Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σουέζ : Οι εταιρείες αναζητούν εναλλακτικές διαδρομές του εμπορίου για την αποφυγή της διώρυγας

Δημοσιεύτηκε στις

Παρότι έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ότι ο σύγχρονος κόσμος έχει αρχίσει να «απεδαφικοποιείται», με συμβολική συμπύκνωση το διαδίκτυο και την μέσω αυτού  επικοινωνία ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων και όλων των μορφών τηλεδιάσκεψης και τηλεργασίας, στην πραγματικότητα εξακολουθούμε να εξαρτιόμαστε πάρα πολύ από τις «εδαφικές» διαδρομές προϊόντων και πρώτων υλών.

Όμως, αυτές οι διαδρομές του παγκόσμιου εμπορίου είναι αντιμέτωπες με πλήθος κινδύνων: από ατυχήματα μέχρι φυσικές καταστροφές και φυσικά το ενδεχόμενο να επηρεαστούν, όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν από τοπικές και περιφερειακές συγκρούσεις.

Η Διώρυγα του Σουέζ είναι από τις πιο σημαντικές αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου. Από αυτήν περνούν κάθε χρόνο 1,17 δισ. τόνοι εμπορευμάτων ή το 12% του παγκόσμιου εμπορίου. Και παρότι άνοιξε για να διευκολύνει το αποικιακό εμπόριο προς την Ευρώπη και αργότερα τη μεταφορά πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, στις μέρες μας είναι το βασικό πέρασμα για τη μεταφορά εμπορευμάτων από την Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία στη Δυτική Ευρώπη, σε μια διαδρομή που έχει αποκτήσει ξεχωριστή σημασία μετά από την επανάσταση των εμπορευματοκιβωτίων τις τελευταίες δεκαετίες, την εξέλιξη των σύγχρονων logistics αλλά και την οργάνωση της παραγωγής με βάση την αρχή just-in-time. 

Μόνο που κάποιες στιγμές αυτή η διώρυγα μπορεί να κλείσει. Και παρότι δεν έχουμε πια τις πολεμικές εντάσεις των δεκαετιών του 1950, 1960 και 1970, όμως όπως φάνηκε αρκεί ένα ατύχημα για να διακοπεί για μέρες η διέλευση πλοίων από τη διώρυγα και να προκληθεί αναστάτωση σε όλο τον κόσμο.

Αυτή τη στιγμή η Διώρυγα του Σουέζ δείχνει να παραμένει η πιο ανταγωνιστική λύση για τη διαδρομή από τη Σαγκάη στο Ρότερνταμ. Είναι μια απόσταση 10.525 ν.μ. και η μέση διάρκεια είναι 27 ημέρες και 10 ώρες. Εάν ένα πλοίο επιλέξει να κάνει την ίδια διαδρομή κινούμενο δυτικά και περνώντας μέσα από τη Διώρυγα του Παναμά (ένα σημαντικό πέρασμα από όπου διακινούνται ετησίως 474 εκατομμύρια τόνοι εμπορευμάτων) τότε η απόσταση φτάνει τα 13.411 ν.μ. και η διάρκεια του ταξιδιού τις 34 ημέρες και 22 ώρες. Εάν επιλέξει να κάνει τη διαδρομή από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, τότε η απόσταση φτάνει τα 13.843 ν.μ. και η διάρκεια του ταξιδιού τις 36 ημέρες και 1 ώρα.  Και εάν ένα πλοίο αποφασίσει να κάνει τη Δυτική διαδρομή χωρίς πέρασμα από τη Διώρυγα του Παναμά, τότε μιλάμε για 17.184 ν.μ. και διάρκεια του ταξιδιού 44 ημέρες και 18 ώρες.

Βέβαια όσο αυξάνει η απόσταση, αυξάνει και το κόστος. Για παράδειγμα η εναλλακτική του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας για ένα πλοίο από τη Σιγκαπούρη στο Ρότερνταμ σημαίνει ένα επιπλέον κόστος 300.000 δολαρίων.

Ο «Δρόμος της Βόρειας Θάλασσας»

Σε αυτό το φόντο είναι που έχει ανακύψει το ενδιαφέρον για τη διαδρομή μέσω της Βόρειας Θάλασσας.

Για ένα ταξίδι από τη Σαγκάη μέχρι το Ρότερνταμ αυτό σημαίνει μια διαδρομή περίπου 6500 ν.μ. και διάρκεια περίπου 17 ημερών. Δηλαδή, είναι μια εμφανώς συντομότερη διαδρομή.

Το πρόβλημα αυτής της διαδρομής είναι επειδή ένα σημαντικό μέρος της περνάει μέσα από τον Αρκτικό Κύκλο. Υπάρχουν τμήματα της διαδρομής που παραδοσιακά είναι χωρίς πάγο μόνο δύο μήνες τον χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο τα σκάφη πρέπει να είναι ιδιαίτερα εξοπλισμένα για να ανταποκριθούν στις αντίξοες κλιματικές συνθήκες, αλλά συχνά είναι απαραίτητη και η χρήση των υπηρεσιών παγοθραυστικού σκάφους ώστε να ανοίγει ο δρόμος. Επιπλέον, οι αντίξοες συνθήκες ως προς τον καιρό και την ορατότητα μπορούν να επηρεάσουν την ταχύτητα των πλοίων και να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις. Και βέβαια η εκπομπή καυσαερίων από τα πλοία σε εκείνη την περιοχή μπορεί να επιτείνουν το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, την ίδια ώρα που η αύξηση της παρουσία πλοίων σε αυτή την περιοχή θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον

Βέβαια, είναι ακριβώς η κλιματική αλλαγή που έχει οδηγήσει στην εξέταση της αυξημένης εμπορικής χρήσης αυτής της διαδρομής. Το λιώσιμο των πάγων ως αποτέλεσμα της σταδιακής αύξησης της θερμοκρασίας, εκτιμάται ότι θα κάνει πιο εύκολη τη μαζική εμπορική χρήση αυτής της διαδρομής.

Ωστόσο, υπάρχει και το ζήτημα του κόστους μεταφοράς. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν η Διαδρομή της Βόρειας Θάλασσας κυρίως θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τις επιχειρήσεις της Βορειοανατολικής Περιοχής της Κίνας. Αντίθετα, για άλλες περιοχές της Κίνας και ιδίως τη Νότια Κίνα, η διαδρομή από τη Διώρυγα του Σουέζ θα παραμείνει πιο ανταγωνιστική. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι εάν συνυπολογίσουμε την πρόοδο στη ναυσιπλοΐα η Διαδρομή της Βόρειας Θάλασσας μπορεί να είναι περισσότερο ανταγωνιστική. 

Η ανάπτυξη του σιδηρόδρομου

Υπάρχει και μια άλλη εναλλακτική λύση. Αυτή του σιδηροδρόμου. Ο σιδηρόδρομος είναι σε γενικές γραμμές πιο γρήγορος από τα πλοία και ένα κοντέινερ μπορεί να πάει από τη Γουχάν στο Αμβούργο μέσα σε 15 μέρες (στην Πολωνία μέσα σε 13 μέρες. Το κόστος μεταφοράς είναι χαμηλότερο από αυτό των αεροπορικών μεταφορών αλλά σίγουρα πιο ακριβό των θαλάσσιων μεταφορών, καθώς κανένα τρένο δεν μπορεί να έχει την οικονομία κλίμακας που προσφέρει ένα μεγάλο πλοίο κοντέινερ.

Ούτε βέβαια είναι δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή μπορούν οι σιδηρόδρομοι να χειριστούν τον τεράστιο όγκο εμπορίου ανάμεσα στην Κίνα και την Ευρώπη, παρότι στην αρχή της πανδημίας με τη μεγάλη ζήτηση για μάσκες και λοιπό προστατευτικό εξοπλισμό τα ναύλα για τη μεταφορά εμπορευμάτων από την Κίνα εκτινάχτηκαν.

Πάντως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Κίνα στο πλαίσιο της στρατηγικής «Μία ζώνη, ένας δρόμος» έχει δώσει μεγάλη έμφαση και στις σιδηροδρομικές γραμμές ελπίζοντας σε ταχύτερες σιδηροδρομικές συνδέσεις με την Ευρώπη και στηρίζοντας και ανάλογες επενδύσεις σε άλλες χώρες.

Το ερώτημα του περιβάλλοντος

Πολλά θα κριθούν από ένα σημείο και μετά και από το σε ποιο βαθμό οι παγκόσμιες μεταφορές θα επηρεαστούν από την επιβολή νέων φορολογιών με σκοπό τον περιορισμό των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή. Πάντως, μια πρόσφατη προσπάθεια εκτίμησης του κόστους μεταφοράς ανά κοντέινερ από τη Σαγκάη στο Ρότερνταμ, έδειξε ότι ακόμη και με διαφορετικές παραλλαγές φόρου διοξειδίου του άνθρακα, η διαδρομή της Βόρειας Θάλασσας μπορεί να είναι περισσότερο ανταγωνιστική σε σχέση με τη Διώρυγα του Σουέζ.

Τα άλλα παγκόσμια εμπορικά περάσματα

Μπορεί αυτή τη φορά να βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας η Διώρυγα του Σουέζ, όμως υπάρχουν και άλλα κρίσιμα εμπορικά περάσματα, που με τη σειρά τους είναι επίσης ευάλωτα, κυρίως σε γεωπολιτικές εντάσεις.

Τα Στενά του Ορμούζ που ενώνουν τον Κόλπο του Ομάν και τον Περσικό Κόλπο είναι το σημείο από όπου περνάει το 25% του πετρελαίου παγκοσμίως και το 30% του φυσικού αερίου παγκοσμίως. Είναι επίσης εξαιρετικά ευάλωτα στις εντάσεις της περιοχής, όπως έχουν σπεύσει πρόσφατα να υπογραμμίσουν και οι αντάρτες της Υεμένης αλλά και το Ιράν.

Τα Στενά της Μάλακα είναι ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στη Μαλαισία και τη Σουμάτρα της Ινδονησίας και ενώνει τον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό είναι ένα από τα σημεία του πλανήτη με τη μεγαλύτερη ναυτική κίνηση. Βασική διαδρομή των εμπορευμάτων που έχουν αφετηρία την Κίνα, αποτελούν τη δίοδο για το 40% του παγκόσμιου εμπορίου και το 80% της εισαγωγής αργού πετρελαίου της Κίνας.

Αυτό εξηγεί και το παραδοσιακό άγχος της Κίνας για αυτό το πέρασμα, με δεδομένη τόσο την έντονη παρουσία του ναυτικού των ΗΠΑ στην περιοχή όσο και τις φωνές στην Ινδία που καλούν σε αξιοποίηση του ναυτικού για την άσκηση πίεσης στην Κίνα. Πάντως το καλοκαίρι του 2020 έγινε κοινή άσκηση των Αμερικανικών και Ινδικών ναυτικών δυνάμεων κοντά στα Στενά της Μάλακα, σε μια κίνηση με σαφή αποδέκτη το Πεκίνο.

ΠΗΓΗ: In.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις19 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις49 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή