Διεθνή
Το ΝΑΤΟ έδωσε τη σκυτάλη της Ασίας στον Ερντογάν: Ο ρόλος της Τουρκίας και ο παντουρκισμός
Την πρώτη μέρα του 2021, η βορειοατλαντική συμμαχία μεταβίβασε στην Τουρκία τη διοίκηση της Κοινής Ομάδας Πολύ Υψηλής Ετοιμότητας (VJTF) του ΝΑΤΟ.
Στις 30 Μαρτίου το ΝΑΤΟ παρέδωσε την τρέχουσα αποστολή του στο Αφγανιστάν στον Τούρκο Στρατηγό Σελτσούκ Γιουρτσίζογλου.
Σε τηλεφωνική συνομιλία την 1η Απριλίου ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Λόιντ Όστιν και ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλούσι Ακάρ συζήτησαν μεταξύ άλλων τον ρόλο της Τουρκίας στην ηγεσία της αποστολής υποστήριξης του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου συναντήθηκε με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Αντόνι Μπλίκεν, ενώ και οι δύο παρευρέθηκαν στη συνάντηση υπουργών Εξωτερικών και γραμματέων του ΝΑΤΟ στις 23-24 Μαρτίου.
Μιλώντας σε εκδήλωση στις ΗΠΑ στις 9 Μαρτίου, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στοντενμπεργκ είπε: “Νομίζω ότι πρέπει να καταλάβουμε ότι η Τουρκία είναι ένας σημαντικός σύμμαχος. Επειδή μπορείτε απλώς να δείτε τον χάρτη και μετά να δείτε ότι η Τουρκία είναι εξαιρετικά σημαντική”.
Λίγες μέρες νωρίτερα ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έγραψε στο Twitter: “Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ για τις αντικειμενικές του αξιολογήσεις σε θέματα Ευρω-Ατλαντικής ασφάλειας και άμυνας”.
Αυτά τα παραπάνω παρόλο που η Τουρκία έχει υποστηρίξει, αν δεν έχει διευθύνει, τον 45ήμερο πόλεμο του Αζερμπαϊτζάν -οι χώρες αυτοπροσδιορίζονται ως “ένα έθνος, δύο κράτη”- ενάντια στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, την εισβολή του στο Βόρειο Ιράκ δεκατρία χρόνια πριν, τον συνεχιζόμενο πόλεμος στη Λιβύη, τόσο τον άμεσο όσο και μέσω πληρεξουσίων πόλεμο στη Συρία, τις τακτικές προκλήσεις εναντίον της Ελλάδας, αλλά και του -αισίως 43 ετών- μακροβιότερου πολέμου ενάντια στην εξέγερση των Κούρδων στη δική της χώρα (εξέγερση που έχει διαρρεύσει στο Ιράκ και τη Συρία.). Κανένα από αυτά δεν διαταράσσει με κανέναν τρόπο το ΝΑΤΟ, τη συμμαχία δημοκρατιών.
Αυτό που ανησυχεί το στρατιωτικό μπλοκ των 30 μελών είναι ότι η Τουρκία αγόρασε ρωσικά αντιαεροπορικά όπλα. Με αυτόν τον τρόπο παραβίασε ένα βασικό δόγμα του ΝΑΤΟ: πρέπει κανείς να αγοράσει μόνο διαλειτουργικά όπλα από το ΝΑΤΟ από τα κράτη μέλη και τους εταίρους όπως η Σουηδία και το Ισραήλ. Η απροθυμία της Τουρκίας να ακυρώσει την αγορά των S-400 οδήγησε στις ΗΠΑ να αναστείλουν τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 Joint Strike Fighter (το οποίο έχει επεκτείνει η κυβέρνηση Μπάιντεν). Όταν η Ελλάδα εξέφρασε το ενδιαφέρον της να αγοράσει τα F-35 που προορίζονταν για την Τουρκία, ένας Τούρκος αξιωματούχος είπε ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα S-400 της για να καταρρίψει τα ελληνικά F-35.
Πολλοί σχολιαστές αναλώνουν μεγάλο μέρος των σχολίων τους στους S-400, αλλά παραμελούν ή σκοπίμως δεν αναφέρουν τον ουσιαστικό και διευρυνόμενο ρόλο που παίζει η Τουρκία στα σχέδια του ΝΑΤΟ για τη Μέση Ανατολή και την Ασία, περιοχές που αποτελούν στόχους της αυξανόμενης συμμετοχής του Στόλτενμπεργκ στην εξωτερική πολιτική του ΝΑΤΟ.
Το προαναφερθέν σχόλιο του αρχηγού του ΝΑΤΟ Στόλτενμπεργκ για μια ματιά στον χάρτη που αποδεικνύει τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ είναι η απλή αλήθεια. Ένα αδύνατο να αγνοηθεί. Είναι το μόνο μέλος του ΝΑΤΟ που έχει πόδι σε δύο ηπείρους και το μόνο μέλος του στην Ασία. Είναι το μόνο μέλος που συνορεύει με τη Μέση Ανατολή (το Ιράν, το Ιράκ και τη Συρία) και τον Καύκασο (την Αρμενία και τη Γεωργία). Ελέγχει την πρόσβαση από τη Μεσόγειο Θάλασσα στη Θάλασσα του Μαρμαρά και από τη Θάλασσα του Μαρμαρά στη Μαύρη Θάλασσα, η οποία με τη σειρά της παρέχει αποκλειστική πρόσβαση στη Θάλασσα του Αζόφ.
Το ΝΑΤΟ έχει παρουσία στην αεροπορική βάση Ιντζιρλίκ και στην αεροπορική βάση του Ντιγιάρμπακιρ. (Η δεύτερη έχει χρησιμοποιηθεί για επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στη Βοσνία τη δεκαετία του 1990 και εναντίον Κούρδων ανταρτών στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας). Το 2012, καθώς το ΝΑΤΟ ενέτεινε την “πορεία του προς τα νότια και ανατολικά” (όρος υπουργείου Εξωτερικών ΗΠΑ), μετέφερε το Συμμαχική διοίκηση εδάφους από τη Γερμανία και την Ισπανία στην Τουρκία. Την ίδια χρονιά, η συμμαχία εγκατέστησε μια φορητή μονάδα αντιπυραυλικών ραντάρ, με εμβέλεια 2.900 μιλίων, στη χώρα.
Οι ΗΠΑ διατηρούν πυρηνικές βόμβες Β61 στην Τουρκία βάσει συμφωνίας κατανομής πυρηνικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, η οποία υποχρεώνει τη χώρα υποδοχής να παρέχει αεροσκάφη για να παραδώσει τις βόμβες.
Πριν από την επίθεση των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο Ιράκ το 2003, το ΝΑΤΟ τοποθέτησε πυραύλους Patriot Advanced Capability-3 (PAC-3) στην Τουρκία. Το 2013 το ΝΑΤΟ συμφώνησε να τοποθετήσει έξι συστοιχίες PAC-3 κοντά στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας για “προστασία από βαλλιστικούς πυραύλους”. Δύο χρόνια αργότερα, η Τουρκία συγκάλεσε μια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΝΑΤΟ για να ζητήσει την υποστήριξη της συμμαχίας για τον ρόλο της στη Συρία και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις σαν να ήταν το θύμα και όχι ο επιτιθέμενος.
Η Τουρκία είναι το δεύτερο πολυπληθέστερο έθνος στο ΝΑΤΟ και το πολυπληθέστερο στην Ευρώπη και την Ευρασία. Είναι επίσης δεύτερη μετά τις ΗΠΑ στον αριθμό των στρατευμάτων που διαθέτει: 437.000. Συνεισφέρει πάνω από 100 εκατομμύρια δολάρια ετησίως στα κοινά κεφάλαια του ΝΑΤΟ.
Αξιοποιώντας μια φαινομενικά ασυνήθιστη αλλά μέχρι σήμερα άκρως αποτελεσματική στρατηγική συνδυασμού νεο-οθωμανικού παντουρκισμού, σουνιτικού παν-ισλαμισμού και ρόλου ως ανατολική και νότια εμπροσθοφυλακής του ΝΑΤΟ, η Άγκυρα έχει πλέον τοποθετηθεί ως σημαντικός παράγοντας στη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια, τον Καύκασο και όλο και περισσότερο στην Κεντρική Ασία, με τα δύο τελευταία να αποτελούν πρώην μέρη της Σοβιετικής Ένωσης και της ιστορικής Ρωσίας.
Όσον αφορά τον πόλεμο του περασμένου έτους κατά του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και το γεγονός ότι ο ρόλος της Τουρκίας όχι μόνο δεν είχε προκαλέσει ούτε ήπια μορφής αντίδραση από το ΝΑΤΟ -αντιθέτως ο Στόλτενμπεργκ επισκέφθηκε την τουρκική πρωτεύουσα λίγες μέρες μετά την έναρξη του πολέμου- πρόσφατα ο Λιβανέζος λόγιος Yeghia Tashjian το περιέγραψε συνοπτικά αλλά περιεκτικά:
“Έχει περάσει λιγότερο από μισός χρόνος από την αδίστακτη επίθεση του Αζερμπαϊτζάν και της Τουρκίας εναντίον του Αρτσάχ [Ναγκόρνο Καραμπάχ] και της Αρμενίας. Μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, που χρησιμοποίησε όπλα του ΝΑΤΟ, διέπραξε μια ανόητη πράξη επιθετικότητας. Εν τω μεταξύ, η Τουρκία χρησιμοποίησε ανοιχτά τους τρομοκράτες από τη Μέση Ανατολή…. Παραβλέποντας πολλά γεγονότα σχετικά με την άμεση ανάμιξη των μαχητών τρομοκρατικών ομάδων από την Τουρκία, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ [την περασμένη εβδομάδα επαίνεσε] τον ρόλο της Τουρκίας στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας”.
Λίγο μετά το “ένα έθνος, δύο κράτη” (με συνολικό πληθυσμό 95.000.000) διεξήγαγαν έναν πόλεμο 45 ημερών ενάντια στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ (με πληθυσμό 145.000), ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν ο προσκεκλημένος στη μεταπολεμική νικηφόρα [αν μπορεί να αποκληθεί έτσι] παρέλαση στην πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν στις 10 Δεκεμβρίου, όπου μεταξύ άλλων επαίνεσε τον Ενβερ Πασά, έναν από τους βασικούς αρχιτέκτονες της γενοκτονίας των Αρμενίων του περασμένου αιώνα, και διάβασε ένα ποίημα που καταδικάζει τη “διαίρεση του εδάφους του Αζερμπαϊτζάν” μεταξύ Ιράν και Ρωσίας το 1800. Το Ιράν έχει μια αρκετά μεγάλη αζερική-τουρκική μειονότητα που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί το Αζερμπαϊτζάν και η Τουρκία, με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ πίσω τους, ώστε να δημιουργήσουν ένα σενάριο Γιουγκοσλαβίας της δεκαετίας του 1990 για την απόπειρα διάσπασης του έθνους με αυτονομιστικά κινήματα.
Ως αποτέλεσμα της ανάγνωσης ποίησης του Ερντογάν στο Μπακού, το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τον πρέσβη της Τουρκίας στην Τεχεράνη. “Ο Τούρκος πρέσβης πληροφορήθηκε ότι η εποχή των εδαφικών αξιώσεων και των επεκτατικών αυτοκρατοριών έχει τελειώσει”, δήλωσε στο Υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν στον ιστότοπό του. “Το Ιράν δεν επιτρέπει σε κανέναν να αναμιχθεί στην εδαφική του ακεραιότητα”.
Καθώς ο τουρκικός στρατός διαδραματίζει έναν πιο εξέχοντα, ίσως και κυρίαρχο ρόλο στην αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, όπου τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ ξεπερνούν πλέον τα αμερικανικά, η Άγκυρα θα επεκτείνει την παντουρκική επιρροή της σε αυτή τη χώρα και σε όλη την Κεντρική Ασία. Ο Abdul Rashid Dostum, αντιπρόεδρος του Αφγανιστάν από το 2014-2020, ομιλών την τουρκικήν και με Ουζμπεκική καταγωγή, έζησε στην Τουρκία το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα και μπορεί να θεωρηθεί με ασφάλεια ως τουρκικό asset.
Το Καζακστάν, το Κιργιστάν, το Τουρκμενιστάν και το Ουζμπεκιστάν έχουν κατά πλειοψηφία τουρκόφωνους. Το Τατζικιστάν (1,2 εκατομμύρια) και η Ρωσία (13 εκατομμύρια) έχουν αρκετές μειονότητες που μιλούν τουρκικά.
Οι Ουιγούροι στην αυτόνομη περιφέρεια της Κίνας, Σιντζάνγκ, έλκουν την καταγωγή τους από τα παλαιά τουρκικά φύλα που μετανάστευσαν από την ευρύτερη περιοχή της Μογγολίας. Οι αυτονομιστές Ουιγούροι αναφέρονται στην περιοχή ως Ανατολικό Τουρκεστάν. Ο Οργανισμός Απελευθέρωσης του Ανατολικού Τουρκεστάν των αρχών της δεκαετίας του 2000, είχε ιδρυθεί στην Τουρκία τη δεκαετία του 1990.
Πέτρος Κράνιας
ΠΗΓΗ: capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

