Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πάνε για πόλεμο Ρωσία και Ουκρανία;

Δημοσιεύτηκε στις

Του Maxim Samorukov

Μετά από έξι χρόνια μιας δυσάρεστης και ενίοτε βίαιης εκεχειρίας, το φάντασμα ενός νέου πολέμου πλανάται στις σχέσεις Ρωσίας-Ουκρανίας. Ως αντίποινα για την πρόσφατη καταστολή του Κιέβου σε φιλορωσικά ΜΜΕ και πολιτικούς, η Μόσχα διεξάγει μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική συγκέντρωση κατά μήκος των ουκρανικών συνόρων. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα εύθραυστη στο Ντομπας, όπου η κατάπαυση πυρός μεταξύ του ουκρανικού στρατού και των βοηθούμενων από τη Μόσχα αποσχισθέντων περιοχών, έχει ουσιαστικά καταρρεύσει. Και οι δύο πλευρές κατηγορούν η μία την άλλη για προκλήσεις και ανταλλάσσουν τακτικά πυρά, με τον αριθμό θυμάτων να αυξάνεται τόσο μεταξύ του στρατιωτικού προσωπικού όσο και των αμάχων.

Μέσα σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, οι ισχυρισμοί των δύο χωρών ότι κάνουν οτιδήποτε για να αποφύγουν τον πόλεμο, δεν ακούγονται πιστευτοί. Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες τους ίσως να μην είναι εντελώς ψεύτικες. Αν και τόσο το Κιέβο όσο και η Μόσχα είναι πρόθυμες να αποκομίσουν τα οφέλη από την ξαφνική κλιμάκωση, μια ορθολογική αξιολόγηση των ενδεχόμενων κινδύνων θα πρέπει να διασφαλίσει ότι θα σταματήσουν πριν κλιμακωθεί η κατάσταση σε μια πλήρη στρατιωτική αντιπαράθεση.

Οι εντάσεις άρχισαν να αυξάνονται πριν από μερικούς μήνες, όταν η αυξανόμενη δυσαρέσκεια του Κιέβου με την αδιαλλαξία της Μόσχας στις συνομιλίες για το Ντονμπας, συνέπεσε με την αποδυνάμωση της θέσης του Ουκρανού προέδρου Volodymyr Zelensky στο εσωτερικό. Στερούμενος προηγούμενης πολιτικής και διπλωματικής εμπειρίας, ο Zelensky αρχικά ήλπιζε ότι η καλή θέληση του και η ειλικρίνειά του, θα ήταν αρκετά για να διευθετήσουν την αιματηρή σύγκρουση στο Ντονμπάς. Οι πρωτοφανείς εκλογικοί του θρίαμβοι το 2019 βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό, στην ειλικρινή του υπόσχεση να φέρει ειρήνη στην Ουκρανία.

Η πενιχρή πρόοδος στις συζητήσεις για το Ντονμπάς προκάλεσε απογοήτευση στην ουκρανική κοινωνία, που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τα οικονομικά προβλήματα της χώρας. Ο Zelensky υποχρεώθηκε να αυξήσει τις τιμές των υπηρεσιών κοινής ωφελείας προκειμένου να πετύχει τους στόχους που είχε θέσει το ΔΝΤ, τη στιγμή που η πανδημία αποστράγγιζε τις μικρές επιχειρήσεις της χώρας. Η ανικανότητα των ουκρανικών αρχών να εξασφαλίσουν αρκετά εμβόλια για να ξεκινήσει ο εμβολιασμός των πολιτών μαζικά, επέφερε το τελικό πλήγμα στη δημοτικότητα του Zelensky. Στην αρχή του 2021, βρισκόταν λίγες μόνο μονάδες μπροστά από τους αντιπάλους του στις δημοσκοπήσεις, ενώ το κόμμα του, Υπηρέτης του Λαού, είχε πέσει στη δεύτερη θέση.

Μένουν ακόμη τρία χρόνια περίπου προτού ο Zelensky ζητήσει την επανεκλογή του, αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά στον ρευστό πολιτικό κόσμο της Ουκρανίας. Διαβόητη για τον οπορτουνισμό της, η ουκρανική πολιτική τάξη είναι έτοιμη να στρέψει αλλού την αφοσίωση της μόλις δει ό΄τι σταματήσει ο έλεγχος της εξουσίας από τον ηγέτη. Η πτώση της δημοτικότητας για τον Zelensky, προκάλεσε άμεσα συζήτηση για πρόωρες εκλογές, ενώ οι ηγέτες των κομμάτων της αντιπολίτευσης μαζεύτηκαν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως εταίροι συνασπισμού και πιθανοί πρωθυπουργοί. Ο Zelensky κινδύνευε να παραγκωνιστεί και να ξεχαστεί, με μόλις δύο χρόνια θητείας.

Προσπάθησε να αντιδράσει και αποστασιοποιήθηκε από τους Ουκρανούς ολιγάρχες μέσω συλλήψεων και νέων ερευνών σε υψηλά πρόσωπα, επιβεβαιώνοντας την αποφασιστικότητα του να προχωρήσει σε φιλοδυτικές μεταρρυθμίσεις. Ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας “πλατφόρμας της Κριμαία”, η οποία σκοπό είχε να διατηρήσει την διεθνή προσοχή για την τύχη της χερσονήσου. Ο Ουκρανός πρόεδρος παρουσίασε επίσης τη νέα στρατηγική ασφάλειας της χώρας, η οποία επαναλαμβάνει την φιλοδοξία να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και βάζει στο επίκεντρο την αντιμετώπιση της ρωσικής επιθετικότητας. Επιπλέον, η Ουκρανία έχει σκληρύνει τη στάση της στις συνομιλίες του Ντονμπας, προσπαθώντας να υπογραμμίσει ότι διεξάγει συνομιλίες με τη Ρωσία, όχι με τις αυτονομιστικές δημοκρατίες.

Κατάφερε να ενισχύσει τα πατριωτικά του διαπιστευτήρια στο εσωτερικό, αλλά εξακολουθεί να θεωρείται υπερβολικά συμφιλιωτικός από ένα σημαντικό αριθμό Ουκρανών εθνικιστών, οι οποίοι πραγματοποιούν διαδηλώσεις στους δρόμους εναντίον του. Η κατά των ολιγαρχών σταυροφορία του βασίζεται σε σαθρά νομικά θεμέλια και κινδυνεύει να υπονομεύσει περαιτέρω το κράτος δικαίου στη χώρα. Αυτός ο νέος αντί-ρωσικός ριζοσπαστισμός έχει φέρει την Ουκρανία ξανά στην προσοχή της Δύσης και διασφάλισε ότι η πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία του Zelensky με το νέο Αμερικανό πρόεδρο ήρθε νωρίτερα από το αναμενόμενο. Αλλά έχει οδηγήσει επίσης με μια τεράστια συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων στα σύνορα. Και η υποστήριξη των Δυτικών ηγετών για την Ουκρανία είναι ηχηρή, αλλά κυρίως ρητορική.

Καθώς η Μόσχα συγκεντρώνει στρατό στα ανατολικά σύνορα της Ουκρανίας και στην Κριμαία, το Κίεβο έχει ελάχιστες πιθανότητες ναα αντέξει εάν η διαμάχη κλιμακωθεί σε στρατιωτική αντιπαράθεση. Ωστόσο υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι καμία πλευρά δεν θέλει να εξαπολύσει πόλεμο. Από την πλευρά της Ουκρανίας, μια επιχείρηση στο Ντομπας θα έδινε πιθανότατα στη Ρωσία την αφορμή για να επέμβει: Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένως δηλώσει την ετοιμότητα της χώρας για να προστατεύσει τις ανακηρυχθείσες δημοκρατίες. Οι επακόλουθες απώλειες θα κατέστρεφαν την ήδη περιορισμένη λαϊκή στήριξη του Zelensky, ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση εγγυημένη η άμεση βοήθεια της Δύσης προς την Ουκρανία.

Για τη Ρωσία, τα οφέλη του να πάει σε πόλεμο με την Ουκρανία είναι επίσης αμφίβολα. Διαψεύδοντας τις προσδοκίες του Κρεμλίνου, το ουκρανικό κράτος δεν κατέρρευσε ούτε το 2014 όταν αντιμετώπισε μια πιο δεινή κατάσταση. Είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να το κάνει τώρα. Επιπλέον, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ξεκάθαρα ότι η ρωσική κοινωνία έχει κουραστεί από την περιπετειώδη εξωτερική πολιτική και δεν θα καλωσόριζε μια νέα στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία, λίγο πριν από τις κοινοβουλευτικές εκλογές που είναι προγραμματισμένες για τον Σεπτέμβριο.

Επιπλέον, η ιδέα μιας χερσαίας γέφυρας που να ενώσει την Κριμαία με την ηπειρωτική Ρωσία, είναι ξεπερασμένη. Από το 2014, η Μόσχα έχει επενδύσει δισ. Δολαρίων σε διάφορα projects υποδομών, από σιδηροδρόμους μέχρι δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας για την κάλυψη των αναγκών της χερσονήσου χωρίς τη χερσαία σύνδεση. Η Κριμαία υποφέρει ακόμη από έλλειψη νερού, αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα που διαρκεί χρόνια, και δύσκολα δικαιολογεί πόλεμο για την επίλυση του.

Οι ηγέτες των αυτονομιστικών δημοκρατιών θα ήθελαν πολύ να επεκτείνουν τα σύνορα τους. Η αποκαλούμενη “αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας” του Ντονμπάς (που σημαίνει τα προ 2014 διοικητικά σύνορα), παραμένει σημαντικό μέρος της ρητορικής τους, και θα μπορούσε να τονώσει την τοπική οικονομία. Αλλά είναι όλες πολύ ελεγχόμενες από τη Μόσχα, ενώ οι ανησυχίες τους είναι “στενόμυαλες” για να επηρεάσουν την πολιτική του Κρεμλίνου. Είναι εξαιρετικά απίθανο η ρωσική ηγεσία να θέσει σε κίνδυνο την ολοκλήρωση του μεγάλου της project, τον αγωγό Nord Stream 2, για χαρη μιας αμφισβητούμενης αύξησης της δημοτικότητας στο εσωτερικό, πόσο μάλλον στις δημοκρατίες του Ντονμπάς.

Ο σκοπός της τωρινής στρατιωτικής έντασης επομένως, περιορίζεται στο να αποδείξει στο Κιέβο και στην Ουάσιγκτον ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να απαντήσει σε οποιαδήποτε στρατιωτική προσπάθεια για την αλλαγή του καθεστώτος στο Ντονμπας. Η επιδεικτικότατα με την οποία μετακινούνται τα στρατεύματα, επιβεβαιώνει ότι η Ρωσία μάλλον απειλεί παρά σκέφτεται τον πόλεμο.

Και πάλι, η απουσία ενός λογικού κινήτρου για τη διεξαγωγή πολέμου, δεν αποκλείει η κρίση να ξεφύγει από τον έλεγχο κατά λάθος. Η τεταμένη ατμόσφαιρα και τα θύματα και στις δύο πλευρές, αυξάνουν την πιθανότητα μια λάθος κίνηση σε τοπικό επίπεδο, να σύρει τις δυο χώρες σε νέα στρατιωτική αντιπαράθεση. Η έλλειψη αυτοσυγκράτησης θα μπορούσε να ακυρώσει όλους τους λογικούς υπολογισμούς: μόλις ξεσπάσει, ο πόλεμος δίνει άπειρους λόγους για να συνεχίσει.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://carnegie.ru/commentary/84250

ΠΗΓΗ: capital.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις24 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις51 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή