Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς έβλεπαν οι Οθωμανοί την Επανάσταση του ’21 και τι γράφουν για τους Αλβανούς που πολεμούσαν εναντίον των Ελλήνων

Δημοσιεύτηκε στις

Πώς έβλεπαν οι Τούρκοι την Επανάσταση του 1821; Μέχρι πρόσφατα, μοναδική πηγή στα ελληνικά ήταν το μνημειώδες έργο του Νικηφόρου Μοσχόπουλου «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ» (Αθήνα 1960), ο οποίος στηρίζεται κυρίως στις αναφορές του ιστορικού Τζεβντέτ Πασά, το έργο του οποίου κυκλοφόρησε στο β’ μισό του 19ου αιώνα.

Έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές σε όσα γράφει ο Τζεβντέτ Πασάς, τα οποία παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Τα τελευταία χρόνια, ήρθαν στο φως και άλλες μαρτυρίες Τούρκων, οι οποίοι μάλιστα έζησαν στα χρόνια της Επανάστασης.

Ορισμένες από αυτές, υπάρχουν στο βιβλίο των Σοφίας Λαΐου και Μαρίνου Σαρηγιάννη «ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΟΥΣΟΥΦ ΜΠΕΗ ΣΤΟΝ ΑΧΜΕΤ ΤΖΕΒΝΤΕΤ ΠΑΣΑ», που εκδόθηκε το 2019 από το ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ. Πρόκειται για ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο, από το οποίο θα παρουσιάσουμε σήμερα, σε περίληψη βέβαια, τι γράφει ο Οθωμανός αξιωματούχος Γιουσούφ μπέης που το 1821 ζούσε στο Ναύπλιο. Φυσικά, θα επανέλθουμε και με αφηγήσεις άλλων Τούρκων από το ίδιο βιβλίο στο μέλλον.

albanian-nobility-_1_

Ποιος ήταν ο Γιουσούφ μπέης;

Ο Μοραβή (Μοραΐτης) Μιρ Γιουσούφ μπέης, ήταν γιος του Ναυπλιώτη στην καταγωγή Αχμέτ πασά Σαλαμπάς, ο οποίος αφού έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση στο παλάτι, υπηρέτησε ως βαλής σε διάφορες ελληνικές πόλεις. Σύμφωνα με τον Φωτάκο (Φώτιο Χρυσανθόπουλο), αγωνιστή και απομνημνευματογράφο του 1821 που γνώριζε τον Γιουσούφ, μητέρα του ήταν μια Χριστιανή. Ο πατέρας του Γιουσούφ μπέη, ο οποίος(ο Γιουσούφ) ανήκε στο σώμα των ιππέων της Υψηλής Πύλης, είχε μεγάλη συμβολή στην πάταξη της «αλβανοκρατίας» που επικράτησε στον Μοριά μετά τα Ορλοφικά. Ο Φωτάκος χαρακτηρίζει τον Γιουσούφ «ήμερο και αγαθό άνθρωπο» καθώς και «γραμματισμένο».

Τι γράφει ο Γιουσούφ μπέης για την Επανάσταση του ‘21

Ο Γιουσούφ μπέης, προσπαθεί να ερμηνεύσει την εξέγερση ανθρώπων οι οποίοι παλαιότερα ζούσαν αρμονικά με τους Μουσουλμάνους. Δεν δείχνει καμία διάθεση, όπως άλλοι, να αποδώσει την Επανάσταση σε εγγενείς αδυναμίες του οθωμανικού κράτους. Αποδίδει τις ήττες των Οθωμανών στην κακοδιαχείριση και την έλλειψη εφοδίων, καθώς και στις διχόνοιες και την απληστία κάποιων αξιωματούχων, συχνά και στη θεία τιμωρία. Παραθέτει μάλιστα στο έργο του τις απόψεις δύο επιφανών Ελλήνων, του πρόκριτου της Πάτρας Αθανάσιου Κανακάρη και τον Σπετσιώτη πολιτικού και αγωνιστή Ιωάννη Ορλάνδου.

D2aFp7XWoAAZ55B

«Εμείς δεν έχουμε διαμάχη και έριδα με τους μουσουλμάνους, ούτε άλλο παράπονο. Προβήκαμε σε αυτή την ενέργεια, επειδή οι φτωχοί ραγιάδες δεν μπορούσαν να αντέξουν την τυραννία και την καταπίεση των βεζίρηδων. Αναγκαστικά φτάσαμε σε αυτό το δρόμο σωτήριας και τον επιδοκιμάζουμε σύσσωμο το μιλλέτι (=έθνος) προκειμένου να απαλλαγούν οι φτωχοί ζιμμήδες (=μη μουσουλμάνοι υπήκοοι ισλαμικών πολιτικών εξουσιών) από το βάρος των καταπιέσεων. Γι’ αυτό διαλέξαμε να ακολουθήσουμε το δρόμο της αποστασίας. Έπρεπε να κατασβέσουμε με τα κατάλληλα μέτρα τις σπίθες της φωτιάς της τυραννίας και της αδικίας που εδώ και καιρό έκαιγε στα στήθη των ζιμμήδων», έλεγε ο Α. Κανακάρης.

Και ο Ιωάννης Ορλάνδος όμως ήταν σαφής:

«Πράγματι από παλιά ήταν μέσα στο μυαλό του μιλλετιού μας και οριστικά αποφασισμένο να βγούμε από το ζυγό του ραγιαδισμού και της υποταγής…».

Ο ίδιος ο Γιουσούφ, περιγράφει την Επανάσταση ως φυσική συνέπια μιας εθνικής αφύπνισης. Στην αρχή του έργου του, γράφει:

«Διότι η ανθρώπινη φύση και όλα τα διαφορετικά έθνη (millet) υπόκεινται στη δίψα για ανεξαρτησία (ser-azadelik) και μόνο εξ ανάγκης προσποιούνται ότι συναινούν και δέχονται τη δουλεία και την υποταγή (raiyyet η ubudiyyeti)».

190px-Amadeo_Preziosi_Albanians_Mercenaries_in_the_Ottoman_Army

Στο απόσπασμα αυτό, αλλά και σε όλο το υπόλοιπο έργο του, ο Γιουσούφ δέχεται ότι οι «Ρωμιοί», αποτελούν ένα ξεχωριστό έθνος (μιλλέτ), το οποίο από τη φύση του, όπως και όλα τα έθνη, δεν μπορεί να αντέξει τη δουλεία παρά μόνο από ανάγκη. Πολύ σημαντική είναι εδώ η χρήση της λέξης «μιλλέτ» με τη σημασία του έθνους. O Michael Ursinus, στην «Encyclopedia of Islam», έδειξε ότι το 1807, οι οθωμανικές αρχές αρνούνταν να τη χρησιμοποιήσουν για τους εξεγερμένους Σέρβους, καθώς θεωρούσαν ότι αφορά μόνο ανεξάρτητα κράτη. Ο όρος «έθνος των Ρωμιών» (millet-I Rum) εκτός από τον Γιουσούφ, υπάρχει πολύ συχνά και στα κείμενα του χρονικογράφου Σανί-ζαντέ. Μάλιστα, η διαδικασία αυτή ξεκίνησε ήδη από τον 18ο αιώνα. Τον 16ο και τον 17ο αιώνα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αναφερόταν ως «Πατριάρχης απίστων» ή «Χριστιανών», ενώ από τον 18ο αιώνα και μετά ως «Πατριάρχης Ρωμιών». Σχετική αναφορά (και απόδειξη…) έχει κάνει ήδη από 1999 ο ParasKevas Konortas, στο έργο «Ottoman Greeks in the Age of Nationalism Politics, Economy and Society in the Nineteenth Century» (επιμ. Dimitri Gondicas – Charles Issawi), Πρίνστον 1999.

Αλήθεια, πόσοι Έλληνες πανεπιστημιακοί ιστορικοί έχουν διαβάσει (ή έστω γνωρίζουν…) το συγκεκριμένο βιβλίο;

Για την ιστορία, ο Γιουσούφ μπέης, αιχμαλωτίστηκε κατά την κατάληψη του Ναυπλίου και αφέθηκε ελεύθερος το 1822, οπότε και έφυγε για την Κωνσταντινούπολη.

αρχειο-ληψης-_6_

Η ορολογία για τους Έλληνες στις οθωμανικές αναφορές

Η πολυσημία του δίπολου Ρουμ/Γιουνάν στο οθωμανικό λεξιλόγιο, είναι γνωστή πριν τον 19ο αιώνα. Στις αραβικές πηγές, μετά τον 10ο αιώνα, οι «Ρωμαίοι» ταυτίζονταν με τους Βυζαντινούς, βασικούς αντιπάλους των Μουσουλμάνων. Σταδιακά, άρχισαν να αντιδιαστέλλονται με τους «Γιουνάν», κατόχους της αρχαίας σοφίας, αν και η γλώσσα των «Ρουμ» συχνά ταυτίζονταν με τη γλώσσα των αρχαίων «Γιουνάν». Οι Οθωμανοί, ταύτιζαν τη γεωγραφική κοιτίδα αρχαίων και νέων Ελλήνων καθώς η γεωγραφική σημασία του «Ρουμ» ήταν περιορισμένη στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα, ο Κωνσταντίνος( δεν διευκρινίζεται για ποιον Κωνσταντίνο πρόκειται) και άλλοι αυτοκράτορες αποκαλούνται «Γιουνανί». Συγγραφείς του 18ου αιώνα, αναφέρονται στους σύγχρονούς τους Έλληνες ως «Γιουνάν» και στους αρχαίους ως «Ρουμ». Στα διοικητικά έγγραφα, χρησιμοποιείται πάντα η ονομασία «Ρουμ», εκτός από μία φορά, στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν σε διοικητικό κανονισμό της Νικόπολης (του Δούναβη;), όπου χρησιμοποιείται ο όρος «Γιουνανί». Πάντως, χρονογράφοι όπως ο Σανί Ζαντέ (αρχές 19ου αιώνα), κάνουν λόγο για «εμφάνιση του κράτους των Ελλήνων (Γιουνάν)», ιστορίες «του κράτους των Ελλήνων και της κατάστασης των παμπάλαιων Ρωμιών».

200px-Dupre-Mameluk

Άλλοι ιστοριογράφοι, όπως ο Βαχίτ πασάς και ο Εσάτ Εφέντης, κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα σε αρχαίους και νέους Έλληνες: ο μεν Βαχίτ μιλάει για τις περιοχές «των Ρωμιών και των Ελλήνων» που θα περνούσαν στα χέρια «των Χριστιανών», ο δε Εσάτ γράφει ότι η Ρωσία υποκίνησε την (επαν)εμφάνιση της «πολιτείας των Ελλήνων» που είχαν ξεχάσει «τα επιτεύγματά τους».

Τέλος, ο Γιουσούφ μπέης μιλά για «Ρωμιούς», όπως μιλά και για (μουσουλμάνους) Αλβανούς (αλλά και για «Ρωμιούς Αρβανίτες» – Rum Arnabudlari). Ποτέ δεν κάνει λόγο για Οθωμανούς ή Τούρκους, παρά μόνο για «Μουσουλμάνους» ή «πιστούς». Αντίθετα, στο κείμενο του Καμπουτλή Βασφή, απαντά το προσωνύμιο «Τούρκε», ya Turko, κυρίως ως κλητική προσφώνηση από τους Έλληνες.

Ένας Τούρκος ιστορικός γράφει για τους Αλβανούς στον οθωμανικό στρατό

Ο οθωμανικός στρατός στρατολογούσε Αλβανούς στρατιώτες κυρίως από τους Γκέγκηδες στα βόρεια και τους Τόσκηδες στα νότια. Στην πραγματικότητα, υπήρχε μία σοβαρή έχθρα μεταξύ των δύο φυλών. Μερικές φορές αυτή η έχθρα επηρέαζε τον στρατό. Οι οθωμανοί αρχηγοί προσπάθησαν να εξισορροπήσουν την κατάσταση ενώ προσπαθούσαν να επιλέξουν στρατηγούς που ήταν οικείοι με την ψυχολογία των Αλβανών στρατιωτών. Οθωμανικά αρχεία περιγράφουν τους Αλβανούς στρατιώτες ως “γενναίους, ηρωικούς και πολεμοχαρείς”.

Οι Αλβανοί μισθοφόροι στην Ελληνική Επανάσταση 1821

Η οθωμανική αυτοκρατορία δεν διαχειρίστηκε την κρίση της ελληνικής επανάστασης με επιτυχία. Αυτή η αποτυχία είχε προεκτάσεις τόσο στρατιωτικές όσο και διπλωματικές. Για αυτόν το λόγο, χρησιμοποίησε Αλβανούς μισθοφόρους που όμως δεν αποδείχτηκαν επιθυμητή λύση.

Όταν οι οθωμανοί αξιωματούχοι πληροφορήθηκαν την ελληνική εξέγερση, στράφηκαν στους Αλβανούς μισθοφόρους εξαιτίας προβλημάτων που είχαν δημιουργήσει οι γενίτσαροι. Ο συνολικός αριθμός του στρατού των μισθοφόρων άγγιξε τους 7.000 άντρες. Ο εκπαιδευμένος στρατός στάλθηκε στη Λιβαδειά και τη Θήβα όπου η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Ωστόσο, η πρώτη κρίση με τους Αλβανούς στρατιώτες δεν άργησε να εμφανιστεί. Ενόσω ο στρατός παρέλαυνε στο Ναύπλιο, ο αρχηγός τους, Zekeriya Debre, απαίτησε την πληρωμή μισθού 16.000 πιάστρων για τους στρατιώτες του, κάτι που ήταν ανέφικτο. Η πραγματική αιτία της κρίσης ήταν όμως η ολοένα εντονότερη έχθρα που αναπτυσσόταν εντός του στρατού, μεταξύ των δύο αλβανικών δυναστειών. Εκατοντάδες στρατιώτες, έπειτα από κρυφή συνεννόηση του Zekeriya με τους Αλβανούς ηγέτες που τροφοδοτούσαν με μισθοφόρους τους Οθωμανούς, εγκατέλειψαν τον στρατό.

images-_5_

Παρά τα προβλήματα που δημιουργούσαν, οι Αλβανοί στρατιώτες ήταν απαραίτητοι στους Οθωμανούς καθώς η ελληνική επανάσταση εξαπλωνόταν καθημερινά. Έτσι, το 1822, είχε πια αυξηθεί ο αριθμός των Αλβανών μισθοφόρων στον στρατό.

Στη μάχη κοντά στην Υπάτη, ο Πασάς Μαχμούτ, Αλβανός μουσουλμάνος, πέτυχε νίκη εναντίον του Κολοκοτρώνη, οδηγώντας σε θάνατο 3.000 επαναστάτες. Κάθε Αλβανός μισθοφόρος ανταμείφθηκε με ένα επιπλέον πιάστρο για τη νίκη.

Η οθωμανική αυτοκρατορία αποφάσισε να επικεντρωθεί στην Εύβοια και το Μεσολόγγι, όπου στάλθηκαν οι Αλβανοί μισθοφόροι. Ωστόσο, άρχισαν σύντομα να εγκαταλείπουν τα χωριά όπου εγκαταστάθηκαν, μόλις έμαθαν πως πραγματοποιούνταν πληρωμές σε άλλα μέρη. Αν και ο Αλή Πασάς τους προειδοποίησε να επιστρέψουν, δεν τον υπάκουσαν. Οι περισσότεροι απέδρασαν στη Λαμία.

Στο Μεσολόγγι, η κατάσταση επιδεινώθηκε καθώς η απειθαρχία των Γκέγκηδων αποτελούσε μεγάλο πρόβλημα. Οι συγκεκριμένοι, που είχαν στρατολογηθεί το καλοκαίρι, αρνήθηκαν να πολεμήσουν τον Νοέμβριο και επέστρεψαν στα σπίτια τους. Έτσι, οι Έλληνες αύξησαν τη συχνότητα των επιθέσεων τους στα γύρω χωριά.

Αν και ο οθωμανικός στρατός είχε πετύχει νίκη στα Ψαρά, του ήταν αδύνατο να καταφέρει το ίδιο στον Μοριά κατά το 1823-1824. Μια από τις αιτίες, κατά τους Οθωμανούς αξιωματούχους, ήταν ο ζήλος των Αλβανών στρατιωτών για τον μισθό τους.

Ο πασάς Μεχμέτ Ρασίντ(σημ. ο γνωστός μας Κιουταχής) αποφάσισε να μεταβεί στο Μεσολόγγι τον Μάρτιο του 1825 καθώς οι αποδράσεις είχαν αυξηθεί στον στρατό, αφού η πολιορκία του Μεσολογγίου συνεχιζόταν. Χριστιανοί Αλβανοί υποστήριζαν τους επαναστάτες.

battle-scene-from-the-greek-war-of-independence-georg-perlberg

Ένα νέο πρόβλημα προέκυψε καθώς ο στρατός προσέγγιζε τις πύλες του Μεσολογγίου. Ο αρχηγός των Αλβανών Τόσκηδων ήταν ανεπαρκής. Επίσης οι πληρωμές των Αλβανών δημιούργησαν ξανά πρόβλημα πριν την τελευταία επίθεση στο Μεσολόγγι. Οι μισθοφόροι υποστήριξαν πως δεν θα μάχονταν εκτός και αν πληρώνονταν και απειλούσαν να γυρίσουν σπίτι τους γιατί τα συμβόλαια τους είχαν λήξει. Απαίτησαν τις προηγούμενες πληρωμές τους και επιπλέον πληρωμές σε μετρητά για τους επόμενους τρεις ή τέσσερις μήνες.

Ακόμα και μετά την κατάκτηση του Μεσολογγίου, οι μισθοφόροι δεν είχαν πληρωθεί και το πρόβλημα οξυνόταν. Αυτό καθυστερούσε την κατάκτηση της Αθήνας. Ο Ρασίντ Πασάς όμως δεν είχε άλλη εναλλακτική λύση πέρα από τους Αλβανούς στρατιώτες και αυτό τον γέμιζε απελπισία.

Η ικανοποίηση των Οθωμανών αξιωματούχων για την κατάκτηση της Αθήνας και της Ακρόπολης στις 6 Ιουνίου 1827, δεν κράτησε για πολύ. Έπρεπε να πληρώσουν άμεσα τους Αλβανούς μισθοφόρους καθώς η καθυστέρηση είχε δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα. Εάν οι πληρωμές πραγματοποιούνταν, η οθωμανική αυτοκρατορία θα μπορούσε να διατηρήσει στις τάξεις της, 10.000 Αλβανούς στρατιώτες.

Το 1828, οι Έλληνες επαναστάτες κατέλαβαν εκ νέου το Μεσολόγγι εξαιτίας προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί στον οθωμανικό στρατό λόγω αποτυχίας πληρωμών των Αλβανών μισθοφόρων.

Βλέπουμε λοιπόν από τις αναφορές του Τούρκου ιστορικού, πόσο φιλοχρήματοι ήταν οι Αλβανοί και τον ρόλο που έπαιξαν στην επανάσταση. Αυτές οι αναφορές, μάλλον αποστομώνουν όσους ισχυρίζονταν ότι οι Αλβανοί πρόσφεραν πολλά στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Κι αν κάποιοι πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων, ήταν πολύ λιγότεροι απ’ όσους πολέμησαν εναντίον τους…

Πηγές: Σοφία Λαΐου- Μαρίνος Σαρηγιάννης «ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΟΥΣΟΥΦ ΜΠΕΗ ΣΤΟΝ ΑΧΜΕΤ ΤΖΕΒΝΤΕΤ ΠΑΣΑ», ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ,2019
Yusuf Hakan Erdem «Ottomans, Albanians and Turks in the Greek War of Independence»

ΠΗΓΗ: protothema.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή5 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις36 λεπτά πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Δημοφιλή