Διεθνή
Έπεσε και το φιλομεταναστευτικό κάστρο της Σουηδίας. Λαμβάνονται περιοριστικά μέτρα.
Εξελίξεις για το μεταναστευτικό στη Σουηδία
Η Σουηδία, μαζί με την Μεγάλη Βρετανία, ήταν οι χώρες με το πιο ελκυστικό για τους μετανάστες νομικό πλαίσιο, ενώ και οι παροχές ήταν από κάθε άποψη εξαιρετικές.
Πρώτα η Μεγάλη Βρετανία και τώρα η Σουηδία, λαμβάνουν περιοριστικά μέτρα, για να μην είναι πλέον οι χώρες αυτές ελκυστικές προς τους μετανάστες.
Μάλιστα, στη Σουηδία τα περιοριστικά μέτρα τα λαμβάνουν σοσιαλδημοκράτες και πράσινοι, οι μέχρι χθες υποστηρικτές άλλων πολιτικών, που ενθάρρυναν τους μετανάστες.
Ελπίζουμε ο πολιτικός κόσμος στην Ελλάδα να μελετήσει τους λόγους που οδήγησαν αυτές τις δύο χώρες στη λήψη περιοριστικών μέτρων, για να έχουμε μια νέα πολιτική για το μεταναστευτικό που θα στηρίζεται από όλα τα κόμματα.
Ακολουθεί άρθρο της υφυπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής και Ασύλου, κυρίας Σοφίας Βούλτεψη σχετικό με το θέμα.
Η Σουηδία δεν θέλει πια να είναι μαγνήτης προσφύγων και μεταναστών
Αν δεν υπήρχε η πανδημία, η είδηση θα είχε πέσει σαν βόμβα. Η Σουηδία, η παραδοσιακά πιο φιλομεταναστευτική χώρα, η οποία, όπως η Ελλάδα του Τσίπρα, άνοιξε το 2015 διάπλατα τις πόρτες της, προχωρά σε ψήφιση νέου μεταναστευτικού νόμου. Με εξαιρετικά αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις. Και μάλιστα με πρόταση των Σοσιαλδημοκρατών…
Το νομοσχέδιο παρουσιάστηκε στις 8 Απριλίου, με σκοπό την αντικατάσταση μιας προσωρινής νομοθεσίας, που είχε υιοθετηθεί το 2016 και έκτοτε παρατείνεται κάθε δύο χρόνια. Η τελευταία παράταση ισχύος λήγει φέτος. Μέχρι τώρα δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των κομμάτων προκειμένου να αποκτήσει μόνιμη ισχύ. Η παρουσίαση του νομοσχεδίου έγινε από τους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι στη Σουηδία συγκυβερνούν με τους Πράσινους.
Με τον μέχρι τώρα ισχύοντα νόμο, οι πρόσφυγες λαμβάνουν εφάπαξ μόνιμη άδεια διαμονής. Τώρα, η άδεια θα έχει τριετή διάρκεια και θα μετατρέπεται σε μόνιμη υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, καθώς επιβάλλονται συγκεκριμένες υποχρεώσεις στους πρόσφυγες: Γνώση σουηδικής γλώσσας, εξοικείωση με τον σουηδικό τρόπο ζωής και εξασφάλιση επαρκούς εισοδήματος για να μπορούν να διαβιώνουν στη χώρα.
Καθώς η γνώση της γλώσσας αποτελεί συνήθη πρακτική σε όλες τις χώρες – και στην Ελλάδα – αλλά δεν αποτελεί προϋπόθεση, δεν υπάρχει δηλαδή το στοιχείο της υποχρεωτικότητας, η Σουηδία δείχνει ότι προχωρά όχι μόνο ένα, αλλά πολλά βήματα μπροστά.

Εντύπωση προκαλεί ο ειδικός προσδιορισμός για εξοικείωση με τον σουηδικό τρόπο ζωής – στην Ελλάδα, βάσει της Νέας Εθνικής Στρατηγικής για την Ένταξη θα διδάσκεται ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής – αλλά και η απαίτηση από τον πρόσφυγα στον οποίο θα δίνεται άδεια διαμονής να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει εργασία και επομένως εισόδημα.
Σύμφωνα μάλιστα με τον νέο νόμο, η επανένωση των οικογενειών θα επιτρέπεται μόνο αν ο μετανάστης που διαμένει στην Σουηδία θα είναι σε θέση να προσφέρει τα προς το ζην στην υπόλοιπη οικογένεια.
Επιπλέον, θα είναι δυνατόν να δίνεται άδεια σε παιδιά και ενήλικες που προέρχονται από ιδιαίτερα τραυματικές εμπειρίες, αλλά εξαιρούνται όσοι βρίσκονται παράνομα στη χώρα. Μάλιστα, δεν θα δίνεται καμιά άδεια σε άτομα που έχουν επιδείξει παραβατική συμπεριφορά και έχουν καταδικαστεί.
Υπάρχει κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό: Άτομα με αναπηρία και αναλφάβητοι θα πρέπει να αποδείξουν πως προσπάθησαν να λάβουν μέρος στην εκπαίδευση, ακόμη και αν δεν τα κατάφεραν.
Και όχι μόνο αυτό! Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών οι πρόσφυγες θα δίνουν εξετάσεις κόστους 220 ευρώ – ο ενδιαφερόμενος θα καταβάλλει 2.000 κορώνες (175 ευρώ) και το κράτος θα συμμετέχει με 500 κορώνες (45 ευρώ).
Οι διαφωνίες παραμένουν
Αλλά ακόμη και η ειδική πρόνοια για τους πολύ ευάλωτους – κυρίως τα ασυνόδευτα ανήλικα με τραυματικές εμπειρίες – έχει προκαλέσει αντιδράσεις από κόμματα που κατά τα λοιπά είχαν δηλώσει ότι θα υπερψηφίσουν. Το Φιλελεύθερο Κόμμα, ήδη από τον περασμένο Φεβρουάριο απείλησε να αποσυρθεί από την διακομματική συμφωνία, ενώ το κεντροδεξιό Μετριοπαθές Κόμμα διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας ότι με αυτόν τον τρόπο παρέχεται ειδική μεταχείριση σε όσους ήταν ανήλικοι κατά την άφιξή τους στη Σουηδία το 2015.
Ωστόσο, στη Σουηδία παρατηρείται το φαινόμενο των παιδιών που έχουν προσβληθεί από το λεγόμενο «Σύνδρομο Παραίτησης». Πρόκειται για παιδιά που έχουν εντελώς αποσυρθεί από την ζωή, δεν κινούνται, βρίσκονται σε ένα είδος κώματος, κυρίως επειδή έχουν πέσει θύματα βίας τα ίδια ή οι γονείς τους. Έχουν καταγραφεί 169 τέτοια περιστατικά ανηλίκων που έφθασαν στη Σουηδία το 2015 και το 2016.
.jpg)
Φυσικά, το ακροδεξιό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών, έχει δηλώσει ότι θα καταψηφίσει, απαιτώντας ακόμη πιο αυστηρές διατάξεις. Ο αρχηγός του Τζίμι Άκεσον δήλωσε πως «οι Σοσιαλδημοκράτες «βρίσκονται στη δύσκολη θέση να πρέπει να ικανοποιήσουν συγχρόνως μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος και τις απαιτήσεις των Πράσινων». Προσθέτοντας με νόημα ότι «η προεκλογική εκστρατεία ξεκινά κάθε φορά νωρίτερα» – η Σουηδία θα πάει στις κάλπες τον Σεπτέμβριο του 2022.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ο νόμος προτείνεται από μια αριστερή κυβέρνηση, η οποία αντελήφθη πως η πολιτική του 2015 γιγάντωσε το αντιμεταναστευτικό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών, οι οποίοι βρέθηκαν στην τρίτη θέση.
Και τώρα ανακρούουν πρύμναν, ακολουθώντας εντελώς διαφορετική πορεία. Το 2015 η Σουηδία είχε δεχθεί 160.000 άτομα, ενώ έχει χορηγήσει άσυλο και άδειες για οικογενειακή επανένωση σε πάνω από 400.000 ανθρώπους.
Έτσι, ο υπουργός Δικαιοσύνης και Μετανάστευσης Μόργκαν Γιόχανσον πρότεινε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο επιστρατεύοντας τα ακριβώς αντίθετα επιχειρήματα από αυτά που ο ίδιος χρησιμοποιούσε το 2015, υποστηρίζοντας πως οι νέοι κανόνες ισχύουν ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
«Τους χρειαζόμαστε τώρα και θα τους χρειαστούμε πολύ περισσότερα τα επόμενα χρόνια», είχε πει το 2015.
Λογικές απαιτήσεις…
Αν ο νόμος ψηφιστεί, λοιπόν, δεν θα χορηγείται πλέον μόνιμη άδεια παραμονής, αλλά οι άδειες θα είναι τριετούς διάρκειας και θα μετατρέπονται σε μόνιμες μόνο αν ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας γνωρίζει την γλώσσα, έχει ενσωματωθεί στην σουηδική κοινωνία και – στην περίπτωση που ζητά να μεταφερθούν στη χώρα τα μέλη της οικογένειάς του στο πλαίσιο της επανένωσης – διαθέτει εισόδημα ικανό να ζήσει την οικογένειά του. Και όλα αυτά αν δεν έχουν καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα.
«Με αυτό το σχέδιο νόμου η Σουηδία παύει πλέον να είναι μαγνήτης αιτούντων άσυλο, όπως συνέβη το 2014 και το 2015», δήλωσε ο Σοσιαλδημοκράτης υπουργός Γιόχανσον, ο οποίος από το 2014 ως το 2017 είχε υπηρετήσει ως υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, πρώην δημοσιογράφος και εκδότης της σοσιαλδημοκρατικής ημερήσιας εφημερίδας Arbetet Nyheterna, δραστήριο μέλος της Σουηδικής Ανθρωπιστικής Ένωσης.

Όπως είπε «θεωρούμε ότι μια βασική γνώση της σουηδικής γλώσσας και κοινωνίας αποτελεί μια λογική απαίτηση».
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τον Νοέμβριο του 2019 οι Σουηδοί Δημοκράτες είχαν υποβάλει πρόταση μομφής κατά του Γιόχανσον, με την κατηγορία ότι η πολιτική του έχει αυξήσει την εγκληματικότητα στη χώρα. Τότε είχαν υπερψηφίσει και τα άλλα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης, το Μετριοπαθές Κόμμα και οι Χριστιανοδημοκράτες, συγκεντρώνοντας 151 ψήφους, χωρίς όμως να συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός των 175 ψήφων.
Η άνοδος της ακροδεξιάς
Τα τελευταία χρόνια η Σουηδία έχει αντιμετωπίσει αρκετές κυβερνητικές κρίσεις. Από το 2014, όταν ο κεντροαριστερός Στέφαν Λέβεν ανέλαβε για πρώτη φορά πρωθυπουργός και τέθηκε επικεφαλής της κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων, με ψήφο ανοχής από την αριστερά.
Η πρώτη εκείνη κυβέρνηση μειοψηφίας έπεσε μετά από τρεις μήνες, όταν δεν ψηφίστηκε ο προϋπολογισμός. Μια νέα προσφυγή στις κάλπες αποφεύχθηκε όταν τα κόμματα της μειοψηφίας προχώρησαν σε παραχωρήσεις όσον αφορά στο μεταναστευτικό. Όπως αποδεικνύεται εκείνες οι παραχωρήσεις οδήγησαν στην άνοδο της ακροδεξιάς που τώρα καταβάλλεται προσπάθεια να περιοριστεί.
Στις εκλογές του 2018, Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Αριστερά συγκέντρωσαν το 40,6% των ψήφων, η Κεντροδεξιά Συμμαχία το 40,1% και η ακροδεξιά έφθασε στο 17,8%!
Στην κυβέρνηση βρέθηκε για άλλη μια φορά η κοκκινοπράσινη κυβέρνηση μειοψηφίας, οπότε οι νόμοι ψηφίζονται ένας ένας. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν στάθηκε δυνατόν να επιβληθούν από την πρώτη στιγμή περιοριστικά μέτρα για την πανδημία. Χρειάστηκε να φθάσουμε στο περασμένο Φθινόπωρο ώστε τα περιοριστικά μέτρα να ψηφιστούν και από το Φιλελεύθερο Κόμμα.
Χάος στα σύνορα
Μετά από ένα καταστροφικό 2015, τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς ψηφίστηκε νόμος που επέτρεπε την επέκταση των ελέγχων ταυτότητας στα σύνορα, καθώς μέχρι τότε έλεγχος ταυτότητας επιτρεπόταν μόνο μέσα στα τρένα που συνδέουν την Κοπεγχάγη της Δανίας με το Μάλμε, στη νότια Σουηδία. Και αυτός ήταν ένας νόμος με περιορισμένη τριετή χρονική ισχύ.
Ήδη από τον Νοέμβριο του 2015 το 41% εμφανιζόταν, σύμφωνα με έρευνα, υπέρ μιας μείωσης του αριθμού των αδειών παραμονής που χορηγούνταν στη χώρα τους, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2015 το ποσοστό αυτό βρισκόταν μόλις στο 29%.
Άλλωστε, στις 4 Νοεμβρίου 2015 ο πρωθυπουργός είχε ανακοινώσει πως η Σουηδία θα ζητούσε από τους Ευρωπαίους εταίρους της να δεχτούν τη μετεγκατάσταση ορισμένων από τους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες που έφταναν κάθε μήνα στο έδαφός της. «Βρισκόμαστε πλέον σε μια ιδιαιτέρως τεταμένη κατάσταση», είχε πει.
Δύο μήνες νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 2015, η Φινλανδία είχε κατηγορήσει την κρατική σιδηροδρομική εταιρεία της Σουηδίας επειδή επέτρεψε σε αιτούντες άσυλο να ταξιδέψουν στη Φινλανδία και τη Νορβηγία χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την ταυτότητά τους – κάτι που είχε επιβεβαιώσει εκπρόσωπος των σουηδικών σιδηροδρόμων.
Από την πλευρά της, η Δανία είχε αντιδράσει επιτρέποντας σε εκατοντάδες πρόσφυγες να μετακινηθούν ελεύθερα στο έδαφός της με προορισμό τη Σουηδία, καθώς τις προηγούμενες ημέρες επικρατούσε χάος με τις αρχές να κλείνουν έναν αυτοκινητόδρομο και να διακόπτουν τη σιδηροδρομική σύνδεση με τη Γερμανία για να σταματήσουν την είσοδο χιλιάδων αιτούντων άσυλο.
Η αλήθεια είναι ότι στη Σουηδία αρκετοί έχουν ενσωματωθεί. Τον Οκτώβριο του 2020 πρώην πρόσφυγες οργάνωσαν εκδηλώσεις με σλόγκαν «Είμαι 2015» (παραπέμποντας στη χρονιά που έφθασαν στη χώρα) και αναδεικνύοντας πως πολλοί έχουν γίνει οδηγοί λεωφορείων, νοσοκόμοι, καλλιτέχνες – και, βέβαια, φορολογούμενοι.
Προφανώς, καμιά χώρα δεν μπορεί να αντέξει μεγάλο αριθμό ανθρώπων που ζουν με επιδόματα από τον κρατικό προϋπολογισμό – και οπωσδήποτε όχι η Ελλάδα.
Κάθε άλλο παρά τυχαία η Σουηδή Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων, Ίλβα Γιόχανσον, συνονόματη του υπουργού, δίνει μεγάλη έμφαση στην Ένταξη…
* Η Σοφία Βούλτεψη είναι Βουλευτής Β3 Νοτίου Τομέα Αθηνών, υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, δημοσιογράφος
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


