Ιστορία - Πολιτισμός
Ἡ μάχη τῆς Ἀλαμάνας
Γράφει ὁ Φώτιος Σταυρίδης
Στίς ἀρχές Ἀπριλίου 1821, ἡ Ἀνατολική Στερεά φλεγόταν. Ὁ μοναδικός ὁπλαρχηγός πού δίσταζε νά ξεκινήσει ἦταν ὁ Μῆτσος Κοντογιάννης ἀρματολός τοῦ Πατρατζικίου (Ὑπάτης). Ὁ Διάκος μέ τόν Δυοβουνιώτη καί τόν Πανουργιᾶ προσπάθησαν ἐπανειλημμένως νά τόν μεταπείσουν, ἀλλά μάταια. Τελικά μετά ἀπό τήν πίεση τῶν ἀνηψιῶν του ὁ Κοντογιάννης ἀποφάσισε νά συνεργαστεῖ καί ἕνωσε τίς δυνάμεις του μέ τούς τρεῖς κλεφταρματολούς. Στίς 18 Ἀπριλίου οἱ Ἕλληνες μέ κεφαλές τούς Διάκο, Πανουργιᾶ, Δυοβουνιώτη, Δημήτρη Καλύβα, Μπακογιάννη, Μῆτσο Κοντογιάννη, Ἀνδρίκο Σαφάκα καί Κομνᾶ Τράκα ἐπιτέθηκαν στήν Ὑπάτη (Νέαι Πάτραι). Δυστυχῶς εἶχε χαθεῖ πολύτιμος χρόνος. Ἤδη πολυάριθμα τουρκικά στρατεύματα πλησίαζαν τίς ἐπαναστατημένες περιοχές.
Πράγματι ὁ Χουρσίτ πασᾶς, μαθαίνοντας στά Ἰωάννινα τίς πολεμικές κινήσεις τῶν γκιαούρηδων, διέταξε τόν Κιοσέ Μεχμέτ νά κατέβει ἐπικεφαλῆς ἰσχυρῶν στρατευμάτων στήν Πελοπόννησο διά μέσου τῆς Βοιωτίας καί τοῦ Ἰσθμοῦ καί νά καταστείλει ἀμέσως τήν ἐπανάσταση. Τόν Κιοσέ Μεχμέτ συνόδευσε καί ὁ Ὀμέρ Βρυώνης, ὁ ὁποῖος εἶχε μόλις διοριστεῖ πασάς στό Βεράτιον τῆς Βορείου Ἠπείρου. Στίς 17 Ἀπριλίου οἱ δύο πασᾶδες ἔφθασαν στό Λιανοκλάδι δυτικά της Λαμίας καί οἱ φωτιές πού ἄναψαν οἱ ὀκτώ χιλιάδες ἄντρες τους μαρτυροῦσαν τήν παρουσία ἰσχυροῦ στρατεύματος. Ἄρον – ἄρον οἱ ἐπαναστάτες ἐγκατέλειψαν τό Πατρατζίκι (Ὑπάτη) καί ἔφυγαν γιά τούς Κομποτάδες.
«Ἐπειδή ὁ Χουρσήτ πασᾶς εἶχε καταπιαστεῖ μέ τήν πολιορκία τοῦ Ἀλῆ Τεπελενλῆ στά Γιάννενα καί δέν τοῦ ἦταν βολετό ὁ ἴδιος νά κατηφορίσει στόν ἐπαναστατημένο Μοριᾶ νά σώσει τούς θησαυρούς του καί τά χαρέμια του πού κινδύνευαν, ἔστειλε τόν κεχαγιά του, Κιοσέ Μεχμέτ μέ ὀχτώ χιλιάδες διαλεχτούς ἄντρες. Θά τόν ἀκολούθαγε κι’ ὁ Ὀμέρ Βρυώνης, πασᾶς τοῦ Μπερατιοῦ. Ὁ Βρυώνης ἦταν πασᾶς βαθμοῦ δύο “ἱππουριτῶν” – ἀλογοουρές – γιά τοῦτο ὁ Χουρσήτ ἀναγκάστηκε νά βάλει τόν Κιοσέ Μεχμέτ “ἀνθ’ ἑαυτοῦ καί βαλήν τῆς Πελοποννήσου”, πού ἦταν ἀνώτερος, δηλαδή πασᾶς μέ τρεῖς ἀλογοουρές.
Φεύγοντας ἀπ’ τά Γιάννενα – 9 τοῦ Ἀπρίλη 1821 – ὁ Μεχμέτ θά σύναζε τέσσερες χιλιάδες Κονιάρους τῆς Θεσσαλίας καί Σαρικιούληδες τῆς Μακεδονίας, φημισμένους καβαλλάρηδες τῆς ἐποχῆς. Τή δύναμη αὐτή ἀκολουθάγανε κι’ οἱ ἀρχηγοί τῶν Τουρκαρβανιτάδων, ὁ Τελεχά μπέης, ὁ Χασᾶν Τομαρίτσας κι’ ὁ Μεχμέτ Τσάπαρης. Ἡ ψυχή ὅμως σ’ ὅλο τό ὀρδί ἦταν ὁ Ὀμέρ Βρυώνης.»
Τάκης Λάππας – Οἱ Ρουμελιῶτες στήν Ἐπανάσταση
Ὁ πραγματικός ἀρχηγός τῆς ἐκστρατείας ἦταν ὁ Ἀλβανός Ὀμέρ Βρυώνης, ὁ ὁποῖος γνώριζε τόσο τά ἐδάφη ὅσο καί τούς Ἕλληνες ἀρματολούς ἀπό τήν ἐποχή πού ὑπηρετοῦσαν μαζί τόν Ἀλή τῶν Ἰωαννίνων. Ὁ Ὀμέρ Βρυώνης γνώριζε ἄπταιστα ἑλληνικά ἀφοῦ προερχόταν ἀπό ἐξισλαμισθείσα χριστιανική οἰκογένεια. Οἱ πρόγονοί του ἦταν Βυζαντινοί πρίγκηπες, οἱ ὁποῖοι μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης βρῆκαν καταφύγιο στή Βόρειο Ἤπειρο.
Στό μεταξύ, οἱ ὁπλαρχηγοί ἔκαναν μία σύσκεψη στούς Κομποτάδες, χωριό πού βρίσκεται νότια ἀπό τό Ζητούνι (Λαμία). Ἐκεῖ κάτω ἀπό τέσσερα θεόρατα πλατάνια τά ὁποῖα οἱ ντόπιοι ὀνόμαζαν “τά τέσσερα ἀδέλφια”, ἔγινε πολεμικό συμβούλιο. Ὁ Δυοβουνιώτης πρότεινε νά μήν χωρίσουν τίς δυνάμεις τους, ἀλλά ὅλοι μαζί νά ἀντιμετωπίσουν τόν ἐχθρό στόν Γοργοπόταμο. Δυστυχῶς ἡ ἄποψη τοῦ ἀρματολοῦ ἀπό τά “Δύο Βουνά” τῆς Οἴτης δέν εἰσακούστηκε. Ὁ Διάκος ἐπέμενε νά χωρίσουν τίς δυνάμεις τους καί νά κλείσουν τά περάσματα πού ὁδηγοῦσαν στίς ἐπαναστατημένες περιοχές.
«Οἱ ἐν Κομποτάδαις συνηγμένοι ὁπλαρχηγοί, πρίν νά σκεφθῶσι τότε περί τοῦ μέλλοντος κινήματος ἑαυτῶν, κατά πρῶτον ἔλαβον λόγον ὑπ’ ὄψιν τήν ἐκ τῶν ἑνόντων ἀσφάλειαν τῶν κινηθεισῶν ἐπαρχιῶν, ὡς ἐπαπειλουμένην ἔξωθεν, καί ἀναγκαίαν εὗρον διατάξαντες τήν ἄμεσον ἐξάλειψιν ὅλων τῶν παραδεδομένων Τούρκων τῆς Ἀμφίσσης, Δωρίδος, Λεβαδείας, Λοκρίδος καί Ὀποῦντος. Ἀπόφασις τοιαύτη κρίνεται βεβαίως καί παράσπονδος καί σκληρά, λαμβανομένης ὅμως ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐποχῆς, ὡς καί τοῦ ἠθικοῦ τῶν Τούρκων, ὠμολόγηται ἐξ ἐναντίας ἔργον ἀπολύτου ἀνάγκης.»
Ἰωάννης Φιλήμων – Ἑλληνική Ἐπανάσταση
Οἱ ἀρματολοί ἀρχηγοί, ἀφοῦ ἔδωσαν ἐντολή νά ἐκτελεστοῦν ὅλοι οἱ ἄνδρες Τοῦρκοι αἰχμάλωτοι πού εἶχαν παραδοθεῖ ἀπό τίς προηγούμενες μάχες, ἔπιασαν τά περάσματα. Τή σκληρή καί βάρβαρη αὐτή ἀπόφαση τήν πῆραν γιά νά μήν ἔχουν ἐχθρική ἀπειλή στά μετόπισθεν. Ὁ Πανουργιᾶς μέ ἑξακόσιους ἄντρες κατέλαβε τά χωριά Μουσταφάμπεη (Ἡράκλεια Φθιώτιδος) καί Χαλκωμάτα. Μαζί του ἦταν ὁ Παπανδρέας Κοκκοβιστιανός, ὁ Ἐπίσκοπος Σαλώνων Ἠσαΐας καί ὁ Κομνᾶς Τράκας. Ὁ Δυοβουνιώτης μέ τετρακόσιους περίμενε στόν Γοργοπόταμο ἐνῶ ὁ Διάκος μέ πεντακόσιους ὀχυρώθηκε στή γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας.

Στήν Ἀλαμάνα (Σπερχειός ποταμός) ἄρχισε νά βρέχει καί ὁ Διάκος ἤλπιζε ὅτι τό βαλτωμένο χῶμα θά ἐμπόδιζε τίς κινήσεις τοῦ ἐχθροῦ. Ἀφοῦ γέμισε τόν τόπο κοφτερά παλούκια γιά νά ἐμποδίσει τό τουρκικό ἱππικό νά προελάσει, ἄρχισε νά μιλάει στούς ἄντρες του καί γιά νά τούς ἐμψυχώσει τούς ἔδειξε τίς Θερμοπύλες ὅπου πρίν ἀπό δύο χιλιάδες χρόνια οἱ τριακόσιοι Σπαρτιάτες τοῦ Λεωνίδα εἶχαν προσπαθήσει νά σταματήσουν τούς χιλιάδες Πέρσες. Στά ἴδια ματωμένα χώματα θά ἔμεναν καί οἱ τριακόσιοί του Διάκου γιά νά πολεμήσουν τούς χιλιάδες Τούρκους.
Στίς 23 Ἀπριλίου 1821, φάνηκε ἡ στρατιά τοῦ Ὀμέρ Βρυώνη, ἡ ὁποία μέ ὅλες τίς δυνάμεις της προσέβαλε καί διέλυσε εὔκολα τό σῶμα τοῦ Δυοβουνιώτη, ὁ ὁποῖος ἀποτραβήχτηκε στήν ὀρεινή θέση Δέμα καί ἀπό ἐκεῖ διαλύθηκε. Ὁ Μῆτρος Βάγιας ἦταν μεταξύ τῶν Ἑλλήνων πού σκοτώθηκαν κατά τήν ὀπισθοχώρηση τοῦ Δυοβουνιώτη. Στή συνέχεια ὁ Ὀμέρ Βρυώνης διέταξε τόν Χασᾶν Τομαρίτσα καί τόν Μεχμέτ Τσαπάρη νά ἐπιτεθοῦν στό Μουσταφάμπεη. Ἐκεῖ οἱ λίγοι ἄνδρες τοῦ Κομνᾶ Τράκα καί τοῦ Παπαντρέα ἀπό τά σπίτια πού ἦταν ὀχυρωμένοι ἀντιστάθηκαν σθεναρά μέ ἀποτέλεσμα οἱ Τοῦρκοι νά ἀποσυρθοῦν καί νά στραφοῦν πρός τή Χαλκωμάτα ὅπου βρισκόταν ὁ Πανουργιᾶς.
«Σάν δόθηκε τό σύνθημα, οἱ Τουρκαρβανίτες ξεχύθηκαν κατά τῆς Χαλκωμάτας ὅσο μπορούσανε πιό ἄγρια. Γιά νά κιοτέψουν τούς Ἕλληνες, τό ντουφεκίδι τούς συμπλήρωναν μέ φωνές καί σφυρίγματα. Τοῦ Πανουριᾶ ὅμως τά λιγοστά παλληκάρια δέν δειλιάζουν. Τούς δέχονται μ’ ἀπανωτές μπαταριές. Ἀντιστέκονται ἡρωϊκά μ’ ὅλο πού ὁ ἐχθρός εἶναι ἀσύγκριτα πιό πολύς. Μά ἡ καλή θέληση δέν φτάνει. Ἡ ἐχθρική κατεβασιά εἶναι τόσο μεγάλη πού δέν μποροῦν νά τήν κρατήσουν.
Φοβισμένοι οἱ Ἕλληνες φεύγουν ἀνάμεσα ἀπ’ τά πυκνά χαμόκλαδα καί τίς κουμαριές, ἀνεβαίνοντας πρός τά ψηλώματα τοῦ Καλλίδρομου. Ξωπίσω τούς οἱ Τουρκαρβανίτες τούς κυνηγᾶνε μέ πεῖσμα. Ὁ ἴδιος ὁ Πανουριᾶς φεύγει λαβωμένος. Ὅμοια καί ὁ Γιάννης Μαμούρης πού ἦταν κοντά του. Τή στιγμή κείνη πέφτει κι’ ὁ Δεσπότης Σαλώνων Ἠσαΐας. Τήν ἴδια τύχη μέ τό δεσπότη εἶχε κι’ ὁ ἀδελφός του πάπα Γιάννης κι’ ἕνας ἀνηψιός του.»
Ρουμελιῶτες στήν Ἐπανάσταση τοῦ Τάκη Λάππα
Μετά καί ἀπό τήν συντριβή τοῦ Πανουργιᾶ, οἱ δύο τουρκικές στρατιές τοῦ Ὀμέρ Βρυώνη καί τοῦ Κιοσέ Μεχμέτ στράφηκαν πρός τήν Γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας καί τά Πουριά ὅπου περίμενε ὁ Διάκος μέ πεντακόσιους ἄνδρες.
«Πλησιάσαντες λοιπόν οἱ ἐχθροί ἀντίκρυ τῆς γέφυρας καί συσσωματωθέντες εἰς σχῆμα κυκλοειδές, ἠκροάζοντο μετ’ ἄκρας ἡσυχίας καί κατανύξεως τήν πρόν τόν Ἀλλάχ παράκλησιν, τήν ὁποίαν ἀνεγίνωσκον τουρκιστί οἱ δερβισάδες. Τελειωθείσης δέ τῆς παρακλήσεως ὤρμησαν κατά τῶν Ἑλλήνων.
Ὁ Διάκος ὅμως διέταξε προλαβόντως νά φυλάττωσι καλῶς τάς θέσεις καί νά μή τολμήση τίς νά πυροβολίση πρίν ὁ ἴδιος δώση τό σημεῖον μέ τήν ἐκκένωσιν τοῦ ἰδίου τοῦ ὅπλου, ἀπεχόντων δέ τῶν ἐχθρῶν σχεδόν δέκα βημάτων, ἄρχισαν νά πυροβολίζωσι κατ’ αὐτῶν εὐστόχως καί ἀδιακόπως, ὥστε ἡ μάχη ἐγίνετο πεισματώδης ἀμφοτέρωθεν.
Μετά μιᾶς ὥρας σκληρᾶς καί αἱματώδης μάχης, μή δυνάμενοι νά διαβῶσιν, ἔστρεψαν τά νῶτα συμφώνως, ἐπανέλθοντες εἰς τόν πρῶτον τόπον τῆς προσευχῆς. Ὁ Βρύονης ὀργισθεῖς κατά τῶν ὁπλαρχηγῶν του καί ὑβρίσας τό στράτευμα διά τήν κατησχημένην ἐπιστροφήν του, ὤρμησε ὁ ἴδιος προσωπικῶς μετά διακοσίων σωματοφυλάκων, οἱ δέ στρατιῶται κεντούμενοι ἀπό φιλοτιμίαν καί καταισχύνην προέδραμον ἐκείνου καί οὕτως ἡ μάχη ἐσυγκροτεῖτο μέ περισσότερον πεῖσμα.»
Πολεμικά διαφόρων μαχῶν Χριστοφόρου Περραιβοῦ
Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπό τούς μαχητές τοῦ Διάκου τόν ἐγκατέλειψαν μπροστά στόν μεγάλο ἀριθμό τῶν Τουρκαλβανῶν καί τελικά ὁ ἀρχηγός βρέθηκε νά πολεμάει μόνος του μέ 48 συντρόφους του. Σέ κάποια στιγμή ἔστειλε τόν Καλύβα καί τόν Μπακογιάννη νά ἐνισχύσουν τή μικρή φρουρά πού βρισκόταν σέ ἕνα χάνι δίπλα ἀπό τή γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας.
Ὁ πιστός του σεΐζης (ἱπποκόμος) Ρουμάνης, τόν ὁποῖο τόν λέγανε καί Μπισμπιρίγκο ἐπειδή ἦταν μικρόσωμος, τοῦ ἔφερε τή φοράδα του τήν Ἀστέρω γιά νά τήν καβαλλήσει ὁ καπετάνιος του καί νά φύγει. “Ὁ Διάκος δέν φεύγει”, ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ τριαντατριάχρονου Κλέφτη καί ἀφοῦ κτύπησε τό ζῶο στά καπούλια γιά νά φύγει, προέτρεψε τόν ὑπηρέτη του νά φύγει κι αὐτός. Καί ἐνῶ τόσα ἐμπειροπόλεμα παλληκάρια εἶχαν ἐγκαταλείψει τόν ἀρχηγό τους, ὁ κοντός καί ἀδύναμος ὑπηρέτης ἔμεινε γιά νά πεθάνει μαζί του.
«Οἱ Ἀλβανοί ἀρχίζουν νά ζυγώνουν τά Πουριά, τό μέρος πού βρίσκεται ὁ ἀρχηγός. Κι ἀπ’ τή φυσική του κατασκευή ὁ τόπος κι ἀπ’ τήν ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων δέν εἶναι εὔκολο στούς Ἀλβανούς νά τό πατήσουν.
– Κώστα, πόσοι ἔχουμε ἀπομείνει;
– Δεκαοκτώ μείναμε Θανάση.
Ὁ ἐχθρός ἀρχίζει νά τριγυρίζει τόν λόφο τῶν Πουριῶν. Πιό πολλά εἶναι τά βόλια παρά ἡ βροχή πού πέφτει πάνω στούς Ἕλληνες. Ἀπό τούς δεκαοκτώ πού ἀπόμειναν, πρῶτος πέφτει ὁ ἡγούμενος τῆς Δαμάστας Νεόφυτος. Ὁ Διάκος σέ κείνη τή στιγμή πετάει τό ντουφέκι του. Τοῦ ἦταν ἄχρηστο ἀπό βλάβη. Πιό κεῖ ἦταν ἕνα παλληκάρι του, ὁ Δημήτρης Τσαμαλῆς. Ἁρπάζει τό ντουφέκι τοῦ ἀρχηγοῦ του καί καταφέρνει κρυφά νά φύγει καί νά γλυτώσει μέσα στά κλαριά.
Βόλι βρίσκει τόν Κώστα Μασαβέτα στό κεφάλι καί τόν σωριάζει νεκρό, χωρίς νά προκάνει νά πεῖ λέξη. Ὁ Θανάσης πού βρίσκεται πλάϊ, σέρνει τό κουφάρι τοῦ ἀδελφοῦ του μπροστά τοῦ λέγοντας μέ θλίψη:
– Κατακαϋμένε Κώστα! Τί κακά μαντάτα θά πάρει αὔριο ἡ μάνα μας!
Τό κουφάρι τοῦ ἀδελφοῦ του τό βάζει μπροστά του. Κλέφτης παλιός ὁ Διάκος, ἤθελε νά κρατήσει τήν παράδοση. Ἄν γλύτωνε αὐτός θά ἔκοβε τό κεφάλι τοῦ ἀδελφοῦ του καί θά τό ἔπαιρνε γιά νά μήν πέσει στοῦ ἐχθροῦ τά χέρια.»
Ὁ ἥρωας τῆς Ἀλαμάνας τοῦ Τάκη Λάππα
Ὁ Διάκος κουβαλώντας τό πτῶμα τοῦ ἀδελφοῦ του Κώστα, κατόρθωσε νά φτάσει μέχρι τά Μανδροστάματα τῆς μονῆς τῆς Δαμάστας, πού ὑπῆρχαν βράχοι γιά νά ὀχυρωθεῖ. Ἀλλά δέν τοῦ ἔμειναν, πλέον παρά δέκα ἄνδρες. Ὁ Διάκος μέ ἀχρηστευμένο τό δεξί χέρι, λόγω τραυματισμοῦ στόν ὦμο ἀπό βόλι, κρατοῦσε τό σπαθί του πού εἶχε κι αὐτό σπάσει, μέ τό ἀριστερό καί μαχόταν μέ πεῖσμα. Δέν τοῦ ἔμεινε παρά μόνο ἡ λαβή.
Λέγεται ὅτι ζήτησε σάν τόν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο νά τοῦ πάρει τό κεφάλι κάποιος Χριστιανός. Ἀλλά εἶχε ἀπομείνει πλέον ὁλομόναχος. Γύρω, οἱ συντροφοί τοῦ κείτονταν νεκροί. “Προσκύνα Διάκο τόν πασᾶ νά σώσης τή ζωή σου.” Καί ἡ παράδοση βάζει στό στόμα τοῦ Διάκου τά λόγια: “Ὅσο εἴν’ ὁ Διάκος ζωντανός πασᾶ δέν προσκυνάει”.
Ἔπεσαν τότε πάνω τοῦ πέντε Τουρκαλβανοί (Ἀλβανοί μουσουλμάνοι) καί τόν ἔπιασαν ζωντανό. Ὁ Βασίλης Μποῦσγος πού μαχόταν στό πλευρό τοῦ κατάφερε νά ξεφύγει ἀνάμεσα στούς ἐχθρούς. Ὁ Διάκος ἦταν σέ τέτοια ἄθλια κατάσταση πού δέν μποροῦσε νά περπατήσει καί τόν φόρτωσαν ἁλυσοδεμένο πάνω σέ μουλάρι. Τότε φώναξε στά παλληκάρια πού πολεμοῦσαν στό χάνι: “Καλύβα, Μπακογιάννη, 10000 μέ κρατοῦν”. Τέσσερα παλληκάρια ἄνοιξαν τήν πόρτα τοῦ πανδοχείου, τράβηξαν τά σπαθιά τους καί ὅρμησαν μέσα ἀπό τούς Τούρκους γιά νά σώσουν τόν καπετάνιο τους. Δέν τά κατάφεραν καί ἔγιναν κομμάτια ἀπό τίς σπαθιές τῶν βαρβάρων.
Ὁ Διάκος μεταφέρθηκε στό στρατόπεδο τῶν Ὀθωμανῶν, ὅπου ὁδηγήθηκε μπροστά στόν Ὀμέρ Βρυώνη καί τόν Κιοσέ Μεχμέτ. Τριγύρω οἱ Τοῦρκοι καί οἱ Ἀλβανοί φώναζαν χαρούμενοι καί ἀδείαζαν τά ντουφέκια τους στόν ἀέρα. Τά τουμπερλέκια καί οἱ σάλπιγγες ἀντηχοῦσαν χαρμόσυνα καί ὁ μουεζίνης ἔψελνε ὕμνους στόν Ἀλλάχ.
«- Ἐσύ εἶσαι ὁ Διάκος;
– Ἐγώ.
– Πῶς σ’ ἔπιασαν ζωντανό;
– Ἄν ἤξερα ὅτι δέν θά σκοτωνόμουν, θά κρατοῦσα ἕνα φουσέκι γιά τόν ἑαυτό μου.
– Ποιός εἶναι ὁ σκοπός πού πιάσατε τά ἄρματα;
– Οἱ Χριστιανοί ὅλοι σηκώθηκαν στ’ ἄρματα γιά νά ξεσκλαβωθοῦν.
– Ἄν θέλεις νά σοῦ χαρίσω τή ζωή νά μπεῖς στήν ὑπηρεσία μου.
– Οὔτε σέ δουλεύω, οὔτε σέ ὠφελῶ, ἄν σέ δουλέψω.
– Ἅμα χαθεῖς πῶς θά ἐλευθερώσεις τό μιλέτι (ἔθνος) σου;
– Τό Ρωμαίικο ἔχει πολλούς Διάκους.»
Παρ’ ὅλα αὐτά οἱ δύο πασᾶδες δέν ἤθελαν νά τόν θανατώσουν. Κρῖμα νά χαθεῖ τέτοιο παλληκάρι. Τοῦ ἔταξαν πλούτη, δόξα καί ἀξιώματα ἐάν γινόταν μουσουλμάνος. Ἐκεῖνος ἀρνήθηκε καί ὁ θρύλος λέει ὅτι τούς ἔβρισε: “Πᾶτε κι ἐσεῖς καί ἡ πίστη σας, μουρτᾶτες νά χαθεῖτε. Ἐγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέ νά πεθάνω”.
Ἐκείνη τή στιγμή ὅμως ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ὀμέρ Βρυώνη ὁ μπέης τοῦ Ζητουνίου Χαλήλ πού βρισκόταν καί αὐτός στό τσαντίρι τῶν πασάδων. Τόν ἐξόρκισε νά θανατώσει τόν ἀρχηγό τῆς ἀνταρσίας. “Χάλασε τόν πασᾶ μου. Εἶναι αὐτός πού ἔδωσε διαταγή νά σφάξουν ὅλους τούς Τούρκους σ’ αὐτό τό βιλαέτι”.
«Τότε διετάγη ἡ ἀνασκολόπισις καί ἡ διά πυρᾶς ὄπτησις τούτου. Ἐξουσία ἀπαγχονίζουσα, ὡς τόν ἔσχατον κακοῦργον καί πατριάρχας καί ἀρχιερεῖς, οὐδόλως παράδοξον, ἄν ἐφήρμοττε καί κατά στρατιωτικῶν Ἑλλήνων τήν ὠμοτέραν θανατικήν ποινήν τοῦ πασσάλου καί τῆς πυρᾶς. Ὡς ἄν μή ἤρκουν δέ τοσαῦται ἄλλαι θηριωδίαι, ἐδέησεν, ὅπως καί διά τῆς προκειμένης ἀποφάσεως κατά τοῦ αἰχμαλώτου Διάκου γνωσθῆ τί ἐστι Τοῦρκος πασσᾶς, βαρβαρότης ἐν περιλήψει.
Μεθ’ ὀπόσους αἰώνας ἀνενεώθη ἡ περιώνυμος σκηνή τῶν Θερμοπυλῶν καί τούς βαρβάρους ἐπολέμησαν οἱ νέοι Ἕλληνες ἐκεῖ, ὅπου ἐπολέμησε ποτέ τήν ὅλην Ἀσίαν ἡ Ἑλλάς, τόν μέγαν βασιλέα τῶν Περσῶν ὁ ἥρως βασιλεύς τῆς Σπάρτης. Αὐτόθι ὁ Σπαρτιάτης Λεωνίδας ἀντιπροσωπεύθη ἐπαξίως παρά τοῦ Δωριέως Διάκου.
Καί ὁ εἷς καί ὁ ἄλλος, ὑπέρ τῆς ὅλης ἀγωνιζόμενοι Ἑλλάδος, τήν αὐτήν ἔλαβον παρά τῶν βαρβάρων τύχην, ὁ μέν πρῶτος μαστιγωθεῖς νεκρός, ὁ δέ δεύτερος ἀνασκολοπισθεῖς ζῶν.»
Φιλήμων Ἰωάννης
Οἱ πασᾶδες ἀποφάσισαν νά τόν θανατώσουν διά πασσαλώσεως, τό γνωστό γιά τήν ἐποχή παλούκωμα (ἀνασκολοπισμός). Στίς 24 Ἀπριλίου 1821 τόν μετέφεραν στό Ζητούνι καί ὅπως ἔδωσαν τόν Σταυρό τοῦ μαρτυρίου στόν Ἰησοῦ, ἔδωσαν καί στόν Διάκο νά κρατάει τόν τρομερό πάσσαλο. Μπροστά στήν πομπή βρίσκονταν οἱ Τοῦρκοι πού κρατοῦσαν τά μπαϊράκια καί τά κοντάρια μέ τά κεφάλια τῶν γκιαούρηδων. Ξεχώριζε τό κεφάλι μέ τή λευκή γενειάδα τοῦ δεσπότη Ἠσαΐα. Ἀκολουθοῦσαν τά μουλάρια πού ἦταν φορτωμένα μέ τσουβάλια γεμάτα μέ αὐτιά καί μύτες τῶν σκοτωμένων Ρούμ. Στήν πόλη, οἱ Τοῦρκοι καί οἱ Τουρκάλες βγῆκαν νά δοῦν τόν τρομερό Κλέφτη. Ἔβριζαν καί ἔφτυναν τόν γκιαούρη πού θέλησε νά χαλάσει τό ντοβλέτι.
Τότε λέγεται πώς ὁ Διάκος, σκεπτόμενος τήν Ἄνοιξη τῆς Ἑλλάδος, αὐτοσχεδίασε αὐτούς τούς στίχους: “Γιά ἰδές καιρό πού διάλεξε ὁ χάρος νά μέ πάρει, τώρα πού ἀνθίζουν τά κλαδιά καί βγάζει ἡ γῆ χορτάρι…”. Ἀναλογίστηκε γιά μία στιγμή τό σκληρό καί ἀτιμωτικό μαρτύριο πού τόν περίμενε καί γυρίζοντας πρός τούς Ἀλβανούς πού τόν συνόδευαν εἶπε: “Δέν βρίσκεται ἀνάμεσά σας κανένα παλληκάρι νά μέ σκοτώσει μέ μία πιστολιά, νά μέ γλυτώσει ἀπό τούς Χαλδούπηδες (Τοῦρκοι τῆς Ἀσίας);” Ἀλλά δέν βρέθηκε κανείς. Ἡ φοβερή αὐτή θανατική ποινή ἐκτελέστηκε στή Λαμία στίς 24 Ἀπριλίου 1821.
«Ἡ συνοδεία μέ τό μελλοθάνατο φτάνει στόν τόπο πού θά γινόταν ἡ τιμωρία του. Ἦταν στήν ἄκρη τῆς πολιτείας. Ἕνα μέρος πού χρησιμοποιοῦσαν γιά σφαγεῖα, γιομάτο κοπριά. Παρέκει ἕνα ἀνοιχτό ρέμα πού ξεχύνονταν ὅλοι οἱ ὑπόνομοι καί πετοῦσαν τά σκουπίδια. Ἐδῶ στά σφαγεῖα σταμάτησε ἡ συνοδεία μέ τό μελλοθάνατο ἀρχηγό. Ἦταν ἡ ὥρα δύο, ὕστερα ἀπό τό μεσημέρι. Καί ὁ ἀράπης δήμιος ἐκτέλεσε τό ἔργο του. Ἀφοῦ τόν σούβλισαν, τόν σήκωσαν ὄρθιο μέ τή σούβλα. Ὕστερα μπήξανε μέσα στήν κοπριά τό κάτω μέρος τῆς σούβλας, τόσο, ὅσο νά πατᾶνε καί τά πόδια τοῦ μάρτυρα, γιά νά κρατᾶνε τό βάρος καί στρίψανε τό κορμί κατά τό βασίλεμα. Τό κάνανε αὐτό γιά νά χτυπάει ἀδιάκοπα ὁ ἥλιος κατά πρόσωπο τόν παλουκωμένο.
Ὁλόγυρα ἀπ’ τό σουβλισμένο βάλανε πάνω στήν κοπριά κοντά ὀγδόντα κεφάλια. Τά εἶχαν κόψει ἀπό τά πτώματα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σ’ αὐτά ἦταν καί τό κεφάλι τοῦ Ἠσαΐα, τοῦ ἀδελφοῦ του πάπα Γιάννη, τοῦ Κώστα Μασαβέτα (ἀδελφοῦ τοῦ Θανάση Διάκου), τοῦ Μπακογιάννη, τοῦ Καλύβα, τοῦ Γιαννάκη Παπαχατζῆ, τοῦ Μπισμπιρίγκου καί τοῦ ἡγούμενου τῆς Δαμάστας Νεόφυτου. Ὕστερα ἀπό λίγο ὅλα τά κεφάλια τά γδάρανε μπροστά στόν σουβλισμένο ἀρχηγό τους. Ὁ Κιοσέ Μεχμέτ πασᾶς, πρόσταξε ἕξι μέρες νά μείνει ἐκεῖ τό σουβλισμένο κουφάρι τοῦ γκιαούρη γιά παραδειγματισμό. Ἕξη μέρες τό κράτησαν ἐκεῖ. Μαζί μέ τά κομμένα κεφάλια. Ἡ σήψη ὅμως ἔφερε βαριά ἀποφορά. Οἱ Τοῦρκοι ἀποφάσισαν τότε νά τό πάρουν ἀπό κεῖ. Ἀγγάρεψαν τούς Λαμιῶτες σιδηρουργούς Κεφάλα καί Φαραδῆμο καί αὐτοί μετέφεραν τό πτῶμα στό ρέμα. Τό πέταξαν καί τό σκέπασαν μέ κοπριές.»
Ὁ ἥρωας τῆς Ἀλαμάνας τοῦ Τάκη Λάππα
Ὁ ἐθνομάρτυρας βασανίστηκε γιά πολλές ὧρες πάνω στό παλούκι καί ζητοῦσε ἐπιμόνως κάποιος νά βρεθεῖ νά τόν θανατώσει. Μόνο ἕνας Ἀρβανίτης, Γκέκας χριστιανός τόν λυπήθηκε καί τόν πυροβόλησε ἀπό μακρυά. Εἶχε ἕτοιμο τό ἄλογο καί ἀμέσως μόλις ἀδείασε τό τουφέκι του τό καβάλησε καί ἔφυγε καλπάζοντας ἔξω ἀπό τήν πόλη γιατί οἱ Τοῦρκοι φύλακες ἄρχισαν νά πυροβολοῦν πρός τό μέρος του. Τό βόλι ὅμως πού πέτυχε τόν Διάκο δέν τόν θανάτωσε, ἁπλῶς τοῦ πρόσθεσε κι ἄλλη βαριά λαβωματιά.
Ὅταν ξεψύχησε ὁ Ρουμελιώτης Κλέφτης, οἱ Τοῦρκοι πέταξαν τό λείψανό του σέ ἕνα κοντινό χαντάκι πού τότε τό ὀνόμαζαν Σκατόρεμα. Λέγεται ὅτι κάποιοι Χριστιανοί βγῆκαν κρυφά τή νύκτα καί ἔθαψαν τό σῶμα του, ἄν καί κάτι τέτοιο ἀμφισβητεῖται. Λόγω τοῦ τρόμου πού εἶχαν πάρει οἱ Ρωμιοί, ἔμειναν κλεισμένοι στά σπίτια τους.
Ὁ χῶρος τῆς ταφῆς του εἶχε λησμονηθεῖ καί ἀνακαλύφθηκε ἀπό τόν ἀντισυνταγματάρχη Ρούβαλη, τό 1881. Τό 1886 ὁ Μιχαήλ Κατσίμπαλης χάρισε τήν γύψινη προτομή τοῦ ἥρωα καί ἔγινε τό πρῶτο μνημόσυνο. Ἡ ἐπιτροπή ἐκδουλεύσεων προηγουμένως τόν ἀναγνώρισε ὡς ἀνώτατο ἀξιωματικό πρώτης τάξεως καί ἐπεδίκασε μηνιαία σύνταξη στήν ἀδερφή του ὥς τόν θάνατό της, τό 1873. Τό 1892 ὁ συνταγματάρχης Χρῆστος Κατσικογιάννης ἔστησε ἕνα ξύλινο σταυρό καί καγκελόφραξε τό μέρος. Ὁ Λαμιώτης Ἀλεξίου πού εἶχαν ἀγγαρέψει οἱ Τοῦρκοι νά ἑτοιμάσει τή σούβλα γιά τόν Διάκο τό ἔφερε βαρέως στή συνείδησή του γιά ὅλη του τή ζωή. Πρίν πεθάνει, γέρος πιά 92 ἐτῶν (1882), ζήτησε συγχώρεση ἀπό τόν Θεό γί΄ αὐτή τοῦ τήν πράξη.
«Ἐκομίσθη εἰς τόν ὀντάν τοῦ Χαλίλμπεη, ἀνεκρίθη καί νῦν μέν ἠπειλῆτο, νῦν δ’ ἐκολακεύετο, τόν ἐβίαζον νά εἴπη τά τῆς ἱερᾶς ἠμῶν ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ ἠρνεῖτο εἰπῶν μόνον ὅτι τό ἑλληνικόν ἔθνος ἔλαβε τά ὅπλα σύσσωμον καί θέλει τήν ἀπελευθέρωσίν του. Διεμαρτυρήθησαν οἱ Τοῦρκοι προύχοντες, ἐξεμάνη ὁ Χαλίλμπεης καί ὁ Κιοσέ, ἐνῶ ὁ Ὀμέρ ἐσιώπα. Τῷ ἐπρότεινεν ὁ Ὀμέρ ὕστερον νά δεχθῆ τουρκικήν ὑπηρεσίαν κατά τῆς πατρίδος του, τήν ἀπέρριψεν.
Ὠργίσθη ὁ Χαλίλ. Τῷ ἀντιπρότειναν νά γείνη μουσουλμάνος, ἀγανακτῶν ἐξύβρισε τήν ὀθωμανικήν θρησκείαν καί ὀνομαστί τόν Μωάμεθ καί ἐρρίψας τόν καφέ, τόν ὁποῖον τῷ εἶχον προσφέρει, ἐπί τοῦ σανιδώματος τοῦ ὀντά, ἠγέρθη ρίψας καί τό φέσι τοῦ ἐπί παρακειμένου παραθύρου. Τῷ εἶπον:
“Θά θανατωθῆς Διάκο, ἀδίκως χωρίς νά ἐλευθερώσης τήν πατρίδα σου”, καί αὐτός ἀπεκρίθη: “ἡ Ἑλλάς ἔχει πολλούς Διάκους“.»
Γεώργιος Κρέμος – Ἀνάλεκτα 1876
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο “1821 – Ἡ Ἀπάντηση στήν τηλεόραση” (Σταυρίδης Φώτιος)
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας