Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τι πραγματικά θα σημαίνει μια σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας

Δημοσιεύτηκε στις

Βραχυπρόθεσμα η στρατηγική του Ζελένσκι φαίνεται ότι αποδίδει. Στο εσωτερικό, επιδεικνύοντας τις πατριωτικές του αρετές, ενδυνάμωσε τη θέση του. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, κατάφερε να επαναφέρει το θέμα της χώρας του ξανά στο προσκήνιο, κερδίζοντας την έμπρακτη στήριξη των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και των συμμάχων στην ΕΕ

Γιάννης Γιωργαλλής

Κάθε ημέρα που περνάει, ολοένα και μεγαλώνει ο φόβος για μια γενικευμένη σύρραξη στην ανατολική Ουκρανία. Κίεβο και Ρωσία, φλερτάροντας φανερά πλέον με την ανοιχτή σύγκρουση, συγκεντρώνουν στρατεύματα και αλληλοκατηγορούνται για την κλιμάκωση της έντασης. Τη δυναμική τους παρουσία φροντίζουν να δείχνουν οι ΗΠΑ, εργαλειοποιώντας το εντεινόμενο κλίμα για να κτυπήσουν με κυρώσεις τη Ρωσία. Από την άλλη εξετάζεται κατά πόσον υπάρχει πραγματικός κίνδυνος πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών. Αν και δεν μπορεί να εξαχθεί αβίαστα μια απάντηση, μια προσεκτική ανάλυση των εσωτερικών ζητημάτων της Μόσχας και του Κιέβου δίνει μιαν ασφαλέστερη εικόνα των επιδιώξεών τους. «Καταφύγιο» ή ίσως και μονόδρομος για την Ουκρανία αποτελεί το ενδεχόμενο της ένταξής της στο ΝΑΤΟ. Σε διαφορετική περίπτωση, η σύγκριση της στρατιωτικής ισχύος των δύο χωρών δείχνει πόσο απαγορευτική είναι για την Ουκρανία μια ένοπλη σύγκρουση.

Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος γενικευμένης σύρραξης

Οι κινήσεις τόσο από πλευράς Ρωσίας όσο και από πλευράς Ουκρανίας δεν είναι εύκολα ερμηνεύσιμες από τους ειδικούς, οι οποίοι παραμένουν διχασμένοι ως προς τις προβλέψεις τους για το εάν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ευρείας κλιμάκωσης στην περιοχή ή εάν πρόκειται για παιχνίδια εντυπώσεων.

Η σχολή σκέψης που υποστηρίζει ότι η Ρωσία επιδιώκει την πρόκληση μιας γενικευμένης σύρραξης στηρίζεται στο στοιχείο τής συγκέντρωσης ρωσικών στρατευμάτων στην ανατολική Ουκρανία. Εάν θέλουμε να μιλήσουμε με νούμερα, μέχρι στιγμής το Κρεμλίνο μετακίνησε περίπου 40.000 στρατιώτες, άρματα μάχης και πυραύλους, αλλά εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι «κανείς δεν σχεδιάζει να πάει σε πόλεμο».

Στο επιχείρημα των Ρώσων αξιωματούχων ότι αυτές οι μετακινήσεις οφείλονται σε στρατιωτικές ασκήσεις, μερίδα αναλυτών επικαλούνται ερασιτεχνικά βίντεο, που δείχνουν μεταφορά στρατιωτικού προσωπικού κοντά στη δυτικότερη πόλη της Ρωσίας, το Voronezh, 250 χλμ. ανατολικά της Ουκρανίας και αρμάτων μάχης στα νοτιοδυτικά της περιοχής Krasnodar.

Υπάρχουν επίσης φωτογραφίες από δορυφόρους, οι οποίες δείχνουν την ανάπτυξη των ρωσικών στρατευμάτων σε αρκετές περιοχές και ενισχύουν την πεποίθηση ότι οι προετοιμασίες για πόλεμο βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Ακόμα και αν η Ρωσία δεν σχεδιάζει να αρχίσει τον πόλεμο αύριο, τουλάχιστον δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να γίνει εφικτός στο άμεσο μέλλον.

Γιατί θεωρείται απομακρυσμένο το σενάριο της εισβολής

Από την άλλη, άτομα που γνωρίζουν καλά το ουκρανικό ζήτημα θεωρούν απομακρυσμένο σενάριο μια ενδεχόμενη εισβολή της Ρωσίας στην ανατολική Ουκρανία. Μάλιστα, αποδίδουν αυτήν την κινητοποίηση και των δύο πλευρών στα εσωτερικά ζήτημα της Ρωσίας, των ΗΠΑ και της Ουκρανίας.

Ειδικότερα, όσον αφορά τη Ρωσία, ο Πούτιν βλέπει τα ποσοστά του να βουλιάζουν κάτω από το βάρος της πανδημίας και των κινητοποιήσεων σε όλη τη χώρα υπέρ του Αλεξέι Ναβάλνι, λίγους μόνο μήνες πριν από τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών.

Μέσα στα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει όμως ο Πούτιν είναι και η ασφυκτική εξωτερική πίεση, που ήδη άρχισε δέχεται από τις ΗΠΑ. Ο Μπάιντεν με την είσοδό του στον Λευκό Οίκο αναβάθμισε τη Ρωσία σε υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα για τη χώρα του. Δεν δίστασε να αποκαλέσει τον Πρόεδρο της Ρωσίας «φονιά», να επιβάλει κυρώσεις και να κυνηγήσει τα εθνικά συμφέροντα του αντιπάλου του, όπως τον αγωγό Nord Stream II.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, άμεσα συνυφασμένο με τις ΗΠΑ, εξετάζονται οι σχέσεις της Ρωσίας με την ΕΕ, οι οποίες βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο. Η «ειδική» σχέση με τη Γερμανία βρίσκεται πλέον σε κρίση, ενώ ο ανύπαρκτος διάλογος με τη Γαλλία έχει παγώσει, με τους αναλυτές να συνδέουν αυτές τις εξελίξεις με τη μετακίνηση του Μπάιντεν προς τις Βρυξέλλες και την προσπάθεια υιοθέτησης κοινών πολιτικών έναντι της Μόσχας.

Πάντως, ο επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, Τοντ Γουόλτερς, εκτίμησε ότι ο κίνδυνος μιας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία εντός των επόμενων εβδομάδων είναι «χαμηλός έως μεσαίος». Ο Γουόλτερς πρόσθεσε ότι οι πιθανότητες εισβολής, μετά τις επόμενες λίγες εβδομάδες, θα εξαρτηθούν από έναν αριθμό παραγόντων, όμως, με βάση την τρέχουσα πορεία και τη διάταξη των ρωσικών δυνάμεων, η πιθανότητα αυτή θα αρχίσει να μειώνεται.

Οι επιδιώξεις της Ουκρανίας

Επτά χρόνια μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στην προσάρτηση της Κριμαίας, η Ουκρανία παραμένει μια χώρα με σημαντικά προβλήματα. Οικονομικά, το ΑΕΠ της παραμένει κάτω από το 20% σε σχέση με το 2014. Πολιτικά δεν έχει καταφέρει να βρει την ισορροπία μεταξύ των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Από το 2019 το «άστρο» του Βολοντίμιρ Ζελένσκι άρχισε να ξεθωριάζει, πληρώνοντας τα δυσεπίλυτα προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα.

Σύμφωνα με τη ρωσική θεώρηση για τα αίτια της σύγκρουσης, την ανάφλεξη της σύγκρουσης πυροδότησε ο Ζελένσκι, ο οποίος άρχισε μια εκστρατεία κατά της ρωσόφωνης αντιπολίτευσης, κλείνοντας τηλεοπτικούς σταθμούς και διώκοντας πολιτικούς του αντιπάλους. Επιπρόσθετα, αναβάθμισε το Εθνικό και Αμυντικό Συμβούλιο στην κορυφή της Ουκρανικής Κυβέρνησης, εγκρίνοντας στρατηγικό σχέδιο για «επιστροφή των εδαφών που κατακτήθηκαν παράνομα από τη Ρωσία και ετοιμότητα για πιθανή κλιμάκωση της έντασης».

Επιπρόσθετα, τον Φεβρουάριο ο Ουκρανός Πρόεδρος διέταξε τη μετακίνηση στρατιωτών και βαρέων όπλων κοντά στην εμπόλεμη ζώνη στο Ντονμπάς, κίνηση η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από τη Μόσχα. Αν και γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα μπορούσε να κερδίσει έναν άμεσο πόλεμο με τη Ρωσία, δεν αποκλείεται να επιδιώκει με αυτές τις κινήσεις να προκαλέσει την αντίδραση των δυτικών υποστηρικτών της Ουκρανίας και να επιδεινώσει περαιτέρω τις σχέσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ με τη Μόσχα. Ουσιαστικά, με βάση αυτήν τη θεώρηση, το Κίεβο προσπαθεί να παρουσιαστεί εκ νέου ως το θύμα της ρωσικής επιθετικότητας και ως το κράτος ανάχωμα για την περαιτέρω εξάπλωση της Ρωσίας προς την Ευρώπη.

Βραχυπρόθεσμα η στρατηγική του Ζελένσκι φαίνεται ότι αποδίδει. Στο εσωτερικό επιδεικνύοντας τις πατριωτικές του αρετές, ενδυνάμωσε τη θέση του. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, κατάφερε να επαναφέρει το θέμα της χώρας του ξανά στο προσκήνιο, κερδίζοντας την έμπρακτη στήριξη των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και των συμμάχων στην ΕΕ. Μάλιστα, αφού «ο τροχός γυρίζει», δεν παρέλειψε να επαναφέρει το αίτημα για ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.

Η εναλλακτική οδός

Πριν από 13 χρόνια στη διάσκεψη του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι είχε αποφασίσει ότι μελλοντικά η Ουκρανία και η Γεωργία, και τα δύο κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, θα εντάσσονταν στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.

Εντούτοις, οι φόβοι του ανοιχτού ανταγωνισμού με τη Ρωσία και η περιφερειακή αστάθεια εμπόδισαν τελικά την ένταξη αυτών των χωρών στο ΝΑΤΟ. Ανάλυση του Foreign Policy εξετάζει τι θα άλλαζε για την Ουκρανία, εάν εντασσόταν στους κόλπους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Αναλυτές υποστηρίζουν ότι το ΝΑΤΟ για να αποφύγει την επανάληψη όσων έχουν συμβεί τόσο στην Ουκρανία όσο και στην Γεωργία, θα πρέπει να διαμορφώσει την «αντιρωσική» του στρατηγική όχι για τις δύο αυτές χώρες αλλά μαζί τους. Γι’ αυτό υποστηρίζουν ότι η επιτάχυνση της ένταξης της Ουκρανίας στη Συμμαχία θα πρέπει να είναι ένα από τα βασικά στοιχεία στρατηγικής που θα διαμορφωθεί, ώστε να λειτουργήσει και ως δίοδος του δυτικού δημοκρατικού συστήματος στον μετα-σοβιετικό χώρο.

Θεωρούν λάθος την τρέχουσα προσέγγιση του ΝΑΤΟ απέναντι στην Ουκρανία, αφού βασίζεται στη βαθύτερη ολοκλήρωση με αντάλλαγμα περισσότερες μεταρρυθμίσεις, αλλά παραγνωρίζει την τεράστια δυναμική του Κρεμλίνου. Υποστηρίζουν ότι η Μόσχα έχει το δικό της γεωπολιτικό σχέδιο για την περιοχή και το εφαρμόζει συστηματικά από το 1991.

Οι διαφορές στην στρατιωτική ισχύ

Όταν άρχισε η σύγκρουση μεταξύ του κυβερνητικού στρατού και των αυτονομιστών το 2014, οι Ουκρανοί στρατιώτες πολεμούσαν με «κουρελιασμένα παπούτσια και δανεικά αλεξίσφαιρα γιλέκα», δρώντας κάτω από τις διαταγές μιας άπειρης στρατιωτικής διοίκησης.

Αν και σήμερα ο ουκρανικός στρατός θεωρείται καλύτερα εκπαιδευμένος και πιο στελεχωμένος, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια ευρείας κλίμακας ρωσική επίθεση. Ο ειδικός σε θέματα άμυνας, Yuriy Butusov, υποστηρίζει ότι θα κατάφερνε μεν ισχυρά πλήγματα στη Μόσχα αλλά θα δεχόταν ταπεινωτική ήττα λόγω της μεγάλης διαφοράς στη στρατιωτική ισχύ και των δομικών προβλημάτων στην οργάνωση του στρατού της.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Politico, η Ουκρανία ξόδεψε το 3,4% του ΑΕΠ της σε αμυντικές δαπάνες το 2019, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2014 ήταν μόλις 2,2%. Το ποσοστό της Ρωσίας για αμυντικές δαπάνες ήταν 3,9% του ΑΕΠ, αλλά μόνο εάν εξετάσουμε την αναλογία σε δολάρια, διαφαίνεται η τεράστια διαφορά. Το 3,4% της Ουκρανίας αντιστοιχεί σε 5,2 δισεκατομμύρια, ενώ το 3,9% της Ρωσίας σε 65 δισεκατομμύρια δολάρια.

Πλέον, η Ουκρανία διαθέτει περίπου 255.000 ενεργούς στρατιώτες και 900.000 εφέδρους, σύμφωνα με το Global Firepower Index. Στη Ρωσία ο ενεργός στρατός αριθμεί σε ένα εκατομμύριο μέλη, ενώ διαθέτει άλλα δύο εκατομμύρια εφέδρους.

Την ίδια ώρα, η Ουκρανία κατατάσσεται 13η στον κόσμο όσον αφορά τα άρματα μάχης (2.430) και έβδομη στα τεθωρακισμένα οχήματα (11.435). Από την άλλη, η Ρωσία κατατάσσεται πρώτη σε άρματα μάχης (13.000) και τρίτη σε τεθωρακισμένα (27.100).

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Άμυνα29 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Δημοφιλή