Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Στην αγκαλιά της Τουρκίας έχει ρίξει την Αλβανία ο Ράμα

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Ερντογάν λατρεύει να παίζει το νεοοθωμανό “σουλτάνο” στην ευρύτερη περιοχή. Αυτός είναι ο λόγος που στοχεύει και τις βαλκανικές χώρες, ειδικά αυτές που έχουν μουσουλμανικό πληθυσμό. Γι’ αυτό και η Αλβανία ήταν βασικός στόχος και αποτέλεσε εύκολο θήραμα της τουρκικής διπλωματίας, ειδικά επί πρωθυπουργίας του Έντι Ράμα.

Με το πρόσχημα της πολιτισμικής συνεργασίας, προσπαθεί και σε σημαντικό βαθμό έχει καταφέρει να εντάξει την Αλβανία στην τουρκική σφαίρα επιρροής, διαδίδοντας παράλληλα και την ισλαμική ατζέντα του. Για τον σκοπό αυτό, η Τουρκία έχει επενδύσει στις υποδομές και στους θρησκευτικούς θεσμούς, ενώ βέβαια δεν παραλείπει να “πουλάει” στρατιωτική συνεργασία και προστασία.

Πριν από ένα χρόνο, ο Ερντογάν είχε δηλώσει με υπερηφάνεια σε συνέντευξή του στο αλβανικό κανάλι “Top Channel” ότι η Τουρκία έχει επενδύσει τρία δισ. ευρώ στην Αλβανία. «Δεν ξέρω πόσες επενδύσεις έχουν φτάσει από την ΕΕ, αλλά οι δικές μας δεν θα σταματήσουν», είχε πει χαρακτηριστικά. Οι επενδύσεις της Τουρκίας στην Αλβανία είναι στοχευμένες και στρατηγικού χαρακτήρα. Η δεύτερη μεγαλύτερη αλβανική τράπεζα, υδροηλεκτρικοί σταθμοί, μια χαλυβουργία, ο πρώην κρατικός φορέας τηλεπικοινωνιών Albtelecom και φορέα κινητής τηλεφωνίας Eagle Mobile έχουν περιέλθει υπό τουρκικό έλεγχο.

Ο Ερντογάν προσφέρει στην Αλβανία διεισδύει οικονομικά με σκοπό να εδραιώσει και πολιτικό έλεγχο στη γειτονική μας χώρα. Επειδή, όμως, η Αλβανία κοιτάζει προς την ΕΕ, πρέπει να είναι προσεκτική, ειδικά αυτή την περίοδο που η εικόνα της Τουρκίας στην Ευρώπη δεν είναι και η καλύτερη. Με άλλα λόγια, ο Ράμα δεν έχει περιθώρια να επιτρέψει στην Άγκυρα να δορυφοροποιήσει την χώρα του. Ας σημειωθεί ότι η Τουρκία είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος και ο έκτος σε μέγεθος ξένος επενδυτής στην Αλβανία.

Επενδύσεις και πολιτική επιρροή

Η Αλβανία, όπως και τα άλλα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων πρέπει να συνειδητοποιήσουν τα διακυβεύματα. Οι προοπτικές για οικονομική ανάπτυξη, ευημερία, ελευθερία και βιώσιμη δημοκρατία βασίζεται στη στενή συνεργασία με την ΕΕ και όχι με την εξάρτηση από ένα αδίστακτο καθεστώς που εμφανίζεται σαν σωτήρας. Οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων έχουν τεθεί σε τροχιά ένταξης στην ΕΕ. Στη νέα διεύρυνση η Αλβανία είναι η πρώτη που θα ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Από την άλλη πλευρά, όμως, η Τουρκία ενισχύει τις προσπάθειές της να δορυφοροποιήσει ειδικά την Αλβανία, το Κόσοβο, αλλά και τη Βόρεια Μακεδονία. Όπως προαναφέρθηκε, εκτός από τα οικονομικά, τους “πουλάει προστασία”, αλλά και παίζει δυνατά το χαρτί του Ισλάμ. Επιοπρόσθετα, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει και την αλβανική κοινότητα που ζει στην Τουρκία.

Ενώ οι τουρκικές επενδύσεις στην Αλβανία γίνονται με οικονομικά κριτήρια, παράλληλα χρησιμοποιούνται και για την καλλιέργεια προσωπικών σχέσεων, αλλά και σαν εργαλείο για απόκτηση πολιτικής επιρροής μέσω πελατειακού συστήματος. Το καθεστώς Ερντογάν, εξάλλου, έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις αποφάσεις των μεγάλων τουρκικών εταιρειών. Για την ακρίβεια να μπολιάζει τις επενδυτικές και άλλες επιλογές τους με τις δικές του πολιτικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες.

Ο εναγκαλισμός Ράμα-Ερντογάν

Η ώσμωση του τουρκικού επιχειρηματικού κόσμου με το καθεστώς Ερντογάν είναι αμοιβαία επωφελής και έχει προσλάβει τέτοια διάσταση που ορισμένοι κάνουν λόγο για “νέο είδος πολιτικής επιχειρηματικής τάξης”. Η αλληλοδιείσδυση επιχειρηματικότητας και πολιτικής επέτρεψε στον Ερντογάν να μεταπηδήσει από τις επενδύσεις μέσω διακρατικών θεσμικών σχέσεων σε επενδύσεις μέσω προσωπικών σχέσεων με ηγέτες άλλων χωρών.
Αυτού του είδους οι σχέσεις στην περίπτωση της Αλβανίας εμποδίζουν την προοπτική εκδημοκρατισμού, επιβολής του Κράτους Δικαίου και επικράτησης μίας δυτικού τύπου κανονικότητας. Έτσι εμμέσως πλην σαφώς υπονομεύονται οι όποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, τροφοδοτώντας ad hoc πρακτικές σε δημόσιες συμβάσεις που διευκολύνουν τη διαφθορά. Το πολιτικό σύστημα στην Αλβανία, άλλωστε, χαρακτηρίζεται από αδύναμη δημοκρατική λειτουργία και οξύτατη πόλωση.

Στην πραγματικότητα, η Αλβανία βιώνει μια οπισθοδρόμηση στο επίπεδο των δημοκρατικών προτύπων. Οι δεσμοί Ερντογάν-Ράμα τα διαβρώνουν περαιτέρω, ενισχύοντας την τουρκική επιρροή. Αυτό που φαίνεται να αγνοεί, ή να υποτιμά ο Ράμα, είναι ότι η ΕΕ δεν θα δεχθεί να εντάξει χώρα, που είναι “παντρεμένη” με τον Ερντογάν. Ο Αλβανός πρωθυπουργός έχει στραφεί εδώ και χρόνια προς την Άγκυρα, θεωρώντας ότι από εκεί αντλεί δύναμη και στις σχέσεις του με την Ελλάδα και τη Σερβία (τις βλέπει ανταγωνιστικά) και στο εσωτερικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ήταν ο μόνος ηγέτης από την Ευρώπη που παρευρέθηκε στο γάμο της κόρης του “σουλτάνου”. Τώρα διαπραγματεύεται την κατασκευή ενός αεροδρομίου στον Αυλώνα, βορειότερα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα με σκοπό την ανάπτυξη του τουρισμού.

Τουρκική στρατιωτική παρουσία

Στις 29 Ιουλίου 1992 υπεγράφη συμφωνία Αλβανίας-Τουρκίας για στρατιωτική συνεργασία. Η συμφωνία περιλάμβανε εκπαίδευση και κατάρτιση προσωπικού, συνεργασία στην παραγωγή όπλων, κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ανταλλαγή αντιπροσωπειών και κοινές επιτροπές για την επέκταση των στρατιωτικών δεσμών. Ένα μήνα μετά την υπογραφή της συμφωνίας, τουρκικό πολεμικό πλοίο κατέπλευσε στο Δυρράχιο για να υποδηλώσει την τουρκική δέσμευση ότι θα “προστατεύσει” την Αλβανία. Οι δύο χώρες έχουν πραγματοποιήσει κοινές ναυτικές ασκήσεις στην Αδριατική, στα ελληνικά νώτα.

Η Τουρκία είχε ρόλο στην αναδιάρθρωση του αλβανικού στρατού και με παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Επίσης, έχει εκπαιδεύσει Αλβανούς αξιωματικούς και καταδρομείς. Η διμερής συμφωνία περιλάμβανε επίσης την ανοικοδόμηση από τους Τούρκους της ναυτικής βάσης Pasha Liman στην Αυλώνα, με αντάλλαγμα την παραχώρηση πρόσβασης και χρήσης από το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό. Η Τουρκία διατηρεί εκεί μόνιμα 20 άτομα προσωπικό, οι οποίοι κατά καιρούς αυξάνονται μέχρι και 250 άτομα. Κατά καιρούς έχουν ελλιμενιστεί ταυτόχρονα στη βάση δύο τουρκικές φρεγάτες.

Η άλωση της κοσμικότητας
Ιστορικά το Ισλάμ είναι σχετικά πρόσφατη προσθήκη στην αλβανική κουλτούρα. Η πλειονότητα του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι, αλλά παρά τις πολιτικές αλλαγές, η Αλβανία υπήρξε κοσμικό κράτος από την ίδρυσή του το 1912. Όλα τα καθεστώτα ακολούθησαν πολιτική συστηματικής εκκοσμίκευσης, δεδομένου ότι πάνω από το 35% του πληθυσμού είναι χριστιανοί.

Ο Ερντογάν επιχειρεί εδώ και πολλά χρόνια να προωθήσει στην Αλβανία το Ισλάμ. Έτσι, το 2015 εγκαινίασε το Μεγάλο Τζαμί Namazgja, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από την τουρκική υπηρεσία Diyanet. Ο υπουργός Εξωτερικών της Αλβανίας ισχυρίστηκε, όμως, στη Νέα Υόρκη ότι «δεν είναι αλήθεια ότι η Τουρκία έχει κατασκευάσει το μεγαλύτερο τζαμί στην Αλβανία, αλλά ότι το τζαμί χτίστηκε για τις ανάγκες των μουσουλμάνων». Αρνήθηκε επίσης ότι δεκάδες νέα τζαμιά στην Αλβανία χρηματοδοτήθηκαν από την Τουρκία.
Ο Χέμαλ Αχμέτι, ιστορικός και φιλόσοφος που έγραψε την πραγματεία “Σώζοντας τον αλβανικό πολιτισμό από τις τουρκικές τάσεις”, υποστηρίζει ότι, αμέσως μετά την αλβανική κυβέρνηση, τον ισχυρότερο ρόλο στην Αλβανία παίζει ο Ερντογάν. Ανησυχεί επίσης για την έλλειψη κριτικής της Τουρκίας στα αλβανικά Μίντια. Όπως χαρακτηριστικά γράφει «με αυτήν την πολιτική, η Αλβανία κλείνει κάθε πύλη προς τη Δύση». Προτείνει, μάλιστα, να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για να προστατευθεί η Αλβανία από τον Σαλαφισμό και τον Ερντογανισμό.

Οι απεσταλμένοι του Ερντογάν (ιμάμηδες, εκπαιδευτικοί κ.α.) διεισδύουν σε πολιτικά κόμματα, ακαδημαϊκούς συλλόγους και τζαμιά στην Αλβανία, στο Κοσσυφοπέδιο, στη Βόρεια Μακεδονία και σε άλλα βαλκανικά κράτη. Μιλώντας κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Ράμα στην Άγκυρα, ο Ερντογάν είπε ότι οι δύο χώρες «σκέφτονται με ένα μυαλό» και για την απειλή των γκιουλενιστών!

Το δίλημμα του Ράμα

Η δουλικότητα του Ράμα προς τον Ερντογάν φτάνει σε απίθανα επίπεδα, τα οποία παραπέμπουν σε υποτελείς της Υψηλής Πύλης επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τούρκοι πολίτες παραδίδονται στη ΜΙΤ σε επιχειρήσεις που θυμίζουν τις αρπαγές τζιχαντιστών από την CIA. Σχολεία, τα οποία χτίστηκαν και χρηματοδοτήθηκαν από το κίνημα Γκιουλέν, έκλεισαν και παραδόθηκαν στην τουρκική κρατική υπηρεσία Diyanet. Ένας πρώην Αλβανός αξιωματούχος είπε στους Financial Times ότι η Άγκυρα έστειλε λίστα με εκατοντάδες ονόματα φερόμενων υποστηρικτών του Γκιουλέν προς απέλαση.

Ο Ερντογάν βρίσκει έδαφος και τα κάνει. Δεν περνάει μήνας χωρίς να προκύψει σκάνδαλο που συνδέει στελέχη της κυβέρνησης Ράμα με το οργανωμένο έγκλημα. Πρώην υπουργός Εσωτερικών αναμένεται να δικαστεί για διακίνηση ναρκωτικών. Η γερμανική Bild δημοσίευσε διαρροές συνομιλιών, στις οποίες ακούγεται διαβόητη προσωπικότητα του υποκόσμου που συζητά για τις εκλογές του 2017 με δύο δήμαρχους από το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ράμα. Ο Ράμα ισχυρίστηκε ότι οι δήμαρχοι ίσως δεν γνώριζαν ότι ο συνομιλητής τους ήταν εγκληματίας.

Ο Ράμα παραδέχεται ότι η Αλβανία έχει προβλήματα με τη διαφθορά και το έγκλημα, αλλά επιμένει ότι λαμβάνει μέτρα για την καταπολέμησή τους και θέλει βοήθεια από την ΕΕ για να το επιτύχει. Βέβαια, δεν παραδέχεται ότι ο ίδιος είναι μέρος του προβλήματος. Η διεθνής υποστήριξη προς τον Ράμα, πάντως, έχει μειωθεί, καθώς έγινε αντιληπτό στη Δύση ότι κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεών του η καταπολέμηση της διαφθοράς είναι προσχηματική.

Είναι κοινός τόπος πλέον ότι το κόμμα του Ράμα έχει μολυνθεί στο έπακρο από σκάνδαλα εξαγοράς ψήφων και από οργανικούς δεσμούς με το έγκλημα. Όσο ο Ράμα απομονώνεται τόσο οξύτερο γίνεται το δίλημμά του: ή να αποκολληθεί από τον Ερντογάν ή να προσκολληθεί περισσότερο σ’ αυτόν, που σημαίνει περαιτέρω δορυφοροποίηση της Αλβανίας με ό,τι αυτό σημαίνει για την ασφάλεια της Ελλάδας.

Ευθύμιος Τσιλιόπουλους

πηγή: slpress.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις48 δευτερόλεπτα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις16 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή