Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Θα κρίνει άραγε το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο το μέλλον της Ευρώπης

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Χρήστος Γκουγκουρέλας

Μετά την έξαρση της πανδημίας του κορωνοϊού, το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για τα έτη 2021-27, σε συνδυασμό με το πρόγραμμα ‘‘Next Generation EU’’, θα αποτελέσουν τη μεγαλύτερη δέσμη μέτρων ανάκαμψης που έχει χρηματοδοτηθεί στην ευρωπαϊκή Ιστορία από τον Προϋπολογισμό της ΕΕ. Μάλιστα, σ’ αυτή τη δέσμη μέτρων, ύψους 1,8 τρισ. ευρώ, στηρίζει το ίδιο το μέλλον της η ΕΕ καθώς δια αυτής στοχεύει να ανοικοδομήσει μια Ευρώπη πιο ‘‘πράσινη’’, πιο ψηφιακή και πιο ανθεκτική.

Το ΠΔΠ, λοιπόν, διέπεται ρητώς από τη βασική αρχή του ενωσιακού δικαίου επί του προϋπολογισμού της ΕΕ, ήτοι την αρχή της χρηματοδότησής του από ιδίους πόρους (principle of funding the budget from own resources,   https://ec.europa.eu/info/strategy/eu-budget/revenue/own-resources_en). Η Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ), εξάλλου, είναι σαφής: Στο άρθρο 311 τονίζει ότι ‘‘ο προϋπολογισμός της Ένωσης χρηματοδοτείται στο ακέραιο, υπό την επιφύλαξη των άλλων εσόδων, από ιδίους πόρους’’, ενώ στο άρθρο 312 αναφέρει ότι ‘‘το ΠΔΠ έχει ως στόχο να εξασφαλίζει την ομαλή εξέλιξη των δαπανών της Ένωσης εντός των ορίων των ιδίων της πόρων’’.

Συνεπώς, το Συμβούλιο της ΕΕ ήδη με την από 14 Δεκεμβρίου του 2020 Απόφασή του (είναι η 2020/2053 https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32020D2053&from=EN) για το σύστημα των ιδίων πόρων της ΕΕ, που καταργούσε το προηγούμενο καθεστώς (δηλ. την Απόφαση 2014/335), έχει αναπροσαρμόσει και διευρύνει εντυπωσιακά τους ‘‘ιδίους πόρους’’ της ΕΕ, έτσι ώστε να δοθούν οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια στα κράτη-μέλη (κ-μ). Προκειμένου, όμως, να αρχίσει η εκταμίευση των ευρωπαϊκών κονδυλίων προς τα κ-μ, η άνω από 14-12-2020 Απόφαση για τους ιδίους πόρους της ΕΕ πρέπει να επικυρωθεί απ’ όλα τα κ-μ (αρ. 311§3 εδ. γ’ της ΣΛΕΕ).

Στη Γερμανία, το Κοινοβούλιο (Bundestag) ψήφισε στις 25 Μαρτίου νόμο που επικυρώνει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου περί των ιδίων πόρων της ΕΕ (Eigenmittelbeschluss). Κατόπιν, όμως, υποβολής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων από μια ομάδα αιτούντων με επικεφαλής τον Γερμανό Οικονομολόγο και Πολιτικό Bernd Lucke, τέως Ευρωβουλευτή του AfD, το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο (ΓΣΔ) εξέδωσε ήδη προσωρινή διαταγή (Haengebeschluss) που απαγορεύει τον Πρόεδρο της Γερμανικής Δημοκρατίας να εκδώσει τον προσφάτως ψηφισθέντα από τη Γερμανική Βουλή νόμο.  Πρόκειται,  επομένως, για μια προσωρινής φύσης απόφαση μέχρι να εκδικαστεί η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, την εκδίκαση της οποίας θα ακολουθήσει βεβαίως η εκδίκαση της κύριας προσφυγής.

Σε πρακτικό επίπεδο, το ΓΣΔ καλείται να δώσει τη νομική συγκατάθεση της Γερμανίας για το σύστημα χρηματοδότησης της Ένωσης την περίοδο 2021-27 και συνεπώς για όλο το πανευρωπαϊκό πακέτο οικονομικής στήριξης των κ-μ λόγω των συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού. Έχοντας, όμως, ως βασικό μέλημά του το πώς θα διαφυλάξει την αποτροπή του ενδεχομένου να επέλθει η δημοσιονομική ένωση στην ΕΕ, υπό την έννοια ότι κανένα κ-μ της ΕΕ δεν οφείλει να αναλαμβάνει δημοσιονομικές ευθύνες για τα χρέη και τις δημοσιονομικές ανισορροπίες άλλων κ-μ, κάτι βεβαίως που απαγορεύουν ρητώς οι ευρωπαϊκές συνθήκες, το ανώτατο γερμανικό δικαστικό όργανο προς το παρόν ‘‘κόλλησε’’. Και τούτο, διότι η αποφυγή χρηματοδότησης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ που de facto θα οδηγούσε σε ενδοκοινοτική ένωση μεταβιβάσεων (Transfer Union) υποχρεώσεων, συνιστά ταυτόχρονα, πέραν από ευρωπαϊκή κανονιστική νόρμα, και θεμέλιο της γερμανικής συνταγματικής παράδοσης και λογικής.

Οι αιτιάσεις των προσφευγόντων στο ΓΣΔ επικεντρώνονται σε δύο σημεία. Καταρχάς, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η ανάληψη χρεών στο όνομα της ίδιας της ΕΕ απαγορεύεται από τις ίδιες τις Συνθήκες της ΕΕ και ότι είναι μια ‘‘ultra vires’’ πράξη, δηλαδή μια πράξη που εκφεύγει του κανονιστικού πλαισίου μέσα στο οποίο de lege lata λειτουργούν τα ενωσιακά όργανα και ιδίως η ΕΚΤ, η ανάληψη χρεών στο όνομα της ΕΕ. Συνεπώς, η πρώτη κεντρική μομφή των προσφευγόντων αφορά την (ισχυριζόμενη) αντίθετη με τις ιδρυτικές Συνθήκες της ΕΕ λειτουργίας των ενωσιακών οργάνων, καθ’ υπέρβαση των δοτών, ούτως ή άλλως, αρμοδιοτήτων τους.

Οι προσφεύγοντες από τη μια διατείνονται ότι οι αλλότριοι πόροι (Fremdmitteln), δηλαδή τα κονδύλια που θα δανειστεί η ΕΕ για να δώσει ως επιχορηγήσεις ή δάνεια στα κ-μ, δεν είναι δυνατόν να νοούνται νομικώς ως ‘‘ίδιοι πόροι’’ (Eigenmitteln) της. Για το θέμα, μάλιστα, τον Μάιο του 2020, όταν σχεδιαζόταν το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανασυγκρότησης, όντως έγραφα (ίδετε το άρθρο μου ‘‘Η νομική βάση του Ταμείου Ανασυγκρότησης’’ http://olympiobima.gr/i-nomiki-vasi-toy-eyropaikoy-tameioy-anasygkrotisis): ‘‘Όπως όμως και ένας ‘‘μη ειδικός’’ θα περίμενε, πουθενά στην ενωσιακή νομοθεσία δεν ορίζεται ότι ‘‘ίδιοι πόροι’’ της Ένωσης είναι τα… ‘‘δανεικά’’ που αντλεί η ίδια ή τα κ-μ της από τις αγορές. Αντιλαμβανόμαστε, έτσι, όλοι ότι όταν τα 500 δισ. ευρώ της ιδέας Merkel–Macron θα είναι κεφάλαια που θα αντλήσει η ΕΕ από τις αγορές χρήματος, θα υπάρξει (στο πλαίσιο της πρώτης νομικής βάσης που εξετάζουμε) ‘‘θέμα’’ και δη ‘‘τεχνικό νομικό θέμα’’ αν η ΕΕ προτίθεται και προσπαθήσει, σύμφωνα με την πρόταση Merkel – Macron, να διανείμει δια ‘‘επιχορηγήσεων’’ τα 500 δισ. ευρώ στα κ-μ χρησιμοποιώντας ως ‘‘τεχνοκρατική και νομική πλατφόρμα’’ το ΠΔΠ, το οποίο επιτρέπει χρηματοδοτήσεις (της ΕΕ προς τα κ-μ) μόνο ‘‘ιδίων πόρων’’ της Ένωσης.’’

Από την άλλη, οι προσφεύγοντες  υποστηρίζουν ότι καθώς για τα δανεικά που θα αντλήσει η Κομισιόν υπόλογα τελικά θα είναι όλα τα κ-μ και δη σε ορίζοντα 38 ετών, μια τέτοια πρωτοβουλία της ΕΕ παραβιάζει τη βασική ενωσιακή αρχή ότι δεν νοείται αμοιβαιοποίηση χρεών στην Ένωση και τον κομβικό κανόνα ότι το κάθε κ-μ είναι υπόλογο για τα δικά του χρέη και για τα δικά του δημοσιονομικά μεγέθη καθώς απολαμβάνει εκ των Συνθηκών δημοσιονομική ανεξαρτησία.

Στο δεύτερο σημείο των αιτιάσεών τους,  οι προσφεύγοντες κάνουν λόγο για ‘‘αλλοίωση της γερμανικής συνταγματικής ταυτότητας’’ (Deutsche Verfassungsidentitaet) στο μέτρο που η ανάληψη χρεών στο όνομα της ΕΕ, για τα οποία θα είναι υπόλογα, ωστόσο, τα κ-μ, καταργεί το θεμελιώδες αξίωμα του γερμανικού Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο το Γερμανικό Κοινοβούλιο είναι το μόνο και αποκλειστικά υπεύθυνο για τον εθνικό (γερμανικό) προϋπολογισμό. Οι ‘‘αντιρρησίες’’ ισχυρίζονται ότι η Κομισιόν θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να προσδιορίσει ποια κ-μ θα αποπληρώσουν τα δανεικά που η ΕΕ θα λάβει για να παρέξει (υπό τη μορφή επιχορηγήσεων και δανείων) ως ‘‘ιδίους πόρους’’ στα κ-μ. Έτσι όμως, λένε, επεκτείνονται τα όρια ευθύνης της Γερμανίας η οποία σε τελική ανάλυση θα ήταν δυνατόν να είναι υπόλογη στους δανειστές της ΕΕ για όλο το πακέτο του προγράμματος του ‘‘Next Generation EU’’, ήτοι ακόμα και για όλο το ποσό των 750 δισ. ευρώ!

Το κεντρικό ερώτημα, λοιπόν, που θα εξετάσει το ΓΣΔ είναι αν το γερμανικό Κοινοβούλιο με τον νόμο που ψήφισε για την επικύρωση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου περί ιδίων πόρων της ΕΕ, παραβίασε τους περιορισμούς που θέτει στο ζήτημα της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ολοκλήρωσης το γερμανικό Σύνταγμα, αποδεχόμενο έτσι (το Κοινοβούλιο) την πιθανή καθ’ υπέρβαση εξουσίας πρακτική των ευρωπαϊκών θεσμών στο ζήτημα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανασυγκρότησης και τραυματίζοντας ταυτοχρόνως τη γερμανική συνταγματική ταυτότητα(;). 

Ειδικότερα, στο πεδίο της καθ’ υπέρβαση της εξουσίας τους (ultra vires) δράσης των οργάνων της ΕΕ, το ερώτημα είναι αν η απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ περί ιδίων πόρων παραβιάζει τις Συνθήκες. Πιο αναλυτικά, εδώ το ζήτημα προσδιορίζεται στο αν στους ‘‘ίδιους πόρους’’ της Ένωσης μπορούν να συμπεριληφθούν οι πιστώσεις (τα δανεικά που θα λάβει η Επιτροπή για να διαμοιράσει επιχορηγήσεις και δάνεια στα κ-μ). Κατά την άποψη μου, καθώς όπως έγραψα και παλαιότερα (ίδετε ανωτέρω) πουθενά στην κοινοτική νομοθεσία δεν προσδιορίζεται το εννοιολογικό περιεχόμενο των ‘‘ιδίων πόρων’’ της ΕΕ, το ΓΣΔ με μια διασταλτική προσέγγιση, με ‘‘δημιουργική’’ σίγουρα σκέψη και  χρησιμοποιώντας τη Λογική του ‘‘effet utile’’ θα μπορούσε να ξεπεράσει τον συγκεκριμένο ‘‘σκόπελο’’ και να συμπεριλάβει στο νοηματικό φορτίο των ‘‘ιδίων πόρων’’ της ΕΕ και τις πιστώσεις, σε τελική δε ανάλυση θα μπορούσε να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) κατά το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ.

Περαιτέρω, όπως είχα τονίσει στο άνω άρθρο μου: ‘‘Μια δεύτερη, πιθανή, νομική βάση για την υλοποίηση της πρότασης Merkel-Macron είναι το άρθρο 122§2 της ΣΛΕΕ. Με βάση αυτή τη διάταξη καθιερώνεται η αρμοδιότητα της ΕΕ  να χορηγεί ad hoc χρηματοοικονομική συνδρομή σε κράτος μέλος, σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι αυτό αντιμετωπίζει ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε φυσικές καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του’’.

Εν προκειμένω, το κρίσιμο θέμα που θα εξετάσει το ΓΣΔ είναι αν τα τεράστια κονδύλια του συνολικού ευρωπαϊκού πακέτου στήριξης κατευθύνονται στα κ-μ για την αντιμετώπιση απ’ αυτά (όχι φυσικών καταστροφών αλλά) ‘‘εκτάκτων περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου τους’’. Εδώ, το ΓΣΔ θα προβεί σε έλεγχο σκοπιμότητας (ZweckbindungsKontrolle) και μόνο στην περίπτωση που σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση ότι τα άνω τεράστια ευρωπαϊκά κονδύλια προορίζονται (για) και όντως καλύπτουν τέτοιες ‘‘έκτακτες περιστάσεις’’, δηλαδή έκτακτες και επείγουσες συνθήκες που προξενήθηκαν από την καθολική αρνητική επενέργεια της πανδημίας, θα αποφανθεί ότι δεν παραβιάζεται το αρ. 122 της ΣΛΕΕ.

Το ‘‘αγκάθι’’ είναι πια ορατό, συνεπώς. Το 37% των κονδυλίων του ‘‘Next Generation EU’’ θα εκταμιευτεί για την ‘‘πράσινη’’ ανάπτυξη και το 20% για τον ψηφιακό μετασχηματισμό των οικονομιών των κ-μ. Και μπορεί μεν, κατά τη διάρκεια των lock downs στα κ-μ, η ψηφιοποίηση να βοήθησε στη λειτουργία των κρατικών δομών, της εξ’ αποστάσεως εργασίας στις επιχειρήσεις και των διαδικτυακών οικονομικών συναλλαγών, η πράσινη’’ ανάπτυξη όμως δεν είναι ‘‘έκτακτη περίσταση’’ κατά το ‘‘γράμμα’’ της ΣΛΕΕ (αρ. 122) αλλά, αντιθέτως, ένας οραματικός πολιτικός στόχος. Η ‘‘πράσινη’’ ανάπτυξη δεν έχει σχέση με την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, ίσα-ίσα μια από τις ελάχιστες θετικές συνέπειες της πανδημίας ήταν η κλιματική βελτίωση (και όχι η επιβάρυνση του κλίματος, διότι πρακτικά σταμάτησαν να λειτουργούν οι οικονομίες). Έτσι, ο έλεγχος σκοπιμότητας που θα κάνει το ΓΣΔ εν προκειμένω, μπορεί να ‘‘ακινητοποιήσει’’ το πρόγραμμα ανάκαμψης της ΕΕ και μαζί με αυτό όλη την Ευρώπη (!), καθόσον οι αιτιάσεις των προσφευγόντων στο σημείο αυτό, είναι φανερό, ότι εδώ θα μπορούσαν να εκληφθούν ως βάσιμες από το ΓΣΔ.

Εν τέλει, κρίσιμο είναι και το ζήτημα της γερμανικής συνταγματικής ταυτότητας (αρ. 23 και 79 του Γερμανικού Συντάγματος). Οι κυριαρχικές πράξεις (Hoheitsakte) της ΕΕ είναι αποδεκτές στην εσωτερική γερμανική συνταγματική πραγματικότητα μόνο στο βαθμό που δεν θίγουν και δεν επηρεάζουν την αυτονομία του Γερμανικού Κοινοβουλίου ως προς τον προϋπολογισμό της χώρας, πρακτικά δηλαδή στον βαθμό που δεν αναιρούν ή έστω στρεβλώνουν τη δημοσιονομική ανεξαρτησία της Γερμανίας. Μάλιστα, η απώλεια αυτής της αυτονομίας κατά τη συνταγματική λογική των Γερμανών θεωρείται πλήγμα στη Δημοκρατία τους. Με άλλα λόγια, ως προς τον γερμανικό προϋπολογισμό, υπάρχει κοινοβουλευτική ευθύνη αποκλειστικά και μόνο του Bundestag και καμία είδους συνευθύνη.

Εν προκειμένω, το μέγεθος και ο χρόνος της γερμανικής συνευθύνης είναι αυτά που θα προβληματίσουν δεόντως το ΓΣΔ. Εγγυητές των δανείων που λαμβάνει η ΕΕ για να παρέξει επιχορηγήσεις και δάνεια στα κ-μ είναι τα ίδια τα κ-μ και έτσι η Γερμανία μέχρι το 2058, που είναι η τελευταία δόση εξόφλησης των δανείων που η ΕΕ θα αντλήσει στο όνομα της, μπορεί (θεωρητικά) να συνευθύνεται, με τον εθνικό προϋπολογισμό της, ακόμα και για όλα από τα 750 δισ. ευρώ του ευρωπαϊκού προγράμματος στήριξης. Αυτή δε η επίπτωση πρακτικά σημαίνει και συνεπάγεται τη δημιουργία μιας ad hoc δημοσιονομικής ένωσης (Fiskal Union) ανάμεσα στα κ-μ της ΕΕ, γεγονός που και θρυμματίζει τη γερμανική συνταγματική ταυτότητα αλλά και καταστρατηγεί τουλάχιστον το ‘‘γράμμα’’ του πρωτογενούς ενωσιακού Δικαίου. Πέραν τούτου, προβληματικός είναι και ο έλεγχος διαφάνειας (TransparenzKontrolle) στο εν λόγω ζήτημα. Πού και πώς θα δανειστεί η ΕΕ τα παραπάνω τεράστια κονδύλια; Ποιοι οργανισμοί θα της παρέξουν τις πιστώσεις; Θα έχει ελεύθερο πεδίο, εν προκειμένω, η Κομισιόν;  Ο κίνδυνος, επομένως, το ΓΣΔ να κάνει δεκτούς τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων είναι και σε αυτήν την περίπτωση όχι απλά υποστατός αλλά και τυπικά τεκμηριωμένος.

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι ο έλεγχος που στη προκείμενη περίπτωση θα πραγματοποιήσει το ΓΣΔ θα είναι, όπως θα έλεγαν και οι δικοί μας Συνταγματολόγοι, εκ του ρόλου και της δικαιοδοσίας του ‘‘συγκεντρωτικός’’, ‘‘κύριος’’ και ‘‘αφηρημένος’’, το συμπέρασμα από όλα τα παραπάνω είναι ότι, αν αυτό (το ΓΣΔ) τελικά προβεί σε μια ολιστικά stricto sensu προσέγγιση, έχει νομικά ‘‘πατήματα’’, μη αποδεχόμενο την επικύρωση του εγχώριου νόμου για τους ‘‘ίδιους πόρους’’ της ΕΕ, να τινάξει στον αέρα όλο το κολοσσιαίο πακέτο υποστήριξης της ΕΕ και μαζί μ’ αυτό όλη την Ευρώπη…!

Το μέγα πρόβλημα, πέραν από την αλλοίωση…της περίφημης γερμανικής συνταγματικής ταυτότητας, είναι ότι οι δικαστές του ΓΣΔ θα σκεφθούν ότι καταφάσκοντας τη νομική ισχύ της Απόφασης του Συμβουλίου της ΕΕ ‘‘περί ιδίων πόρων’’, θα επιβάλλουν την ίδια ώρα και την πολιτική νομιμοποίηση της αμοιβαιοποίησης χρέους στην Ένωση, κάτι που υπήρξε διαχρονικά ‘‘εφιάλτης’’ για πολλούς Γερμανούς πολιτικούς, συνταγματολόγους και οικονομολόγους.

Γι’ αυτό και δεν βλέπω πώς μπορεί να υπάρξει διαφυγή από το διαφαινόμενο αδιέξοδο αν δεν επινοηθεί εν προκειμένω μια ‘‘δημιουργική λογική’’ από τους Γερμανούς δικαστές. Το είχα γράψει, άλλωστε, και τον Μάιο του 2020 (ίδετε το άνω άρθρο μου): ‘‘…προβλέπω, θα χρειαστεί, πέραν από τις όποιες ‘‘διασταλτικές ερμηνείες’’, πρωτίστως και το ‘‘δημιουργικό πνεύμα’’ των δικαστών του ΔΕΕ για να ξεπεραστούν οι όποιοι νομικοί ‘‘σκόπελοι’’ του ενωσιακού δικαίου και να μην ‘‘ακυρωθεί’’ η de facto εφαρμογή του ‘‘οράματος’’ Merkel–Macron. Η’ θα χρειαστεί να ανοίξει η συζήτηση για τροποποίηση των Συνθηκών.’’

Η λύση, συνεπώς, στο τεράστιο αυτό ζήτημα που απειλεί το μέλλον της Ένωσης, ημών και των παιδιών μας (καθότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια που θα λάβουμε όχι απλά θα βοηθήσουν στην επιβίωση της χώρας μας αλλά είναι δυνατόν και να την μεταμορφώσουν προς το καλύτερο), είναι ο λεγόμενος αυτοπεριορισμός του (γερμανικού) ανώτατου δικαστικού οργάνου.  Είναι προφανές ότι οι Γερμανοί ανώτατοι δικαστές θα κινηθούν σ’ ένα στριφνό ‘‘νοητικό εκκρεμές’’ και δη ανάμεσα στην εθνική τους συνταγματική τάξη από τη μια και στην κοινή ευρωπαϊκή προοπτική από την άλλη, ανάμεσα στη δικαιοκρατία και το λεγκαλισμό από τη μια και στις επείγουσες και άκρως πιεστικές ανάγκες που υφίστανται στο κοινό ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον από την άλλη, ανάμεσα στη μεθοδολογική ακαμψία του νομικού φορμαλισμού, υπό το πρίσμα της εθνικής ερμηνείας, από τη μια και στη μεθοδολογική πλαστικότητα, υπό το πρίσμα μιας φιλοευρωπαϊκής προσέγγισης από την άλλη.

Η στάθμιση, λοιπόν, των εννόμων καταστάσεων και ιστορικο-πολιτικών συνθηκών αλλά και των εξ’ αυτών παραγόμενων συνεπειών είναι αυτή που μπορεί να οδηγήσει τους Γερμανούς Δικαστές, αν έχουν ενσυναίσθηση της ιστορικής σημασίας της απόφασής τους για το μέλλον της Ένωσης και της ίδιας της Ευρώπης, στην υιοθέτηση μιας τελεολογικής ερμηνείας στα ζητήματα, σύμφωνης με το πνεύμα και τα οράματα του Ευρωπαϊσμού. 

Αναμφίβολα, κάθε δικαστής έχει υποχρέωση να εφαρμόζει το Σύνταγμα και να εξασφαλίζει πέρα από τον δημοκρατικό και τον δικαιοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος της χώρας την οποία υπηρετεί. Επειδή, όμως, κάθε δικαστήριο ασκεί την εξουσία του στο όνομα του λαού, έχει παράλληλα υποχρέωση να αντιλαμβάνεται ευρύτερα την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και να συνδέει τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου όχι μόνο με τον βραχύ αλλά και με τον μακρό ιστορικό χρόνο αυτού του λαού, δηλαδή με το μακροπρόθεσμο χωροχρονικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και λειτουργούν το κράτος και η κοινωνία του λαού αυτού. Και για τη Γερμανία το πλαίσιο αυτό δεν είναι άλλο από το ευρωπαϊκό βεβαίως.

Ως γνήσιος και δεδηλωμένος Ευρωπαϊστής, ελπίζω, λοιπόν, να επικρατήσει στη συλλογιστική του ΓΣΔ η τρομακτική βαρύτητα του όλου διακυβεύματος και να πρυτανεύσει η λογική της παραμονής απάντων στην κοινή ευρωπαϊκή τροχιά, αν και δεν πρέπει να λησμονούμε βεβαίως ότι κάποιες φορές η Ιστορία και η ‘‘μοίρα’’ των λαών γράφεται, δυστυχώς, από ‘‘αναπάντεχα ατυχήματα’’…..

Κατερίνη, 6/4/2021

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International

Relations and the political science

 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις9 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις24 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις39 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή