Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Σπέτσες – Ὕδρα (Ἀπρίλιος 1821)

Δημοσιεύτηκε στις

Οἱ Σπέτσες στήν ἀρχαιότητα ὀνομάζονταν Πιτυούσσα ἐνῶ ὁ ἀρχικός βυζαντινός συνοικισμός στό νησί ἦταν κτισμένος στή θέση Καστέλλι. Τόν 17ο αἰῶνα, ὁ πληθυσμός τοῦ νησιοῦ ἀποτελείτο κυρίως ἀπό Ἀρβανίτες. Στίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰῶνα ξεκίνησε ὁ πόλεμος Βενετῶν καί Τούρκων, ὁ ὁποῖος κατέληξε στήν πλήρη ἐπικράτηση τῶν Ὀθωμανῶν τόσο στόν Μωριᾶ ὅσο καί στά νησιά τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ὡς ἀποτέλεσμα τῆς λήξης τοῦ πολέμου, οἱ πληθυσμοί ἄρχισαν νά μετακινοῦνται προκειμένου νά ἀποφύγουν τά ἀντίποινα ἀπό τούς Ὀθωμανούς πού ἐπανέρχονταν στήν περιοχή μετά ἀπό ἀρκετές δεκαετίες ἀπουσίας. Μετά τήν αἱματηρή πτώση τοῦ Ναυπλίου τό 1715, πρόσφυγες ἀπό τήν Λακωνία, τήν Κυνουρία, τήν Ἀργολίδα καί τήν Ἐρμιονίδα κατέφυγαν στίς Σπέτσες. Ἡ ἐγκατάσταση τῶν Χριστιανῶν στό νησί, ἔδωσε νέα πνοή στό νησί μέ ἀποτέλεσμα οἱ Σπετσιῶτες ἀπό τά μέσα τοῦ 18ου αἰῶνα νά ἀρχίσουν νά ἀσχολοῦνται πιό συστηματικά μέ τό ἐμπόριο καί τήν ναυτιλία. Κατά τήν ἀπογραφή τοῦ 1764, οἱ Σπέτσες διέθεταν ἑξῆντα πλοῖα. Ἡ γειτνίασή τους μέ τίς πελοποννησιακές ἀκτές καί οἱ οἰκονομικές σχέσεις τους μέ τούς ἐμπόρους τῶν περιοχῶν αὐτῶν ἐξασφάλισαν μιά πλούσια πηγή κεφαλαίων γιά τήν κατασκευή καί τόν ἐξοπλισμό τοῦ ἐμπορικοῦ τους στόλου. Τό 1770 οἱ Σπετσιῶτες ξεσηκώθηκαν μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ ρωσικοῦ στόλου καί συμμετεῖχαν ὑπέρ τῶν Ρώσων στά ὀρλωφικά. Ἡ ἐπανάσταση ὅμως πνίγηκε στό αἷμα ἀπό τίς ὀρδές τῶν Τουρκαλβανῶν οἱ ὁποῖοι κατέβηκαν ἀπό τήν Ἀλβανία λεηλατώντας καί καίγοντας ὅσες πόλεις καί χωριά συνάντησαν στό πέρασμά τους κυρίως στόν Μωριᾶ καί τήν Ρούμελη.

«Οἱ δέ νικήσαντες καί θυμοῦ ἐμπλησθέντες πολλούς ἤ μᾶλλον εἰπεῖν πάντας τούς ἐκεῖ Χριστιανούς ἀνεῖλον μαχαίρα. Ἀπό τούς ὁποίους ἰδού φανερώνω καί τούς συγγενεῖς μου, πρῶτον τόν πατέραν μου, τόν ἀδελφό του, καί θεῖον μου Οἰκονόμον, τόν ἀδελφό μου Κωνσταντῖνον, τόν θεῖο μου Παρασκευά Ρογάρην καί ἐπιλοίπους. Τόση ἄδικος σφαγή ἔγινεν εἰς αὐτήν τήν δύστηνον χώραν, ὥστε ὁποῦ αἱ οἰκίαι καί δρόμοι ἐγέμισαν αἷμα. Ἐκκλησίαι, μοναστήρια καί σχολεῖα κατεσκάφθησαν καί ἠφανίσθησαν, ἄπειρα πλήθη ἀθλίων Χριστιανῶν δορυάλωτοι καί αἰχμάλωτοι γενόμενοι καί εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης διασπαρέντες ἀγεληδόν ὡς ἄλογα ζῶα ἀπεμπωλοῦντο.»

Ἀφήγηση Ἀντώνιου Πετρίδη

Τήν ἴδια τύχη εἶχαν καί οἱ Σπέτσες οἱ ὁποῖες καταστράφηκαν ὁλοκληρωτικά στά τέλη τοῦ 1770. Ἴχνη τῆς ἐπιδρομῆς εἶναι ἐμφανῆ καί σήμερα στήν πυρπολημένη μητρόπολη (ναός τῆς Κοιμήσεως) τοῦ Καστελλίου. Οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ ἀναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν τά σπίτια τους βρίσκοντας καταφύγιο κυρίως στά Κύθηρα καί στίς ἀκτές τῆς Τσακωνιᾶς. Ἐκεῖ σέ συνεργασία μέ τούς Μανιάτες καί τούς Σφακιανούς ἐνεπλάκησαν σέ καταδρομικές ἐπιχειρήσεις, προξενώντας μεγάλες ζημιές στό ὀθωμανικό θαλάσσιο ἐμπόριο. Γιά νά κατασιγάσει τήν ἀνεξέλεγκτη δράση τῶν Σπετσιωτῶν ἡ Πύλη ἔστειλε ἀντιπρόσωπό της στά Κύθηρα μέ προτάσεις ἀμνηστίας. Οἱ Σπετσιῶτες ἀποδέχτηκαν τίς προτάσεις καί ὁ Λαζάρου Ὀρλώφ μετέβη στό Ναύπλιο ὅπου κατάφερε νά ἀποσπάσει ἀμνηστία, ἀπαλλαγή ἀπό τούς φόρους καί αὐτονομία γιά τό νησί του. Οἱ Σπετσιῶτες ἐπέστρεψαν στά σπίτια τους τό 1774 καί ἐγκαταστάθηκαν κυρίως στήν παραλία πρός τή μεριά τοῦ Παλιοῦ Λιμανιοῦ. Μέ τήν πάροδο τῶν χρόνων τό Παλιό Λιμάνι μετατράπηκε σέ μεγάλη ναυπηγική μονάδα ὅπου σέ πολλούς ταρσανάδες κατασκευάζονταν μικρά καί μεγάλα σκάφη μέ ξύλα ἀπό τά πευκοδάση τοῦ νησιοῦ.

Ἡ ναυτιλιακή ἀνάπτυξη τῶν Σπετσιωτῶν μετά τήν ἐπιστροφή τους στό νησί ὑπῆρξε ἁλματώδης κυρίως χάρις στήν συνθήκη τοῦ Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ ἡ ὁποία ἀνέδειξε τή Ρωσία σάν προστάτιδα δύναμη τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου στή Μεσόγειο. Τήν περίοδο αὐτή δημιουργήθηκαν πολλά ἐμπορικά κέντρα μέ σημαντικότερο τήν Ὀδησσό ἐνῶ ἄνθησε τό ἐμπόριο σιτηρῶν ἀπό τόν Εὔξεινο Πόντο πρός τίς χῶρες τῆς Μεσογείου. Ἡ ζήτηση κορυφώθηκε τήν περίοδο τῶν ναπολεόντειων πολέμων καί τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν εὐρωπαϊκῶν λιμανιῶν ἀπό τόν βρετανικό στόλο. Τήν περίοδο ἐκείνη, ὁ στόλος τῶν Σπετσῶν, τῆς Ὕδρας καί τῶν Ψαρῶν, ἔχοντας ὑψωμένη τή ρωσική σημαία στά κατάρτια του, ἔσπαγε τόν ἀποκλεισμό καί τροφοδοτοῦσε μέ σιτηρά τούς Γάλλους καί τούς Ἰταλούς ἐνῶ ταυτόχρονα ἐξόπλιζε τά καράβια του γιά νά ἀντιμετωπίσει τούς Ἀλγερινούς καί τούς Τυνήσιους πειρατές.

Μέ τήν ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, τά σπετσιώτικα ἐμπορικά πλοῖα ἀπετέλεσαν τόν κορμό τοῦ ἐπαναστατικοῦ πολεμικοῦ στόλου, μαζί μέ τόν στόλο τῆς Ὕδρας καί τῶν Ψαρῶν. Οἱ κορυφαῖοι Σπετσιῶτες καραβοκύρηδες μυήθηκαν στήν Φιλική Ἑταιρεία. Γεώργιος Πάνου, Παναγιώτης Μπότασης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Ἀναστάσιος Ἀνδροῦτσος, Θεόδωρος Μέξης, Ἀνδρέας Χατζηαναργύρου, Ἰωάννης Κούτσης, Ἠλίας Θερμησιώτης καί Γκίκας Τσούπας ἦταν ἀπό τούς πρώτους καπετάνιους πού σήκωσαν τήν σημαία τῆς ἐλευθερίας στά καράβια τους. Ἡ σημαία τῶν Σπετσῶν εἶχε ζωγραφισμένο τόν Σταυρό νά σκεπάζει τήν ἡμισέληνο καί τήν ἐπιγραφή “Ἐλευθερία ἤ Θάνατος”.

“Μήν καταδεχθῆτε νά μᾶς ἀφήσετε εἰς τόν βυθόν τῆς ἀπελπισίας, ἀλλά συνδράμετε μέ ὅλας τάς ἡρωικάς καί γενναίας δυνάμεις σας”. Στίς ἐκκλήσεις τῶν Πελοποννησίων γιά βοήθεια οἱ Σπετσιῶτες, σέ ἀντίθεση μέ τούς Ὑδραίους, δέν δίστασαν οὔτε στιγμή. Τή νύκτα τῆς 2ας πρός τήν 3η Ἀπριλίου 1821 κατέλαβαν τήν καγκελλαρία (διοικητήριο) καί ἀφοῦ κατέβασαν τήν ἡμισέληνο ὕψωσαν τή σημαία τοῦ Σταυροῦ. Τό πρωΐ τῆς 3ης Ἀπριλίου, Κυριακῆς τῶν Βαΐων, ἔγινε δοξολογία μέ ὅλους τους ἱερεῖς τοῦ νησιοῦ στόν μητροπολιτικό ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου, καί ὅλοι οἱ Σπετσιῶτες, προύχοντες, καραβοκύρηδες καί λαός, ὁρκίστηκαν νά χύσουν τό αἷμα τους γιά τήν πίστη καί τήν πατρίδα. Συγχρόνως μέ τίς Σπέτσες ἐπαναστάτησαν καί τά γειτονικά νησιά Πόρος, Αἴγινα καί Κούλουρη (Σαλαμίνα).

«Αἱ Σπέτσαι ἐκατοικήθησαν πολύ ἀργότερα ἀπό τήν Ὕδραν. Μόλις, κατά τάς παραδόσεις τῶν γερόντων μας, εἰς τάς ἀρχάς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ἤτοι τό 1700, ἐδέχθη τούς πρώτους αὐτῆς κατοίκους ἡ νῆσος, προσελθόντας ἀπό τά γειτονικά μέρη, τήν Λακωνικήν, τήν Κυνουρίαν, τήν Ἀργολίδα καί Ἐρμιονίδα. Τό 1750 εἶχον σχηματίσει κωμόπολιν ἐπί λόφου ἄνω τῆς θαλάσσης, ἀρκετά μεγάλην οἱ νέοι κάτοικοι, καταγινόμενοι τό πλεῖστον εἰς τήν ἀροτρίασιν τῆς γῆς.

Μόλις ἄρχισε ν’ ἀναδεικνύεται ἡ νῆσος ὀπωσοῦν, ἐπῆλθεν ἡ ἀπόπειρα τῶν ἐν Λακωνίᾳ τῷ 1769 ἐπαναστάντων (ὀρλωφικά) κατά τῶν Τούρκων, τά δέ κινήματα τῶν Λακώνων (Μανιατῶν) συνεμερίσθησαν λίαν ἐνθουσιωδῶς οἱ Σπετσιῶται τότε, διά τοῦτο ἐπιδράμοντες οἱ Ὀθωμανοί ἐξ Ἀργολίδος μέ στίφη Ἀλβανῶν, μετά τήν ἀποτυχίαν τοῦ ἐπιχειρήματος ἐν τῇ ξηρᾷ, κατεύκασαν τήν πόλιν των καί οἱ κάτοικοι διεσπάρησαν.

Ἔκτοτε ὅλοι ἐφιλοτιμήθησαν νά ναυτιλλῶνται, τά καΐκια μετεβλήθησαν εἰς λατινάδικα ἤ σαχτούρια, μεγαλείτερα δηλαδή πλοῖα. Τά ὀλίγα κατά πρῶτον κέρδη ηὔξανον συντόμως, ἡ θάλασσα πλουτεῖ τόν ἄνθρωπον ἦτο χρησμός τότε, παρά πάσι δέ ἀλάνθαστος πιστευόμενος.

Προώδευσαν οἱ Σπετσιῶται καί ἐπλούτησαν, καί πραγματικῶς εὑρέθησαν εἰς θέσιν νά κατασκευάσωσι τά κάλλιστα τῶν πλοίων. Πεντήκοντα δύω πλοῖα ἰδιόκτητα εὐμεγέθη δέ καί ἐκ τῶν ἀξιολογωτέρων τοῦ ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ ἐξώπλιζον αἱ Σπέτσαι κατά τόν ὑπέρ τῆς ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα δυνάμει συμβάσεων ἐθνικῶν τόν πολεμικόν στόλον τοῦ ἔθνους μετά τῶν τῆς Ὕδρας καί τῶν Ψαρῶν.

Οἱ Ἕλληνες ἀπό μικροῦ ἕως μεγάλου ἦσαν ἐνθουσιώδεις, ἐπαναστατήσαντες κατά τῶν Τούρκων τῷ 1821, ἀλλ’ οἱ νησιῶται, κατ’ ἐξοχήν δέ τῶν Σπετσῶν οἱ ἄνδρες ἐρρίφθησαν μέ ἀληθῶς ἀκατάσχετον ἐνθουσιασμόν καί ζῆλον ὑπέρμετρον, παρά πλείστοις ἀπερισκεψίαν ἀντίκρυς χαρακτηρισθέντα, κατά τά πρῶτα ἔτη τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τοῦ ἔργου τήν ἐπιχείρησιν. Μάρτυς δέ τῶν λόγων μας πλεῖστα τέ, μάλιστα δέ αὐτό τό σπάνιον γεγονός εἰς τά χρονικά τῶν ἐθνῶν, μία γυνή νά ἐκστρατεύση, γυνή πλουσία, ἀποφασίσασα καί πλοῖα καί χρήματα καί υἱούς ὁλοκαύτωμα εἰς τόν βωμόν τῆς πατρίδος νά προσενέγκη, αὔτη δέ ἡ γυνή εἶναι ἡ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, τήν ὁποίαν ὅλα τά ἔθνη ἀνευφήμησαν καί ἐχαιρέτησαν ὡς ἡρωΐδα. Ἦτο δέ πραγματικῶς λεοντόθυμος. Εἰς τήν πολιορκίαν τοῦ Ναυπλίου, ἐπιβαίνουσα εἰς τό ἴδιον πλοῖον της, μόνη διέταξε τήν ἕφοδον εἰς τάς λέμβους κατά τοῦ φρουρίου.

Ἄλλος εὐπατρίδης ὁ Γκίκας Μπότασης, τόν μέν ἐκ τῶν υἱῶν αὐτοῦ Νικόλαον ἐκπέμπει εἰς τήν πολιορκίαν τῆς Πύλου καί αὐτόσε διέμεινε οὗτος ὁμού δέ καί ὁ Ἀναστάσιος Ἀνδροῦτσος ἐγκαρτεροῦντες καί προσμαχόμενοι μέχρι τῆς παραδόσεως τοῦ φρουρίου.

Ὁ Γεώργιος Πάνου, ὁ Βασίλειος Λαζάρου, ὁ Ἠλίας Θερμισιώτης καί λοιποί ρίπτονται εἰς τήν πολιορκίαν τοῦ ἀπορθήτου τέως λογιζομένου καί ὄντος πραγματικοῦ φρουρίου τῆς Μονεμβασίας, δαπανῶνται κατά γῆν καί κατά θάλασσαν, τά πάντα προσφέροντες εἰς τούς ἔξωθεν πολιορκητάς.»

Τά Σπετσιώτικα – Ἀνάργυρος Χατζηανάργυρος

H πρώτη πολεμική ἐνέργεια τῶν Σπετσῶν ἦταν νά στείλουν τά πλοῖα τοῦ Γκίκα Τσούπα καί Νικόλα Ράφτη στή Μῆλο νά συλλάβουν μία τούρκικη κορβέτα, ἕνα μπρίκι καί ἕνα μεταγωγικό (τρανσπόρτο) γεμάτο ἀσκέρια. Τήν κορβέτα πού ἦταν πανίσχυρη μέ 26 κανόνια τήν κατέλαβαν μέ ρεσάλτο σκοτώνοντας καί τούς 90 Τούρκους ναῦτες πού εἶχε σάν πλήρωμα. Τήν ἴδια τύχη εἶχε καί ἕνα τουρκικό πλοῖο στήν Κίμωλο, ὅπου τό πλήρωμά του κατεσφάγη. Στή συνέχεια οἱ πρόκριτοι τῶν Σπετσῶν ἔστειλαν πλοῖα γιά νά συμμετέχουν στήν πολιορκία τοῦ Ναυπλίου καί τῆς Μονεμβασίας ἐνῶ στό τέλος Ἀπριλίου σπετσιώτικα καράβια μετέφεραν ἐνισχύσεις στόν κόλπο τοῦ Ναβαρίνου.

«Ἡ γενιά τῶν Ἀνάργυρων κατεβαίνει ἀπό τόν Ἀνάργυρο Κόλα. Εἶχε τρεῖς γιούς. Τόν Παῦλο, τό Νικόλα καί τό Δημητρό. Γιός τοῦ Παύλου ἦταν ὁ Ἀνάργυρος. Ὁ Ἀνάργυρος ἔκανε τόν Ἀναγνώστη, τόν Παῦλο καί τόν Ἀνδρέα. Ὁ Ἀντρέας παντρεύτηκε τήν Καλομοίρα κόρη τοῦ Χατζῆ Γιάννη Μέξη καί ἔκανε τόν Ἀνάργυρο. Ὁ Ἀνάργυρος ὅτι καινούργιο ἄκουγε τό ἔγραφε στά χαρτιά του, ἐνῶ γέμιζε κόλλες μέ τά ἱστορήματα τῆς καπετάνισσας τῆς γριά Μαρίνας.

– “Ὁ παππούς σου γιέ μου, γεννήθηκε στίς Σπέτσες τό 1755. Μέ τόν καιρό πρόκοψε καί πιάστηκε καλά. Στά 1792 συνάντησε στίς Κάβο Κολῶνες (Σούνιο) τήν ἁρμάδα τοῦ καπουντᾶν πασᾶ Χουσεΐν. Ἐρχόταν νά πολεμήση τό Λάμπρο Κατσώνη κ’ ὕστερα νά καταστρέψη τό νησί μας πού ἦταν μέ τό μέρος τοῦ Λάμπρου. Σάν τό ἔμαθε ὁ παππούς σου, ἔτρεξε στήν καπιτάνα. Ἀνταμώθηκε μέ τόν πασά καί μέ τά πολλά τόν ἔκανε ν’ ἀλλάξη γνώμη, νά μήν πειράξη τίς Σπέτσες”.

– “Θάρθης ὅμως κοντά μου καπετάν Ἀργύρη νά πολεμήσουμε τό Λάμπρο.” τοῦ λέει ὁ Χουσεΐν. Τί νά κάνη κεῖνος, Γιά νά γλυτώση τίς Σπέτσες θά τόν ἀκολουθοῦσε. Ἔλα ὅμως πού Γραικός ὅπως ἦταν δέν τοῦ πήγαινε ἡ καρδιά του νά χτυπήση τόν Κατσώνη. Σάν ξεκίνησε ἡ ἁρμάδα ἀπ’ τά Τσιλιβίνια ὁ παππούς σου ἀπό κοντά. Ἔκανε ὅμως ἕνα τέχνασμα. Εἶπε στούς λαμνοκόπους νά φτερώνουν τά κουπιά καί νά χτυπᾶνε ψεύτικά τή θάλασσα νά φαίνωνται πώς λάμνουν (κωπηλατοῦν) βιαστικά, μά νά μήν προχωρᾶνε. Ἔτσι κατάφερε ν΄ ἀπομείνη ἀλάργα ἀπ’ τό θαλασσοπόλεμο Χουσεΐν.

Ὁ καπετάν Ἀνάργυρος σκάρωσε στούς σπετσιώτικους ταρσανάδες δύο καινούργια καράβια. Στό 1797 τό λατινάδικο “Ἅγιος Νικόλαος” καί τόν ἄλλο χρόνο τό μπρίκι “Πλειάς”. Μακροταξίδεψε μέ τήν “Πλειάδα” στήν Ἱσπανία, στή Συρία κι ἄλλα λιμάνια. Μέσα σέ τρία χρόνια κέρδισε πολλά χρήματα. Καζάντησε (κουράστηκε) πιά. Ἔγινε ἀπό τούς πιό πλούσιους καραβοκύρηδες. Ὅταν βρέθηκε στή Συρία, πῆγε στά Ἱεροσόλυμα, προσκύνησε τόν Ἅγιο Τάφο καί βαφτίστηκε στόν Ἰορδάνη. Τότε κόλλησε στ’ ὄνομά του τόν τίτλο τοῦ χατζῆ (προσκυνητής).

Οἱ Ἀνάργυροι ἐφτίαξαν τό 1803 τήν κορβέτα “Ἀχιλλεύς” καί τό 1814 τόν “Ἡρακλῆ”, τόν “Ποσειδώνα” καί τόν “Περικλῆ”. Ὁ “Περικλῆς” ὁλόμπροστα στήν πλώρη εἶχε φιγούρα (ἀκρόπρωρο) σκαλισμένο σέ ξύλο ἀτόφιο ὥς τή μέση τόν Περικλῆ μέ τήν περικεφαλαία του. Ἡ Λασκαρίνα εἶχε φιγούρα στό καράβι τῆς “Σπέτσες” μία γυναίκα, ὁ Μέξης τόν Θεμιστοκλῆ, ὁ Μπάμπας τόν Ἐπαμεινώνδα καί ὁ Πάνου τόν Σόλωνα. Ὁ ναύαρχος Μιαούλης εἶχε τόν Μεγαλέξαντρο.»

Ἀνάργυρος Χατζῆ Ἀνάργυρος (Λάππα Ναυτικά 1821)

Τά βυζαντινά νομίσματα πού ἔχουν βρεθεῖ στήν Ὕδρα μαρτυροῦν τήν παρουσία πληθυσμῶν στό νησί τήν περίοδο τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Μετά τό 1460 ἄρχισαν νά καταφθάνουν στήν Ὕδρα οἱ πρῶτες ὁμάδες καταδιωκομένων Ἀλβανῶν καί Ἑλλήνων πού προσπαθοῦσαν νά γλυτώσουν ἀπό τούς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι μετά τήν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης κατέκτησαν διά πυρός καί σιδήρου τήν Πελοπόννησο καί τήν Βόρειο Ἤπειρο. Τό ἄγονο νησί ὤθησε τούς κατοίκους του πρός τήν θάλασσα. Τό πρῶτο πλοῖο ναυπηγήθηκε τό 1657, ἀπό ἕναν αὐτοδίδακτο ναυπηγό ὀνόματι Σακελλαρίου. Ἀκολούθησαν τρεχαντήρια, λατινάδικα, καραβοσαΐτες καί ἀργότερα τά σαχτούρια. Στήν Ὕδρα, σέ μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, κατέφυγαν καί ἄλλοι καταδιωκόμενοι Χριστιανοί. Ἦρθαν ἀπό τήν Ἤπειρο οἱ ἀδελφοί Ζερβαῖοι ἀπό τούς ὁποίους κατάγονται οἱ Κουντουριώτηδες, ἀπό τήν Εὔβοια οἱ Κριεζῆδες καί οἱ Βουδούρηδες, ἀπό τά Βουρλά τῆς Σμύρνης οἱ Τομπάζηδες, ἀπό τήν Ἀργολίδα οἱ Οἰκονόμου καί πολλοί ἄλλοι.

Τό 1656 ἡ Ὕδρα λεηλατήθηκε ἀπό τούς Ἀλγερινούς πειρατές καί πολλά γυναικόπαιδα χάθηκαν στά σκλαβοπάζαρα τῆς Ἀφρικῆς. Αὐτό τό γεγονός ἔκανε τούς Ὑδραίους νά ὁπλίσουν τά πλοῖα τους μέ μικρά κανόνια. Τό 1770, κατά τή διάρκεια τοῦ ρωσοτουρκικοῦ πολέμου, ἡ Πελοπόννησος ξεσηκώθηκε. Ἀπό τά νησιά μόνο οἱ Σπέτσες ὕψωσαν ἀμέσως τή ρωσική σημαία. H Ὕδρα διαβλέποντας τήν ἐξέλιξη ἀρνήθηκε τή συμμετοχή. Μέχρι τότε ἡ Ὕδρα κυβερνιόταν ἀπό τούς ἱερεῖς. O ναύαρχος Ὀρλώφ ὅρισε διοικητή τῆς Ὕδρας Ρῶσο ἀξιωματικό. Κι ὅταν ἀργότερα οἱ Ρῶσοι ἔφυγαν ἐγκαταλείποντας τούς χριστιανικούς πληθυσμούς στήν σφαγή καί τήν ἐρήμωση, ἡ ἐξουσία τῆς Ὕδρας ἔμεινε στά χέρια τῶν νοικοκυραίων καί τῶν καπεταναίων.

«Μετά τόν θάνατον τοῦ ἥρωος Σκεντέρμπεη, ἡγεμόνος τῆς Ἠπείρου, ὄτε διεσπάρησαν οἱ στρατιῶται αὐτοῦ καί ἡ Ἑλλάς ὑπέκυψεν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τόν ζυγόν τῶν Τούρκων, ὅσοι ἐκ τῶν Ἑλλήνων δέν ὑπέφερον τήν καταδυναστείαν τῶν τυράννων, κατέφευγον οἱ μέν εἰς τά ὄρη, οἱ δέ εἰς τά ἐρήμους νήσους, τινές δέ καί εἰς τήν Ὕδραν. Τότε δύο ἀδελφοί Ἠπειρῶται, καταγόμενοι ἐκ τῶν διασπαρέντων στρατιωτῶν τοῦ Σκεντέρμπεη, καλούμενοι Λάζαρος καί Ζέρβας, κατώκησαν εἰς τό πολίχνιον τῆς Τροιζηνίας, καλούμενον Κοκκινιά, ἐξ οὗ ἔλαβον καί τό ἐπώνυμον οἱ Κοκκίναι καί ἔπειτα Λαζαράδαι, ὅπου καί ἐνυμφεύθησαν, μετερχόμενοι τόν ποιμενικόν βίον.

Ἀλλ’ ἐπειδή πολυτρόπως ἐπαπειλεῖτο ἡ ζωή αὐτῶν ὑπό τῶν ἐκεῖ τυράννων, μετώκησαν εἰς τήν Ὕδραν τῷ 1580. Οἱ πρῶτοι οὗτοι ἄποικοι, συνίσταντο ἀπό τρεῖς υἱούς καί δύω θυγατέρας τοῦ Λαζάρου καί τῆς συζύγου αὐτοῦ καί ἀπό δύο υἱούς τοῦ Ζέρβα μετά τῶν συζύγων αὐτοῦ τέ καί τῶν τέκνων, οἵτινες διά τόν φόβον τῶν Τούρκων ἀνέβησαν ἐπί τοῦ ὑψηλοῦ ὄρους τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ, ὅπου κατασκευάσαντες καλύβας κατώκησαν.

Μετά παρέλευσιν δέ ὀλίγων ἐτῶν, ἤτοι τῷ 1596, προσετέθη καί ἄλλη οἰκογένεια ἐξ ἑπτά ψυχῶν, τῆς ὁποίας ὁ οἰκογενειάρχης ὠνομάζετο Ραφαλιᾶς μεταβάς ἐκ τῆς νήσου Κύθνου (Θερμιᾶ), ὅπου εὑρῶν τούς πρώτους ἀποίκους, συνεσωματώθη μετ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδή κατ’ ἀρχάς αἱ δύω πρῶται οἰκογένειαι δέν ἠδύναντο νά συννενοηθώσιν, ὡς ἀλληλόγλωσσοι, ὁμιλοῦντες τήν ἀλβανικήν, οἱ δέ ἄλλοι τήν ἑλληνικήν, ἠναγκάσθησαν ἐπί τέλους νά συγχωνευθώσιν εἰς μίαν τήν ἀλβανικήν.»

Ἱστορία τῆς νήσου Ὕδρας ὑπό Γεωργίου Κριεζῆ

Ἡ συνθήκη τοῦ Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ τό 1774 καί οἱ ναπολεόντιοι πολέμοι ἔφεραν πλοῦτο στήν Ὕδρα ὅπως ἄλλωστε στίς Σπέτσες καί τά Ψαρά. Οἱ Ὑδραῖοι ναυτικοί μέ ρωσική σημαία στά καράβια τους μετέφεραν σιτάρι ἀπό τόν Εὔξεινο Πόντο στή Μασσαλία, στό Λιβόρνο καί στή Γένουα, διασπώντας τόν ἀποκλεισμό τοῦ Ἄγγλου ναυάρχου Νέλσονα. Τά πλοῖα τους ἐκείνη τήν ἐποχή ἔφθασαν τά 200. Τό πρίν ἀπό ἐνάμιση αἰῶνα ἀσήμαντο χωριουδάκι τῶν καταδιωκομένων ἔγινε μία μεγάλη πόλη, μέ μεγαλοπρεπεῖς οἰκίες γεμάτες ἀκριβά ἔπιπλα καί σκεύη, περσικά χαλιά ἐνῶ οἱ γυναῖκες τῆς Ὕδρας φοροῦσαν πανάκριβα κοσμήματα καί μεταξωτά ὑφάσματα.

Χωρίς τήν Ὕδρα δέν ἦταν δυνατόν νά ὑπάρξη ἐπανάσταση, διότι δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά ὑπάρξει ἑλληνικός στόλος μόνο μέ τή συμμετοχή τῶν Ψαρῶν καί τῶν Σπετσῶν. Καί χωρίς στόλο ἡ ἐπανάσταση ἦταν καταδικασμένη. Ἡ Ὕδρα διέθετε περισσότερα πλοῖα ἀπό ὅσα διέθεταν ὅλα τά ὑπόλοιπα νησιά τοῦ Αἰγαίου. Ἦταν καλύτερα ὁπλισμένα μέ μεγαλύτερα τό τρικάταρτό του Λαλεχοῦ καί τό δικάταρτο τοῦ Μιαούλη τά ὁποῖα ἔφεραν ἀπό δεκαοκτώ κανόνια τό καθένα.

Οἱ πρόκριτοι (νοικοκυραῖοι) ὅμως τοῦ νησιοῦ ἦταν διστακτικοί. Ὁ πλοῦτος τους ἦταν πολύ μεγάλος γιά νά τόν διακυβεύσουν ἐνῶ ἦταν νωπές ἀκόμα οἱ μνῆμες ἀπό τίς ἀποτυχίες τῶν Ὀρλωφικῶν καί τοῦ Λάμπρου Κατσώνη, οἱ ὁποῖες εἶχαν φέρει συμφορές σέ ὅσους εἶχαν σηκώσει κεφάλι. Μάλιστα τήν ἐποχή τοῦ ρωσοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1807 εἶχαν ὑπάρξει δύο στρατόπεδα στήν Ὕδρα. Τό τουρκόφιλο μέ ἐπικεφαλῆς τόν Γεώργιο Βούλγαρη καί τόν Ἀνδρέα Βόκο (Μιαούλη) καί τό ρωσόφιλο μέ ἐπικεφαλῆς τούς Κουντουριώτηδες, τόν Ἀναστάσιο Κοκκίνη, τόν Δημήτριο Τσαμαδό, τόν Νικόλαο Γιακουμάκη (Τομπάζη), καί τόν Νικόλαο Οἰκονόμου. Καί τότε εἶχαν ἐπικρατήσει οἱ τουρκόφιλοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἤλπιζαν ποτέ ὅτι θά μποροῦσε τό Γένος νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ὀθωμανική τυραννία.

«1821 Ἀπριλίου 28, Ὕδρα

Ἀνεχωρήσαμεν διά τήν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἦλθον δύο ἀπεσταλμένοι ἀπό τήν Ρούμελην εἰς Ὕδραν ἀπό τούς ὁπλαρχηγούς των μέ γράμματα πρός τό κοινόν τῆς Ὕδρας, ζητοῦντες πλοῖα διά τά μέρη τοῦ Ζητουνίου. Μέ ἐπροσκάλεσεν ὁ κ. Λάζαρος Κουντουριώτης ὡς πρώτιστος καί ἀρχηγός τῆς Ὕδρας καί μοῦ λέγει:

– “Κύριε Κριεζῆ, οἱ δύο ἀπεσταλμένοι ζητοῦν πλοῖα καί ἔπαρέ τους μαζί σου νά ὑπάγετε εἰς τά μέρη τοῦ Ζητουνίου, ὅπου εὑρίσκεται ἐν ἐχθρικόν κορβέτον διά νά ἠμπορέσητε νά τό πάρητε ἤ ὅπως γνωρίζετε κάμετε, καί ὑπόσχονται, ὅταν δώση ἡ χάρις Του, καί πάρητε τό ἐχθρικόν, τότε νά ἐμβαρκάρης εἰς τό πλοῖον σου τούς ὁπλαρχηγούς των μέ δύο χιλιάδας στρατιώτας διά νά τούς ἐβγάλης εἰς τήν Ἁγίαν Μαρίναν, εἰς τήν Στυλίδα, διά νά κτυπήσουν τό Ζητούνι (Λαμία) καί ἐγώ διά θάλασσης καί ὅταν παρθῆ, ὅ,τι ἔχη μέσα τό κάστρον ἀπό μετρητά καί προβεζιόνες νά μοιράσητε ἐξ ἡμισείας.”

Εὐθύς ἐγώ κατά τήν προσταγήν τοῦ κ. Κουντουριώτου ἐτζουρμάρισα (μάζεψα τσοῦρμο) καί ἕτερους ναύτας, ὅτι μόνον εἶχον 60, καί ἔγιναν 110, πρός 25 τάλληρα τόν καθένα. Ἔκαμα τά ἀναγκαῖα του πολέμου, πυρίτιδα, μπάλες, ψωμί καί ἕτερα καί ἀνεχωρήσαμεν ὡς ἄνω τόν Ἀπρίλιον καί εἰς τήν 1η τοῦ Μαΐου 1821 ἐφθάσαμεν εἰς Μύκονον. Ἀγκυροβολήσαμεν, ἐπροσκάλεσα τήν Παναγίαν Τουρλιανήν, ἐκάμεν ἁγιασμόν καί εἰς τάς 2 ἀνεχωρήσαμεν διά τήν εἰς Ζητούνιον ἐκστρατείαν.»

Ἀπομνημονεύματα Ἀλεξάνδρου Κριεζῆ

Τή σπίθα στήν Ὕδρα τήν ἄναψε ὁ Ἀντώνιος Οἰκονόμου. Ἔδρασε μέ ταχύτητα καί ὡς ἄλλος Παπαφλέσσας ἔβαλε μπουρλότο στήν διστακτικότητα τῶν πλουσίων προκρίτων τοῦ νησιοῦ. Ὁ Οἰκονόμου εἶχε χάσει τό καράβι του, πού ἀποτελοῦσε καί τήν ὅλη του περιουσία σέ ναυάγιο ἔξω ἀπό τό Γιβραλτάρ. Ἀπελπισμένος, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη ὅπου τόν μύησε στό μυστικό τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας ὁ Παπαφλέσσας. Ἐκεῖνος ἦταν πού τοῦ μετέδωσε τήν ὁρμή καί τήν φλόγα τῆς ἐπανάστασης καί ἔτσι ὁ Οἰκονόμου γυρίζοντας στήν Ὕδρα, ἀντί νά φροντίσει νά κατασκευάσει καινούργιο σκαρί, ἄρχισε τά ἐπαναστατικά του κηρύγματα.

Μέ τόν Οἰκονόμου συνεργάστηκαν ὄχι οἱ ἡλικιωμένοι πρόκριτοι, ἀλλά τά παιδιά τους, ὅπως ἦταν ὁ γιός τοῦ Γκίκα καί ὁ γιός τοῦ Κριεζῆ καί μαζί συγκρότησαν ἕνα σῶμα ἀπό 500 ἔνοπλους ἄνδρες. Ἐνῶ οἱ πρόκριτοι συνεδρίαζαν στήν καγκελλαρία, ὁ τόπος ἔβραζε. Τή νύκτα τῆς 28ης Μαρτίου 1821, κήρυκες τοῦ Οἰκονόμου ὅρμησαν στούς δρόμους φωνάζοντας “Στ’ ἄρματα! Στ’ ἄρματα”. Οἱ καμπάνες στίς ἐκκλησίες κτυποῦσαν χαρμόσυνα, μεταδίδοντας τό σύνθημα τῆς ἐπανάστασης ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη. “Οἱ ἀδελφοί μας Πελοποννήσιοι ἐσήκωσαν τήν ἐπανάστασιν καί ἠμεῖς ἐδῶ σαπίζομεν εἰς τήν ἀργίαν, διότι οἱ προεστοί μᾶς ἐμποδίζουν νά κινηθῶμεν.”

Τά σπετσιώτικα πλοῖα στό λιμάνι τῆς Ὕδρας μέ τούς ἀπεσταλμένους τους ἐπιτάχυναν τίς ἐξελίξεις. Πλῆθος λαοῦ ἔτρεχε στούς δρόμους, ἕτοιμο νά κτυπήσει ὅσους θά ἔφερναν ἀντιρρήσεις στήν ἐξέγερση. Οἱ πρόκριτοι δέν τόλμησαν νά βγοῦν ἀπό τά σπίτια τους. Ὁ Οἰκονόμου πέταξε ἀπό τήν καγκελλαρία τόν διορισμένο ἀπό τούς Τούρκους διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα καί ἀνέλαβε τήν διοίκηση τοῦ νησιοῦ. Ἄρχισε ἀμέσως στρατολογία τόσο γιά τήν ξηρά ὅσο καί γιά τήν θάλασσα.

Χρήματα ὅμως δέν ὑπῆρχαν γιά νά δοθοῦν στίς οἰκογένειες τῶν στρατολογούμενων. Ὁ Οἰκονόμου ἀπαίτησε καί πῆρε ἀπό τούς δημογέροντες Λάζαρο Κουντουριώτη, Δημήτριο Τσαμαδό, Βασίλειο Μπουντούρη, Γκίκα Γκιώνη καί ἄλλους περίπου 130.000 τάλληρα. Ἀλλά δέν πῆρε μόνο χρήματα. Οἱ πρόκριτοι τοῦ ἀνεγνώρισαν καί τήν ἀρχηγία τῆς Ὕδρας, ἀλλά καί τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Δέν θά τοῦ συγχωροῦσαν ποτέ ὅμως αὐτή τήν κίνηση ἡ ὁποία ὀνομάστηκε ἀπό πολλούς “πραξικόπημα” τοῦ Οἰκονόμου.

Στίς 18 Ἀπριλίου 1821, τά τρία ναυτικά νησιά ἀπηύθυναν στούς κατοίκους τῶν ἄλλων νησιῶν κοινή προκήρυξη μέ τήν ὁποία τούς καλοῦσαν νά συμμετάσχουν σέ ἕνα πόλεμο, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε σκοπό τήν λεηλασία τῶν ὀθωμανικῶν πλοίων, ἀλλά τήν Ἀνεξαρτησία τοῦ Ἔθνους. Κατόπιν ἔδωσαν ὁδηγίες σέ ὅλους τους ναῦτες νά μήν ἐπιτίθενται ἐπ’ οὐδενί σέ πλοῖα τά ὁποῖα εἶχαν εὐρωπαϊκή σημαία. Στό προσκλητήριο αὐτό ἀνταποκρίθησαν ὅλα τά νησιά πλήν τῆς Σύρου, Τήνου, Νάξου καί Θήρας (Σαντορίνης), ὅπου διέμεναν Ρωμιοί πού εἶχαν φραγκέψει καί ζοῦσαν μέ μία σχετική ἄνεση κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ πάπα.

Τά ἑλληνικά πλοῖα ξεχύθηκαν στό Ἀρχιπέλαγος (Αἰγαῖο Πέλαγος), ἀλλά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ὅπως καί οἱ ἄνδρες στήν στεριά ἔτσι καί αὐτοί στή θάλασσα δέν διακρίνονταν γιά τό πειθαρχικό τους πνεῦμα. Πολλές φορές μεθοῦσαν ἤ ἔκαναν πλιάτσικο ἤ δολοφονοῦσαν τούς αἰχμαλώτους. Ἐξαίρεση ἦταν οἱ Ψαριανοί οἱ ὁποῖοι γενικῶς σέβονταν τούς κανόνες τοῦ πολέμου καί τούς νόμους τοῦ νησιοῦ τους. Στίς 28 Ἀπριλίου 1821 κοντά στίς Οἰνοῦσες, οἱ Ὑδραῖοι πλοίαρχοι Λάζαρος Πινότσης καί Γεώργιος Σαχτούρης συνέλαβαν ἕνα τουρκικό καράβι, τό ὁποῖο μετέφερε τό νεοδιορισμένο στήν Αἴγυπτο μολλά Γιαζιτζή ζαντέ Μεχμέτ Ἐφέντη, μέ τά χαρέμια του καθώς καί ἄλλους πλούσιους μουσουλμάνους πού πήγαιναν γιά προσκύνημα στή Μέκκα. Μαζί τους κουβαλοῦσαν ὁλόκληρο θησαυρό ἀπό διαμάντια, μαργαριτάρια πού κόστιζαν περίπου ἕξι ἑκατομμύρια γρόσια. Οἱ ἐπιβάτες σφαγιάστηκαν, ὁ σεϊχουλισλάμης κρεμάστηκε ἀπό τό κατάρτι τοῦ καραβιοῦ τοῦ Πινότση, ἐνῶ ὁ θησαυρός λαφυραγωγήθηκε ἀπό τά πληρώματα.

Ὅταν τά καράβια γύρισαν στήν Ὕδρα, ὁ Οἰκονόμου μέ αὐστηρό τρόπο ἀπαίτησε νά δωθοῦν τά λάφυρα γιά τό κοινό του ἀγῶνος ταμεῖο. Οἱ ναῦτες ἀρνήθηκαν νά συμμορφωθοῦν καί ἦρθαν σέ ἔντονη ρήξη μέ τόν Οἰκονόμου ὁ ὁποῖος ἔχασε τά λαϊκά ἐρείσματα καί βρέθηκε στό ἔλεος τῶν νοικοκυραίων (δημογερόντων), οἱ ὁποῖοι δέν ἔχασαν καθόλου τόν καιρό τους. Ἔστειλαν τόν Ἀντώνιο Κριεζῆ, τόν Λάζαρο Παναγιώτα καί τόν Θεόφιλο Δρένια νά μπλοκάρουν τήν καγκελλαρία καί νά τόν συλλάβουν.

Ὁ Οἰκονόμου ἀντέδρασε ἄμεσα καί σκότωσε τόν Παναγιώτα καί τόν Δρένια. Ἀλλά εἶχε ἀπομείνει ἀπελπιστικά μόνος, ἔχοντας στό πλευρό του μόνο λίγους πιστούς συντρόφους. Παρά ταῦτα κατάφερε νά ξεφύγει καί νά περάσει ἀπέναντι στήν ἀκτή, ὅπου βρῆκε καταφύγιο στό Κρανίδι. Τελικά οἱ Κουντουριώτηδες κατάφεραν νά στείλουν ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι καί δολοφόνησαν τόν Οἰκονόμου τόν Δεκέμβριο τοῦ 1821.

«Ὅταν ἐκινήθησαν αἱ νῆσοι τῶν Πετσῶν καί Ψαρῶν, εἰργάζοντο ὑπέρ τοῦ ὅλου μέν, ἀλλ’ ἰδίως ἑκάστη. Ὅταν δέ ἐκινήθη ἡ Ὕδρα, ἡνώθησαν εὐθύς τά πλοῖα καί τῶν τριῶν, σχηματίσαντα τόν ἑλληνικόν στόλον, ὀλίγιστα τούτων ἦσαν τριάρμενα. Ἐλάχιστος κατά τήν ποιότητα, εἰ καί πολύς ἀριθμητικῶς ἤν, ὁ στόλος οὗτος οὐδεμίαν ἐπεδέχετο ὑλικήν σύγκρισιν πρός τόν τουρκικόν, ἔφερε καί τήν ὑπερβάλλουσαν ἀπολύτως ἱκανότητα καί ἀνδρείαν πλοιάρχων τέ καί ναυτῶν, ἐξ ἐπαγγέλματος θαλασσοβίων. Διεκρίνοντο ἄρα ὁ μέν τουρκικός διά τῆς ὑλικῆς, ὁ δέ ἑλληνικός διά τῆς ἠθικῆς ὑπεροχῆς.

Καθώς πρότερον κινηθεῖσα ἡ Ὕδρα, οὕτω καί ἤδη κινούμενος ὁ στόλος ἐξέδωκεν ἀπό κοινοῦ τό ἀκόλουθον προκήρυγμα:

“Ὁ πόλεμος τόν ὁποῖον κάμνομεν κατά τῶν ἀσεβῶν τυράννων, δέν εἶναι κλέπτικος, ἀλλ’ ὅλου του ἔθνους μας, ἀποφασισμένος θεόθεν καί ὠργανισμένος ἀπό μεγάλους ἄνδρας. Ζητοῦμεν τήν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Γένους μας καί δι’ αὐτήν συνεισφέρομεν ὅλοι καί ὅπλα καί πλοῖα καί σώματα. Πρέπει λοιπόν νά προσέχωμεν εἰς ὅλα τά κινήματα, νά ἔχωμεν ἑνωμένην τήν ἀνδρείαν μέ τήν τιμήν, τά ὁποῖα χαρακτηρίζουν τούς ἀληθινούς φίλους τῆς ἐλευθερίας, νά μήν ἐνοχλῶμεν τούς ὁμοπίστους καί ὁμογενεῖς μας, ἐξ ἐναντίας μάλιστα πρέπει καί νά βοηθῶμεν τήν ὑπέρ τοῦ Γένους ἀγαθήν προθυμίαν των.

Ὁμοίως πρέπει νά σέβησθε καί τῶν ἄλλων δυνάμεων τά πλοῖα καί τούς ὑπηκόους. Ἠμεῖς δέν πολεμοῦμεν παρά μόνους τούς τυράννους μας Ὀθωμανούς, τάς ἄλλας δυνάμεις σεβόμεθα καί τιμῶμεν. Προσέχετε λοιπόν, ἀδελφοί νά μή πειράξη κανείς οὔτε ἄνδρα ὁμογενῆ, οὔτε πλοῖον ἑλληνικόν, ἀλλά νά φέρεσθε ὅλοι πρός ἀλλήλους μέ ἀγάπην καί φιλανθρωπίαν, κατά δέ τοῦ τυράννου μέ ἀμετάτρεπτον ἐνθουσιασμόν.”»

Φιλήμων – Δοκίμιον ἱστορικόν

«Ἐν ὀνόματι Θεοῦ Παντοκράτορος.

Τό Ἑλληνικόν Ἔθνος βεβαρυμένον πλέον ν’ ἀναστενάζη ὑπό τόν σκληρόν ζυγόν, ἀπό τοῦ ὁποίου τέσσαρας περίπου αἰῶνας καταθλίβεται ἐπονειδίστως, τρέχει μέ γενικήν καί ὁμόφωνον ὁρμήν εἰς τά ὅπλα, διά νά κατασυντρίψη τάς βαρείας ἁλύσεις τάς ὑπό τῶν βαρβάρων μωαμεθανῶν περιτεθείσας εἰς αὐτό. Τό ἱερόν ὄνομα τῆς Ἐλευθερίας ἀντηχεῖ εἰς ὅλα τά μέρη τῆς Ἑλλάδος καί πάσα ἑλληνική καρδία ἀναφλέγεται ἀπό τήν ἐπιθυμίαν του νά ἐπαναλάβη τό πολύτιμον τοῦτο δῶρον τοῦ Θεοῦ ἤ ν’ ἀπολεσθῆ εἰς τόν ὑπέρ τούτου ἀγώνα.

Οἱ κάτοικοι τῆς νήσου Ὕδρας δέν θέλουσι μένει ὀλιγώτερον πρόθυμοι εἰς τόν εὐγενῆ τοῦτον ἀγῶνα, ἀλλά καταφρονοῦντες πάντα κίνδυνον διά νά καταστρέψωσι τούς τυράννους των θέλουσι μεταχειρισθῆ τοῦτο τό μόνον μέσον, τό ὁποῖον ἡ φύση τῆς τοπικῆς αὐτῶν θέσεως δίδει πρός αὐτούς πρός τόν σκοπόν τοῦτον.

Ἠμεῖς οἱ προύχοντες οἱ συγκροτοῦντες τήν διοίκησιν τῆς νήσου ταύτης, ἐπιτρέπομεν εἰς τόν καπετάν Γιακουμάκην Νικολάου Τομπάζην τοῦ πλοίου “Θεμιστοκλῆς”, τό ὁποῖον ἔχει κανόνια δεκαέξ καί ἄλλα πολεμικά ὅπλα ὑπό τήν ἑλληνικήν σημαίαν νά ὑπάγη μετά του πλοίου τούτου ὅπου ἤθελεν κρίνει ὠφέλιμον καί ἀναγκαῖον εἰς τόν κοινόν ἀγῶνα καί νά ἐνεργῆ κατά τῶν ὀθωμανικῶν δυνάμεων ξηρᾶς τέ καί θαλάσσης πρᾶττον πᾶν ὅτι συγχωρεῖται εἰς νόμιμον πόλεμον, ἕως οὗ ἡ ἐλευθερία καί ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους ἀποκατασταθῆ μέ στερέωσιν.»

Προκήρυξη Ἐπαναστάσεως στήν Ὕδρα (16 Ἀπριλίου 1821)

(Ἀπόσπασμα ἀπό τό τετράτομο ἔργο τοῦ Φωτίου Σταυρίδη “1821 – Ἡ ἀπάντηση στήν τηλεόραση”)

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις28 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις58 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Δημοφιλή