Ιστορία - Πολιτισμός
1821 – Παπά Θύμιος Βλαχάβας: Ο Επαναστάτης και μάρτυρας
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Ο παπά Ευθύμιος Βλαχάβας (1760-1809) είναι ένας από τους πιο σημαντικούς προεπαναστατικούς ήρωες, που έριξαν τον σπόρο της Ελευθερίας και της Επανάστασης του 1821. Τα όσα πέρασε απαθανάτισαν τα δημοτικά μας τραγούδια και οι Ρήγας, Κολοκοτρώνης, Παν. Σούτσος, Αινιάν, Σάθας και οι ξένοι λόγιοι Πουκεβίλ, Έμερσον, Φοριέλ, Καρέλ και άλλοι.
Ο πατέρας του παπά Θύμιου, Αθανάσιος Βλαχάβας ήταν επικεφαλής των αρματολών στα Χάσια, ορεινή περιοχή (1564 μ.), ΒΔ της Καλαμπάκας και στα σύνορα του Νομού Τρικάλων με το Νομό Γρεβενών. Πιστός Χριστιανός ανακαίνισε τη Μονή Υπαπαντής Μετεώρων και, περί το 1765, δέχθηκε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, που σφράγισε τη ζωή του και όλων των κατοίκων της περιοχής. Σε ηλικία 76 ετών λέγεται ότι πραγματοποίησε την επιθυμία του να μεταβεί πεζός στα Ιεροσόλυμα και εκεί να αποθάνει (Βλ.σχ. Θωμά Παπακωνσταντίνου «Το προεπαναστατικό κίνημα του παπά Ευθυμίου Βλαχάβα στη Θεσσαλία (1807-1809) και οι ξένοι ιστορικοί – περιηγητές», Εκδ. Όλυμπος, Αθήνα, 1998, σελ. 14).
Ο Αθανάσιος Βλαχάβας είχε τέσσερις γιούς. Κάποιος έπρεπε να αναλάβει το αρματολίκι. Όλοι έκριναν πιο άξιο τον παπά Θύμιο. Αυτός έως τότε επιτελούσε με ζήλο τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Κοντά σε αυτά μέσα από την «Αποκάλυψη» του Ιωάννου και τον «Χρησμό, ήτοι προφητεία του μακαρίου ιερομονάχου Αγαθαγγέλου» δίδασκε τους Έλληνες ότι το πρώτο βεβαιώνει για την τελική νίκη των Χριστιανών επί των απίστων και το δεύτερο ότι με τη βοήθεια του «ξανθού γένους» έρχεται η ελευθερία και η εθνική αποκατάσταση (Τάκη Λάππα «Μπαρουτοκαπνισμένα Ράσα», Εκδ. «Ατλαντίς», Αθήναι, σελ. 76).
Ο παπά Θύμιος Βλαχάβας ανέλαβε αρχηγός στο αρματολίκι, και σταμάτησε να τελεί τα ιερατικά του καθήκοντα, αλλά ποτέ δεν έβγαλε το ράσο. Από το 1794 εμφανίζεται ως δραστήριος οπλαρχηγός, κάτι που ανησύχησε τον Αλή Πασά και επιζήτησε να τον εξοντώσει χωρίς πάντως επιτυχία, έως το 1809. Ο Πασάς των Ιωαννίνων έβλεπε ότι εμπόδιο στα σχέδια του να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο από την Πόλη τουρκαλβανικό κράτος ήταν οι Σουλιώτες και οι Κλέφτες. Πρώτα επιδίωξε και τελικά, το 1803, μετά από αιματηρότατους πολέμους και ηρωικότατη αντίσταση των Σουλιωτών, πέτυχε να τους αναγκάσει να αποσυρθούν από τα μέρη τους. Είχε έρθει η σειρά των Κλεφτών και πρώτου του παπά Θύμιου Βλαχάβα, που ενέπνευσε πατριωτικό επαναστατικό συναίσθημα στους Έλληνες.
Ρωσία, Γαλλία και Αγγλία έδιναν υποσχέσεις στους Έλληνες για ελευθερία, αλλά δεν προχωρούσαν σε μία συνδυασμένη και αποφασιστική εκστρατεία διαλύσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε συνεργασία με τους υπόδουλους χριστιανικούς λαούς της, στους οποίους να απέδιδαν την ανεξαρτησία. Συμφέροντα και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί δεν τους άφηναν. Μόνο για τα Επτάνησα έδειξαν ενδιαφέρον και οι τρεις χώρες. Πάλι για το συμφέρον τους.
Το 1800 οι Ρώσοι σε συνεργασία με τους άσπονδους φίλους τους Οθωμανούς καταλαμβάνουν τα Επτάνησα και «αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία της πολυπαθούς ταύτης του ελληνισμού γωνίας» (Βλ.σχ. Κων. Σάθα «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», Τυπ. Ανδ. Κορομηλά, 1869, σελ. 569). Την κυριαρχία τους οι Ρώσοι τη διατηρούν έως το 1807, όταν με τη Συνθήκη του Τίλσιτ, μεταξύ των Ναπολέοντα και Αλεξάνδρου Α΄, οι Ρώσοι παραχωρούν τα Ιόνια νησιά στους Γάλλους. Τότε παρεμβαίνει η Αγγλία, η οποία τελικά το 1814 τα κατακτά από τους Γάλλους και τα διατηρεί έως το 1864, που ενώνονται με την Μητέρα Ελλάδα.
Για την υπόλοιπη Ελλάδα οι Ρώσοι τον 18ο αιώνα έσπρωχναν τους Έλληνες να επαναστατήσουν και μετά τους εγκατέλειπαν στο έλεος του βάρβαρου δυνάστη. Συνέβη με τα Ορλωφικά, με τον Λάμπρο Κατσώνη και με τον παπά Θύμιο Βλαχάβα. Το 1806 αρχίζει ένας νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, που κράτησε έως το 1812. Οι Ρώσοι το 1808 προέτρεψαν τον παπά Θύμιο Βλαχάβα να πάρει τα όπλα, μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς για να απελευθερώσουν το Γένος τους. Ο παπά Θύμιος κινήθηκε δραστήρια και πετυχημένα, έτσι που συγκεντρώθηκε ικανός αριθμός επαναστατών. Μετά από κατάλληλη προετοιμασία η σύσκεψη των οπλαρχηγών στον Όλυμπο όρισε ως ημέρα εκρήξεως της Επανάστασης την 29η Μαΐου, ημέρα της Αλώσεως της Κωνσταντινούπολης. Όλα πήγαιναν κατ΄ ευχήν, όταν «κατάπτυστος Έλλην, ο αρματωλός του Μετσόβου Δεληγιάννης επρόδωκεν εις τον Αλήν το σχέδιον και τας διακλαδώσεις της Επαναστάσεως μετά της οποίας και ο ίδιος ενόρκως συνεδέετο…». (Σάθα ο.π. σελ. 588).
Οι Έλληνες της Ηπείρου, πληροφορήθηκαν την προδοσία και ειδοποίησαν τον παπά Θύμιο. Εκείνος ακράτητος σήκωσε τη σημαία της Επαναστάσεως στις 5 Μαΐου 1808, νωρίτερα από την καθορισμένη ημερομηνία. Για τον Αλή πασά ήταν η ευκαιρία να τελειώσει με τον Βλαχάβα, όπως τελείωσε με τους Σουλιώτες. Πέντε χιλιάδες Τουρκαλβανοί υπό τον γιό του Μουχτάρ και μαζί με τον Δεληγιάννη στις 8 Μαΐου έφτασαν στην Καλαμπάκα, όπου ήσαν συγκεντρωμένοι 600 περίπου αντάρτες. Μετά από λυσσώδη μάχη και στερούμενοι οι Έλληνες πολεμοφοδίων επιχείρησαν με τα σπαθιά και με κατά μέτωπο επίθεση να βρουν διέξοδο. Όλοι τους φονεύθηκαν. Ο παπά Θύμιος βρισκόταν στον Όλυμπο όπου πήγε και στρατολόγησε πεντακόσιους περίπου στρατιώτες. Φτάνοντας στην Καλαμπάκα και διαπιστώνοντας ότι οι εχθροί ήσαν αριθμητικά συντριπτικά περισσότεροι αποσύρθηκε στον Όλυμπο, μη θέλοντας να οδηγήσει τους στρατιώτες του σε βέβαιη σφαγή.
Ο Βλαχάβας δεν σταμάτησε στην Καλαμπάκα τον Αγώνα του να αποκτήσει η Πατρίδα του την ελευθερία της. Από ορεσίβιος κλέφτης έγινε θαλασσινός καταδρομέας, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς. Η επιθυμία του για ελευθερία και ο ζήλος του για το αποτέλεσμα προκάλεσαν ανησυχία στην Πύλη. Έτσι για να ηρεμήσουν τα πράγματα ο Σουλτάνος έδωσε διαταγή στον Αλή να σταματήσει τους διωγμούς των χριστιανών στην Θεσσαλία και παράλληλα χορήγησε αμνηστία στον παπά Θύμιο και σε όλους τους συναγωνιστές του, με τον όρο να καταθέσουν τα όπλα τους. Ο Αλής τον άκουσε. Δεν ενδιαφερόταν τόσο να εξοντώσει τους πολλούς επαναστάτες, όσο τον ένα, τον Βλαχάβα. Τελικά με τέχνασμα άνθρωποί του τον συνέλαβαν στην Κατερίνη και τον οδήγησαν στα Γιάννενα. Εκεί δέθηκε σε πάσσαλο στην αυλή του σεραγιού, δεχόμενος τους προπηλακισμούς και τους κολαφισμούς του τουρκικού όχλου.
Μάρτυρας του μαρτυρίου του παπά Θύμιου ήταν ο Πουκεβίλ, πρόξενος τότε της Γαλλίας παρά τω Αλή Πασά, που εξιστόρησε τα τραγικά γεγονότα και τις τελευταίες του στιγμές: «Εγνώριζε την τύχην του και μάλλον ατάραχος…ύψωσε προς εμέ τους πλήρεις γαλήνης οφθαλμούς του, ως να μ’ ελάμβανε μάρτυρά του κατά την εσχάτην εκείνην ώραν… Μετά της γαλήνης του δικαίου…ησθάνθη άνευ τρόμου και παραπόνου τα κτυπήματα των δημίων. Τα δε μέλη αυτού συρθέντα δια μέσου των οδών των Ιωαννίνων, έδειξαν εις τους εντρόμους Έλληνας τα λείψανα του τελευταίου των αρχηγών της Θεσσαλίας» (Σάθα ο.π. σελ. 591).-
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας