Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Ερντογάν και η πολιτική αξιοποίηση πραξικοπημάτων και «πραξικοπημάτων»

Δημοσιεύτηκε στις

Ποτέ μην αφήνεις ένα πραξικόπημα να πάει χαμένο. Ακόμη και όταν δεν πρόκειται ακριβώς για πραξικόπημα. Αυτή η αρχή φαίνεται ότι καθοδηγεί αρκετές από τις επιλογές του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη μακρά πλέον διαδρομή του στην εξουσία.

Τελευταίο κρούσμα, ο τρόπος που αντιμετώπισε την κοινή δήλωση 103 απόστρατων ναυάρχων, ανάμεσά τους και του εμπνευστή της «Γαλάζιας Πατρίδας» ναυάρχου ε.α. Τζεμ Γκιουρντενίζ, που ασκούσαν κριτική στο ενδεχόμενο η Τουρκία να αποχωρήσει από τη Συνθήκη του Μοντρέ για τα Στενά ή να την αναθεωρήσει μονομερώς και εμμέσως κατήγγειλαν την τάση περαιτέρω «ισλαμοποίησης» του στρατεύματος.

Εάν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς ότι η επίσημη θέση της τουρκικής κυβέρνησης είναι ότι δεν επιθυμεί να τροποποιήσει το καθεστώς των Στενών, ακόμη και όταν κατασκευαστεί η καινούργια διώρυγα (το Istanbul Kanal), αναρωτιέται κανείς εάν μπορεί να θεωρηθεί πραξικοπηματική η συγκεκριμένη δήλωση, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι μιλάμε για απόστρατους αξιωματικούς που δύσκολα μπορούν να κινητοποιήσουν ενεργές στρατιωτικές μονάδες.

Ωστόσο, η κυβέρνηση Ερντογάν, όπως και η ολοένα και περισσότερο ελεγχόμενη από το κυβερνών κόμμα τουρκική δικαιοσύνη, έδειξαν ότι δεν θα άφηναν να πάει χαμένη η ευκαιρία για μια εντυπωσιακή επικοινωνιακή αντεπίθεση, που αγγίζει υπαρκτούς φόβους μέσα στην τουρκική κοινωνία αλλά και μία από τις βασικές πολιτικές τοποθετήσεις του ίδιου του Ερντογάν.

Από το βαθύ κράτος στις συνωμοσίες που μετά παρουσιάστηκαν ως σκευωρίες.
Σε μια χώρα που έχει ζήσει τρία μεγάλης κλίμακας στρατιωτικά πραξικοπήματα (1960, 1971, 1980) και το «μεταμοντερνο πραξικόπημα» του 1997, το θέμα του ρόλου του στρατού στην πολιτική έχει ιδιαίτερη φόρτιση.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο τουρκικός στρατός διεκδίκησε να είναι για δεκαετίες ο θεματοφύλακας του κεμαλισμού, του τουρκικού εθνικισμού αλλά και της σκληρής στάσης έναντι των Κούρδων. Διατηρούσε για χρόνια ισχυρό τυπικό θεσμικό πολιτικό ρόλο και αποτελούσε έναν διακριτό πόλο εξουσίας. Ο ρόλος αυτός επικυρωνόταν και από τη λειτουργία του πανίσχυρου παρελθόν Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας όπου συμμετείχε και η ηγεσία του στρατεύματος.

Ταυτόχρονα, είχε κομβικό ρόλο στην επαφή με τη Δύση, εφόσον η Τουρκία ήταν χώρα «πρώτης γραμμής» στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και στη διαμόρφωση των θεσμών και πρακτικών «του βαθιού κράτους», που ξεκίνησε από τα δίκτυα “stay behind” που είχαν αναπτυχθεί εντός Ψυχρού Πολέμου και εξελίχτηκε σε βασική διάσταση των διαφόρων «βρώμικων πολέμων» εναντίον ενός φάσματος αντιπάλων από τις οργανώσεις της αριστεράς μέχρι τους Κούρδους.

Παρότι γεωπολιτικά ο τουρκικός στρατός διεκδίκησε πάντα έναν εθνικιστικό προσανατολισμό, που σήμαινε εκτός όλων των άλλων ότι δεν ήταν ποτέ μόνο φιλοδυτικός, ως προς το εσωτερικό της Τουρκίας ταυτίστηκε με την πάλη ενάντια στον ισλαμισμό. Αυτό άλλωστε φάνηκε και όταν ανέτρεψε το 1997 την κυβέρνηση του Νεζμεντίν Ερμπακάν, πολιτικού μέντορα του ίδιου του Ερντογάν.

Ο Ερντογάν και όλη η ομάδα γύρω του, που προέρχονταν από το κόμμα του Ερμπακάν και είχαν την εμπειρία του πραξικοπήματος του 1997 είχε εξαρχής ένα σχέδιο για να μπορέσει να ελέγξει το στρατό και κυρίως να περιορίσει την επιρροή του στην άσκηση πολιτικής. Επιπλέον, κατεξοχήν επένδυσε στο να δώσει το στίγμα ότι είναι ο πολιτικός που θα βάλει τέλος στην επιρροή και τις παρεμβάσεις του στρατού στην πολιτική και αυτό αποτέλεσε και πλευρά της απήχησης και δημοφιλίας του. Και βέβαια για μεγάλο διάστημα ο φόβος του ήταν δικαιολογημένος, εφόσον ο Στρατός εξέταζε το ενδεχόμενο να τεθεί εκτός νόμου το AKP μέχρι και το 2007 (όταν παραμονές των προεδρικών εκλογών υπενθύμιζε ότι ο ισλαμισμός είναι αντίθετος στον κοσμικό χαρακτήρα της Τουρκίας).

Σε αυτή την κατεύθυνση ο Ερντογάν είχε συμμαχήσει με τον Φετουλάχ Γκιουλέν . Ο Γκιουλέν, υποστηρικτής ενός δυτικόφιλου πολιτικού Ισλάμ που δεν αμφισβητούσε τον κοσμικό χαρακτήρα της Τουρκία μπορούσε να προσφέρει στον Ερντογάν σημαντικές προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό και δη σε δίκτυα στο δικαστικό σώμα και στην αστυνομία.

Χάρη σε αυτή τη συνεργασία ο Ερντογάν μπόρεσε να προχωρήσει σε μεγάλες αποκαλύψεις γύρω από δίκτυα πραξικοπηματιών αξιωματικών, με πιο χαρακτηριστική τέτοια εκδοχή συνωμοσίας το δίκτυο Εργκένεκον αλλά και την υπόθεση της «Βαριοπούλας». Οι αποκαλύψεις και οι διώξεις αποτέλεσαν αποφασιστικό βήμα στην προσπάθεια του Ερντογάν να περιορίσει τον ρόλο του στρατού στην πολιτική ζωή της Τουρκίας.

Οι υποθέσεις αυτές είχαν πολύ μεγάλη δημοσιότητα, φαίνονταν να αντιστοιχούν στην εντύπωση που ούτως ή άλλως είχε η τουρκική κοινωνία για το ρόλο του Στρατού, δηλαδή τα «υπόγεια» δικτυα, τις σχέσεις με τις μυστικές υπηρεσίες αλλά και τον υπόκοσμο και φυσικά τη διαρκή προσπάθεια ανατροπής της πρώτης εκλεγμένης κυβέρνησης που υποστήριζε το πολιτικό Ισλάμ. Όλα αυτά ενίσχυαν τη δημοτικότητα του Ερντογάν και διαμόρφωναν την εικόνα ενός πολιτικού που ήθελε να υπερασπιστεί τους δημοκρατικούς θεσμούς και την προτεραιότητα των εκλεγμένων κυβερνήσεων έναντι του στρατού και του ρόλου του.

Η ρήξη με τον Γκιουλέν και το πραξικόπημα του 2016
Όμως, κάποια στιγμή ο Γκιουλέν και ο Ερντογάν ήρθαν σε ρήξη. Τα δίκτυα του Γκιουλέν μέσα στον κρατικό μηχανισμό κινήθηκαν κατά της κυβέρνησης του AKP αποκαλύπτοντας τις υπαρκτές υποθέσεις διαφθοράς στις οποίες εμπλέκονταν κυβερνητικά στελέχη. Το αποτέλεσμα θα είναι πλέον οι «γκιουλενικοί» να αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι.

Αυτό, όμως, έφερε τον Ερντογάν και την ομάδα του στην ανάγκη να μπορέσουν να αποκτήσουν προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό, συμπεριλαμβανομένου του στρατού. Κομμάτι αυτής της αλλαγής γραμμής η τελική απαλλαγή των αξιωματικών που είχαν εμπλακεί στις προαναφερθείσες συνωμοσίες, λίγο καιρό μετά τις καταδίκες τους που είχαν χαιρετιστεί και προβληθεί προηγουμένως και από το AKP ως μεγάλες νίκες της δημοκρατίας απέναντι στους πραξικοπηματίες, στοιχείο που με τη σειρά του αποτύπωνε μια νέα σύγκλιση του Ερντογάν με το στρατό.

Η ρήξη με τον Γκιουλέν ολοκληρώνεται με το πραξικόπημα του 2016, που αυτή τη φορά ήταν αρκετά πιο πραγματικό. Ο Ερντογάν κατορθώνει να υπερισχύσει, άλλωστε φαίνεται ότι η σύμπραξη γκιουλενικών πιθανώς και άλλα δυσαρεστημένα ρεύματα δεν ελέγχει αρκετές μονάδες για να ανατρέψει την κυβέρνηση, ενώ ρόλο έπαιξε και η επιλογή του AKP να κινητοποιήσει μαζικά την κοινωνία στις διαδηλώσεις. Και βέβαια ο Ερντογάν θα αξιοποιήσει το πραξικόπημα για να εδραιώσει ακόμη περισσότερο τη θέση του και βεβαίως για να προχωρήσει τις συνταγματικές αλλαγές που έδωσαν τη δυνατότητα για τη μετάβαση της Τουρκίας σε ένα προεδρικό σύστημα εξουσίας.

Την επαύριον του πραξικοπήματος ο Ερντογάν έχει πλέον τα χέρια του λυμένα για να προχωρήσει σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις μέσα στο στράτευμα αλλά και το σύνολο του κρατικού μηχανισμού. Στο στόχαστρο βρέθηκαν όχι μόνο «γκιουλενιστές» αλλά και αριστεροί και πλήθος ανθρώπων που θεωρούνταν «διαφωνούντες». Ταυτόχρονα, ο Ερντογάν ενισχύει τη συμμαχία του με τους εθνικιστές του MHP, όχι μόνο για να έχει εκλογικό και κοινοβουλευτικό συσχετισμό, αλλά και για να μπορέσει να αποκτήσει καλύτερο έλεγχο στον στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες και συμμαχεί και με ρεύματα μέσα στο στρατό που ήταν αντίθετα στον ρόλο των γκιουλενιστών.

Για να καταλάβουμε το μέγεθος των εκκαθαρίσεων αρκεί να δούμε ότι συνολικά περίπου 150.000 δημόσιοι λειτουργοί απομακρύνθηκαν και σε αρκετούς απαγγέλθηκαν κατηγορίες, ενώ μέχρι τον Νοέμβριο του 2019 είχαν αποταχθεί 17866 στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, ανάμεσά τους 150 στρατηγοί και 8413 αξιωματικοί.

Αυτό συνδυάζεται και με ποικίλες άλλες μετατοπίσεις που δεν έχουν τόσο την έννοια της «εκκαθάρισης», όσο της δυσμένειας τμημάτων των κρατικών μηχανισμών που δεν ταυτίζονταν απόλυτα με τη γραμμή Ερντογάν, στις όποιες παραλλαγές (ενίοτε και μεταμορφώσεις της).

Ταυτόχρονα, ο Ερντογάν έρχεται σταδιακά και σε μια ορισμένη ρήξη και με τους λεγόμενους «ευρασιατιστές» που υποστηρίζουν την απομάκρυνση από τη Δύση και την αναβάθμιση της συνεργασίας με τη Ρωσία και την Κίνα και οι οποίοι υπήρξαν ειδικά στην περίοδο του πραξικοπήματος του 2016 σύμμαχοι του Ερντογάν.

Το… απόστρατο πραξικόπημα και η νέα διώρυγα ως «θέληση του Έθνους»
Ως προς την τρέχουσα αντιπαράθεση είναι σαφές ότι κυρίως έχουμε να κάνουμε με την ιδιαίτερη ικανότητα του Ερντογάν, που βρίσκεται στην αρχή ουσιαστικά της προεκλογικής εκστρατείας για τις εκλογές του 2023 και αντιμετωπίζει τον αρνητικό αντίκτυπο από την κατάσταση της οικονομίας, αλλά και την ανάδειξη νέων δημοφιλών στελεχών της αντιπολίτευσης (όπως είναι π.χ. οι αντιπολιτευόμενοι δήμαρχοι της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης), να μπορεί να εκμεταλλεύεται οποιαδήποτε ευκαιρία υπάρχει προς όφελός του.

Έτσι και τώρα η διαφωνία των ναυάρχων με το ενδεχόμενο αλλαγής της συνθήκης του Μοντρέ, όπως και η προηγηθείσα ανάλογη κίνηση πρώην πρεσβευτών, αντιμετωπίστηκε ως απόπειρα πραξικοπήματος και όλη η ρητορική κινήθηκε στην κατεύθυνση της καταγγελίας αυτών που αμφισβητούν τη «βούληση του Έθνους», εν προκειμένω των προβολών ισχύος του Ερντογάν.

Παρότι το AKP προσπαθεί να ταυτίσει την κίνηση αυτή με την «Φετουλαχιστική Τρομοκρατική Οργάνωση», δεν υπάρχει κάτι που να παραπέμπει σε αυτή την κατεύθυνση. Πολύ περισσότερο η επιστολή παραπέμπει σε κεμαλικές ή/και ευρασιατιστικές τάσεις που διαφωνούν όχι μόνο με πλευρές της τρέχουσας εξωτερικής πολιτικής αλλά και με την προσπάθεια αυξημένου ελέγχου στο στράτευμα.

Ωστόσο, από τη δυσαρέσκεια με τον τρέχοντα συσχετισμό μέσα στον κρατικό μηχανισμό και την κυβερνητική πολιτική, μέχρι τη διοργάνωση πραξικοπήματος υπάρχει μια μεγάλη απόσταση, την οποία σε επικοινωνιακό επίπεδο το AKP δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να καλύψει ρητορικά παρουσιάζοντάς τους ως νοσταλγούς του πραξικοπήματος του 2019.

Ταυτόχρονα, ο Ερντογάν βρίσκει μια ευκαιρία να αναγάγει σε μέγιστο εθνικό στόχο τη νέα διώρυγα, αποδίδοντας εμμέσως αντεθνική στόχευση στον δήμαρχο Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου που έχει διαφωνήσει με τη διώρυγα για περιβαλλοντικούς και οικονομικούς λόγους.

Και βέβαια μπορεί να παρουσιάζει ως «εθνικά υπερήφανη» στάση το ενδεχόμενο να διεκδικήσει αυξημένο έλεγχο στα Στενά, στοιχείο που θα πυροδοτήσει μια αλυσίδα αντιδράσεων από τη Ρωσία, που δεν επιθυμεί αλλαγή του καθεστώτος στα Στενά, μέχρι τις ναυτιλιακές εταιρείες (και τις χώρες προέλευσής τους) που σίγουρα δεν επιθυμούν ούτε να πληρώνουν τέλη διέλευσης, ούτε να αισθάνονται ότι το δικαίωμα διέλευσης από μια τόσο στρατηγική θαλάσσια δίοδο ανήκει πλέον στη διακριτική ευχέρεια της Άγκυρας.

ΠΗΓΗ: in.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις3 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα32 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή