Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι στρατηγικές επιδιώξεις της Βρετανίας, 1945-1955

Δημοσιεύτηκε στις

Μια από τις πιο συχνές παρανοήσεις όσον αφορά στην έντονα αρνητική στάση της Βρετανίας στο αίτημα των Ελλήνων Κυπρίων για τερματισμό της αποικιακής κυριαρχίας και αυτοδιάθεση/ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα (Ένωση) είναι ότι τα κίνητρα της αποικιοκρατικής δύναμης εδράζονταν σε μια αποικιακή προσέγγιση των πραγμάτων. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, οι βρετανικές κυβερνήσεις μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αρνούνταν να αποχωρήσουν από την Κύπρο διότι δεν επιθυμούσαν τη διάλυση της αποικιακής αυτοκρατορίας της Βρετανίας (ή ήταν ευάλωτες σε κατηγορίες αυτού του είδους). Συνεπακόλουθα, όσοι υποστηρίζουν την εν λόγω άποψη εκτιμούν ότι το Λονδίνο σε κάποια χρονική στιγμή στο μέλλον δεν θα παρέμενε εγκλωβισμένο στους αποικιακούς του μεγαλοϊδεατισμούς και θα λάμβανε οικειοθελώς την απόφαση για αποχώρηση από την Κύπρο, καθιστώντας τοιουτοτρόπως αχρείαστη την δραστηριοποίηση ενός επαναστατικού κινήματος στο νησί την περίοδο 1955-1959. 

Στην πιο πάνω ανάγνωση των γεγονότων εντοπίζεται η εξής αδυναμία: δίνεται έμφαση αποκλειστικά στο ιδεολογικό υπόβαθρο της συμπεριφοράς του Λονδίνου. Επίσης, παραγνωρίζεται πλήρως ο ρόλος που διαδραμάτισε η Γεωγραφία και τα παραγόμενα από αυτήν συμφέροντα ως παράγοντας διαμόρφωσης της βρετανικής κρατικής πολιτικής. Σίγουρα, μέσα από την μελέτη της ρητορικής των πολιτικών ηγεσιών δύναται κανείς να εντοπίσει περιπτώσεις όπου οι Βρετανοί πολιτικοί αισθάνονταν άβολα με την ιδέα της συρρίκνωσης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Εντούτοις, πιο σημαντικός παράγοντας για τους διαμορφωτές της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής για την Κύπρο κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν (όπως καταδεικνύουν τα σχετικά αρχειακά τεκμήρια) οι γεωστρατηγικές προτεραιότητες της χώρας. Για την ακριβέστερη ερμηνεία της ανυποχώρητης στάσης του Λονδίνου εναντίον της προοπτικής της Ένωσης, λοιπόν, είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητό το γεωπολιτικό πλαίσιο του Κυπριακού Ζητήματος και οι στρατηγικές επιδιώξεις του Λονδίνου κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Τοιουτοτρόπως, θα καταστεί εμφανές ότι η χρήση ιστορικών συγκριτικών αναφορών για την διατύπωση μιας σχετικά ασφαλούς εκτίμησης για τη χρονική στιγμή που θα πραγματοποιείτο ο τερματισμός της βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο χωρίς την υιοθέτηση επαναστατικών πρακτικών από πλευράς Ελλήνων Κυπρίων δεν μπορεί να αφορά στην περίοδο που θα περιορίζονταν οι φιλοδοξίες της Βρετανίας για διατήρηση της αποικιακής της αυτοκρατορίας (παρά το ότι συνέβη στην περίπτωση άλλων αποικιών κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970), εφόσον δεν ήταν αυτός ο κρίσιμος παράγοντας διαμόρφωσης των πολιτικών αποφάσεων για την νήσο. Ακολουθώντας την ίδια μέθοδο, είναι πιο εύλογο να υποθέσουμε ότι η ανώδυνη απελευθέρωση του νησιού θα ήταν δυνατή όταν δεν θα υφίσταντο πλέον οποιαδήποτε βρετανικά γεωστρατηγικά συμφέροντα που να κρίνουν ως απαραίτητη την αξιοποίηση της Κύπρου (μια τέτοια εξέλιξη όμως δεν έχει συμβεί μέχρι τις μέρες μας). Εν πάση περιπτώσει, η επεξεργασία των ιστορικών γεγονότων έχει αξία για την ερμηνεία των ανθρώπινων συμπεριφορών του παρελθόντος και όχι για την διατύπωση εκτιμήσεων και υποθετικά σενάρια. Επομένως, αυτό που μπορεί με ασφάλεια να επισημανθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα ιστορικά τεκμήρια, είναι ότι οι απαρχές της διαδικασίας για την υποχρεωτική άρση της βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο εντοπίζονται το 1957, τη χρονική στιγμή που άρχισε προοδευτικά να μεταβάλλεται η λογική του Λονδίνου σχετικά με τη χρήση της Κύπρου για την εξυπηρέτηση των βρετανικών γεωστρατηγικών επιδιώξεων (η εν λόγω προσέγγιση επικεντρωνόταν στην αποχώρηση από την Κύπρο με αντάλλαγμα τη διατήρηση στρατιωτικών βάσεων). Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που άσκησαν πίεση στη Βρετανία, ώστε να υποχρεωθεί στην αλλαγή αυτή, ήταν οι επαναστατικές επιχειρήσεις της ΕΟΚΑ.

Καταρχάς, προτού επικεντρωθούμε στην βρετανική θεώρηση για την χρησιμότητα της Κύπρου στο πλαίσιο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αξίζει να σημειωθεί ότι οι βρετανικές κυβερνήσεις μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν να αντιμετωπίσουν διάφορες προκλήσεις στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τις βρετανικές αποικίες και προτεκτοράτα. Πιο συγκεκριμένα, η Βρετανία είχε εξέλθει πολιτικά και οικονομικά ασθενέστερη από την παγκόσμια σύρραξη, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να δραστηριοποιηθεί σε ένα περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από την κυριαρχία του Ψυχρού Πολέμου και την σταδιακή άνοδο των αντιαποικιακών κινημάτων (με κύριες διεκδικήσεις τους την εθνική ελευθερία και την αυτοδιάθεση). Για παράδειγμα, τα αντιαποικιακά κινήματα που εκδηλώθηκαν στην Ινδία και την (υπό καθεστώς βρετανικής Εντολής) Παλαιστίνη υποχρέωσαν τη βρετανική κυβέρνηση σε δύο επώδυνες αποφάσεις: την παραχώρηση ανεξαρτησίας στην Ινδία (1947) και την αποχώρηση από την Παλαιστίνη (γεγονός που συνδέεται άρρηκτα με την ανακήρυξη του κράτους του Ισραήλ το 1948). Επομένως, το Λονδίνο ήταν ιδιαίτερα αρνητικό απέναντι σε οποιαδήποτε εξέλιξη που επιφύλασσε περαιτέρω συρρίκνωση για τη Βρετανική Αυτοκρατορία.

Ταυτόχρονα, οι βρετανικές κυβερνήσεις των δεκαετιών του 1940 και του 1950 ήρθαν αντιμέτωπες με την διαχείριση επιπλέον προκλήσεων, οι οποίες αναδύθηκαν στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Τέτοιες προκλήσεις αποτελούσαν η απόπειρα της ΕΣΣΔ να διεισδύσει (ιδίως μετά από το 1953) στα σημαντικά αυτά περιφερειακά περιβάλλοντα, η άνοδος του αραβικού εθνικισμού (ιδιαίτερα στην Αίγυπτο) με την έντονα αντιδυτική ρητορική που τον συνόδευε, η αραβοϊσραηλινή διένεξη που ξέσπασε μετά από την κήρυξη της ανεξαρτησίας του Ισραήλ (Α’ Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος, 1948) και η αντίθεση που εκδήλωσαν οι ΗΠΑ για τις βρετανικές πρωτοβουλίες στην Μέση Ανατολή.

 

Η αξία της Κύπρου για τους Βρετανούς μετά τον Β΄ ΠΠ

Το σκηνικό που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή επέφερε σημαντικές επιπλοκές και στο Κυπριακό Ζήτημα. Στην περίπτωση της Κύπρου, η συμμετοχή του ντόπιου πληθυσμού στον σχηματισμό κοινού μετώπου με τη Βρετανία προς αντιμετώπιση του φασιστικού και του ναζιστικού επεκτατισμού αναζωπύρωσε τις ελπίδες των Ελλήνων Κυπρίων για την επίτευξη της μακροχρόνιας στοχοθεσίας για ένωση με την Ελλάδα. Όπως γίνεται αντιληπτό, το εν λόγω πολιτικό αίτημα ήταν εμφατικά αντίθετο με την απόφαση του Λονδίνου για διατήρηση της βρετανικής κυριαρχίας επί ολόκληρης της νήσου. Η βρετανική αρνητικότητα οφειλόταν στη διαρκώς αυξανόμενη σημασία που λάμβανε μετά το 1945, από στρατηγικής σκοπιάς, η περιοχή της Μέσης Ανατολής. Για τους ιθύνοντες στο αποικιακό κέντρο, η Μέση Ανατολή αποτελούσε την μοναδική περιοχή της υδρογείου με μεγάλη στρατηγική σημασία επί της οποίας η Βρετανία ασκούσε αποκλειστικό έλεγχο και επιρροή. Επομένως, σύμφωνα με την κρατούσα βρετανική πεποίθηση της περιόδου, ο έλεγχος της στρατηγικά σημαντικότατης αυτής περιοχής επέτρεπε στη Βρετανία να συνεχίσει να θεωρείται (και να συμπεριφέρεται ως) Μεγάλη Δύναμη. Χαρακτηριστικά, στα τέλη της δεκαετίας του 1940 οι Βρετανοί Αρχηγοί των Επιτελείων (Chiefs of Staff)  μέσω σχετικής αναφοράς τους ασκούσαν πιέσεις στη βρετανική κυβέρνηση να δώσει μεγαλύτερη σημασία στην άμυνα της Μέσης Ανατολής παρά στην Ευρώπη.

Η υπόθεση της Κύπρου συνδέθηκε στενά με την υπεράσπιση των πιο πάνω γεωστρατηγικών συμφερόντων της Βρετανίας. Είναι γεγονός ότι η Βρετανία βασιζόταν για την προώθηση της ισχύος της σε ερείσματα όπως τη βάση στο Suez (στην Αίγυπτο), το προτεκτοράτο του Aden (στη σημερινή Υεμένη), καθώς και τους στενούς δεσμούς της με την Τουρκία, την Ιορδανία και το Ιράκ. Εντούτοις, η Κύπρος αποτελούσε τη μόνη περιοχή επί της οποίας το Λονδίνο ασκούσε πλήρη κυριαρχία και χωρίς να υπόκειται σε οποιουσδήποτε περιορισμούς που να απέρρεαν από μια διεθνή συμφωνία (όπως για παράδειγμα η συμφωνία μεταξύ Βρετανίας-Αιγύπτου για τη βάση του Suez). Συνεπακόλουθα, η θεώρηση του Λονδίνου ως προς τις στρατηγικές και αμυντικές διαστάσεις της Μέσης Ανατολής απέκλειε το ενδεχόμενο απόσυρσης από την Κύπρο (οποιαδήποτε μορφή και αν λάμβανε μια τέτοια ενέργεια πχ ανεξαρτησία της Κύπρου ή ένωση του νησιού με την Ελλάδα). Προτεραιότητες αυτού του είδους έγιναν ακόμη πιο σημαντικές για την βρετανική κυβέρνηση όταν η εχθρότητα από πλευράς Αιγύπτου για τους Βρετανούς και την βάση τους στο Suez οδήγησε στο ξέσπασμα μικρής κρίσης μεταξύ των δύο κρατών το 1951 (δεν πρέπει να συγχέεται με την πιο διάσημη Κρίση του Suez του 1956). Επίσης, το 1954 ο βρετανοαιγυπτιακός διάλογος για το μέλλον του Suez κατέληξε σε συμφωνία για αποχώρηση των Βρετανών από τη βάση μέχρι το 1956 (η συμφωνία περιλάμβανε επίσης τον όρο για επανενεργοποίηση της βάσης σε περίπτωση επίθεσης εναντίον μιας αραβικής χώρας ή της Τουρκίας). Οι συγκεκριμένες εξελίξεις υποχρέωσαν το Λονδίνο στην μεταφορά του βρετανικού στρατηγείου Μέσης Ανατολής στην Κύπρο το 1954, μετατρέποντας έτσι την αποικία στη σημαντικότερη βρετανική βάση και σε ένα βασικό διοικητικό κέντρο για την προώθηση της βρετανικής στρατηγικής στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ακόμη, μέσω της εγκατάστασης σχετικού εξοπλισμού, η Κύπρος κατέστη και σημαντική βάση για την υποκλοπή πληροφοριών από την ΕΣΣΔ. Έτσι, η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής αυξήθηκε κατακόρυφα, το ίδιο και η αποφασιστικότητα της Βρετανίας να κρατήσει πάση θυσία την πλήρη κυριαρχία της στην Κύπρο.

Καταλήγοντας, όπως αναλύσαμε προηγουμένως, η στάση του Λονδίνου μετά το 1945 να αποκλείει ακόμη και το ενδεχόμενο συζήτησης οποιασδήποτε μορφής επίλυσης του Κυπριακού που θα περιλάμβανε την προοπτική αποχώρησης της Βρετανίας από την Κύπρο (Ένωση, ανεξαρτησία της Κύπρου ή Ένωση με αντάλλαγμα τη διατήρηση βρετανικών βάσεων) δεν οφειλόταν τόσο στην αποικιακή ιδεολογία των βρετανικών κυβερνήσεων ή στην υπεράσπιση αποικιακών οικονομικών συμφερόντων. Αντίθετα, απέρρεε από μια ανάγκη ζωτική για τη Βρετάνια που οφειλόταν στην πεποίθηση ότι η διατήρηση της Κύπρου ήταν ζήτημα «ζωής και θανάτου» για τη διεθνή θέση της Βρετανίας. Η βρετανική προσέγγιση ήθελε την Κύπρο να είναι κρίσιμο έρεισμα για την -βρισκόμενη υπό πίεση- κυρίαρχη θέση της Βρετανίας στη Μέση Ανατολή, περιοχή η οποία θεωρείτο απαραίτητη για τη διατήρηση του status της Μεγάλη Δύναμη (με δυνατότητες άσκησης επίδρασης στο διεθνές σύστημα της εποχής). Αυτή λοιπόν την βρετανική θεώρηση περί της στρατηγικής αξίας της Κύπρου προσπάθησε η ΕΟΚΑ να αλλάξει με την άσκηση πιέσεων μέσω της επαναστατικής δράσης της (υποτάσσοντας δηλαδή το στρατιωτικό κριτήριο στο πολιτικό), ώστε το Λονδίνο να δει υπό διαφορετικό πρίσμα τη θέση της Βρετανίας στην Κύπρο και να συναινέσει στην έναρξη διαπραγματεύσεων με την ηγεσία των Ελλήνων Κυπρίων ή την Αθήνα για την επίλυση του Κυπριακού.

* Μουσείο Αγώνος, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

  Δρ. Ανδρέας Κάρυος   

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή