουσβιτς, των θαλάμων αερίων, των ομαδικών εξοντώσεων, Εβραίων, Ρομά και άλλων.

Η ισλαμική εκπαίδευση υπήρχε στα τουρκικά προγράμματα σπουδών από τη δεκαετία του 1980 και του 1990, όταν οι περισσότερο κοσμικές κυβερνήσεις είχαν τον έλεγχο.

Αυτό συνέβαλε στην ανάληψη της εξουσίας από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το 2002. Όταν ήταν στην εξουσία, το AKP προχώρησε μεθοδικά στον σταδιακό εξισλαμισμό του προγράμματος σπουδών με κάλυψη από την τελικά αποτυχημένη διαδικασία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να ξηλώνει κεμαλικούς από το στράτευμα.

Πολλοί πόροι διοχετεύθηκαν στις επαγγελματικές-θρησκευτικές σχολές του Imam Hatip · το πρόγραμμα σπουδών τους εξαπλώθηκε μέσω του συστήματος «υποχρεωτικής επιλογής» μαθημάτων. Η ριζοσπαστικοποίηση επιταχύνθηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016. Εκπαιδευτικές οργανώσεις στα κατεχόμενα αντιδρούν εδώ και χρόνια, με διαβήματα και στην Ε.Ε. κατά της ίδρυσης θεολογικών σχολών (τύπου Imam Hatip) που προσφέρουν μαθήματα Κορανίου στην κατεχόμενη Κύπρο και επικρίνουν, χωρίς αποτέλεσμα, τις λεγόμενες ψευδο-κυβερνήσεις για τη λήψη τέτοιων αποφάσεων.

Εκπαίδευση & πραξικοπήματα

Ενώ τα προηγούμενα βιβλία δεν είχαν καμία πληροφορία σχετικά με τα διάφορα πραξικοπήματα, τα βιβλία που εκδόθηκαν μετά τις 15 Ιουλίου 2016, όπως «Η Σύγχρονη Τουρκική και η Παγκόσμια Ιστορία» (Çağdaş Türk ve Dünya Tarihi), παρέχουν αναλυτικές πληροφορίες για τα στρατιωτικά πραξικοπήματα που επηρέασαν την Τουρκία.

Το ίδιο εγχειρίδιο έχει περιγραφές των πραξικοπημάτων του 1971 και του 1980. Όπως με τη συζήτηση για το πραξικόπημα του 1960, και τα δύο αυτά αργότερα πραξικοπήματα συζητούνται στο πλαίσιο ενός εγχώριου τεταμένου πολιτικού περιβάλλοντος. Αυτό περιλαμβάνει τη δυσαρέσκεια των ΗΠΑ για μια εκτεταμένη σειρά ενεργειών και πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης μιας εμπρηστικής επίθεσης εναντίον του αυτοκινήτου του πρέσβη των ΗΠΑ στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο Μέσης Ανατολής της Άγκυρας: η κρίση της παπαρούνας του οπίου στις αρχές της δεκαετίας του 1970 · η διαρκής διαμάχη με την Ελλάδα για την Κύπρο · και η φιλο-παλαιστινιακή στάση της Τουρκίας στην Αραβο-Ισραηλινή σύγκρουση μεταφέρονται στους μαθητές ως οι πρωταρχικοί λόγοι της υποστήριξης των ΗΠΑ στα πραξικοπήματα του 1971 και του 1980.

Εν συντομία, τα πραξικοπήματα του 1960, 1971 και 1980 προβάλλονται ως στρατιωτικές ενέργειες που υποστηρίχθηκαν από τις ΗΠΑ για να τιμωρήσουν την Τουρκία (σύμμαχο του ΝΑΤΟ) καθώς επιδίωξε περισσότερη ανεξαρτησία βελτιώνοντας παράλληλα τις σχέσεις με τη Σοβιετική Ρωσία.

Διασπορά και μειονότητες

Μεγάλη έμφαση δίνεται στη σημασία και τον ρόλο της τουρκικής διασποράς. Εκτός από τα Βαλκάνια, τα εγχειρίδια εστιάζουν και σε άλλες μειονότητες σε ολόκληρη την τουρκική διασπορά, όπως στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Συγκεκριμένα, η κατάσταση των Τούρκων στην περιοχή της Δυτικής Θράκης της Ελλάδας βρίσκεται στο μικροσκόπιο. Εδώ, το κείμενο παρέχει μια ιστορία της περιόδου 1960-80, όταν η Ελλάδα επικρίθηκε σκληρά για την υιοθέτηση πολιτικής για την ακύρωση της ιθαγένειας Ελλήνων με τουρκική καταγωγή. Η Αθήνα κατηγορήθηκε ότι επέβαλε αυθαίρετες απαγορεύσεις στην ίδια ομάδα, χωρίς να τους επιτρέπει αγορά ή ενοικίαση ακινήτων. Η Ελλάδα καταγγέλλεται επίσης στο κείμενο για την εχθρότητά της προς την τουρκική γλώσσα, την δήθεν πολιορκία σε τουρκικά χωριά, δήμευση γης, τις λεηλασίες «τουρκικών» ακινήτων, και επιβολή υψηλών φόρων. Παρ’όλα αυτά, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα πογκρόμ της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 κατά της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία αγνοούνται.

Nεο-Οθωμανισμός

Με τον παντουρκισμό, ο νεο-οθωμανισμός είναι ένα άλλο θέμα που προσελκύει μεγάλη προσοχή στο τουρκικό πρόγραμμα σπουδών, ιδιαίτερα εμφανές από την άνοδο του AKP. Μαζί με την Οθωμανική Ιστορία, οι πιο σημαντικοί δείκτες αυτού του φαινομένου μπορούν να εντοπιστούν σε διάφορα βιβλία όπως η Γεωγραφία και η Οθωμανική Τουρκική Γλώσσα.

Το βιβλίο Γεωγραφίας του 2019 ενημερώνει τους μαθητές για την “Τουρκική λεκάνη πολιτισμού” [Türk Kültürü Havzası]. Ο τουρκικός πολιτισμός περιγράφεται ως «θάλασσα πολιτισμού» [kültür denizi] που εκτείνεται από την Κεντρική Ασία, τη Σιμπέρα, την Αφρική και τα Βαλκάνια, αποτελώντας μια σύνθεση της ζώνης επιρροής του παντουρκισμού και της οθωμανικής κληρονομιάς.

Το κείμενο εφιστά επίσης την προσοχή σε ομοιότητες στην αρχιτεκτονική, φαγητό και διάφορες παραδόσεις. Η “τουρκική λεκάνη” επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο όταν οι Τούρκοι υιοθέτησαν το Ισλάμ ως επίσημη θρησκεία τους, επιτρέποντας την τουρκική επέκταση στη Μέση Ανατολή και Αφρική.

Το εγχειρίδιο επίσης αναφέρεται στο Xinjiang της Κίνας ως “Ανατολικό Τουρκιστάν”, ένα όνομα που δίνεται και σε άλλες ανεξάρτητες τουρκικές δημοκρατίες. Ο Καύκασος ονομάζεται ως ένα άλλο κέντρο του τουρκικού πολιτισμού. Το Αζερμπαϊτζάν, το Νταγκεστάν και η Τσετσενία ορίζονται όλα ως κοινότητες που ανήκουν στην ομπρέλα του τουρκικού πολιτισμού.

Στο νέο πρόγραμμα σπουδών δίνεται επίσης ιδιαίτερη προσοχή στην κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για 5 αιώνες στα Βαλκάνια, με σκοπό την ανάδειξη του βάθους της οθωμανικής επιρροής στην περιοχή.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή