Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το κόμμα του Ερντογάν αντιμέτωπο με κύμα καταγγελιών για διαφθορά

Δημοσιεύτηκε στις

Τη Δευτέρα 19 Απριλίου οι τουρκικές αρχές ανακοίνωσαν ότι διευρύνουν τη έρευνα για το πώς η προσκείμενη στο κυβερνών AKP δημοτική αρχή της πόλης Γεσιλγιούρτ στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας είχε οργανώσει ουσιαστικά ένα δίκτυο διακίνησης ανθρώπων για να διευκολύνει τη μετακίνηση Τούρκων πολιτών προς την Ευρώπη για να αναζητήσουν εργασία, παραχωρώντας τους με το αζημίωτο διαβατήρια που δεν χρειάζονταν βίζα.

Το σκάνδαλο ξέσπασε τον περασμένο Μάρτη όταν αποκαλύφθηκε ότι από τα 45 άτομα που συνολικά ταξίδεψαν στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 2020 σε μια μετακίνηση οργανωμένη από τον Δήμο της Γεσιλγιούρτ ως τμήμα της προσπάθειας «να ενισχύσει την περιβαλλοντική συνείδηση των ατόμων» και στο πλαίσιο της οποίας οι συμμετέχοντες είχαν πάρει τα «γκρίζα» διαβατήρια που χορηγούνται στους Τούρκους πολίτες όταν συμμετέχουν σε δραστηριότητες στο εξωτερικό που διοργανώνει ή υποστηρίζει η τουρκική κυβέρνηση, μόνο 3 επέστρεψαν, ενώ οι υπόλοιποι προφανώς έμειναν στη Γερμανία για να εργαστούν.

Το εμπόριο «γκρίζων» διαβατηρίων

Τα «γκρίζα» διαβατήρια έχουν συγκεκριμένο καθεστώς μέσα στο οποίο εκδίδονται και προφανώς δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την μετακίνηση στο εξωτερικό με όρους μετανάστευσης προς αναζήτηση εργασίας. Στην Τουρκία ήταν γνωστό από καιρό ότι γινόταν κατάχρηση αυτού του καθεστώτος από όσους τα χρησιμοποιήσουν για να βρεθούν στο εξωτερικό και στη συνέχεια να ζητήσουν άσυλο ή να διεκδικήσουν καθεστώς μετανάστη.

Η δημοσιογραφική έρευνα αποκάλυψε ότι εκτός από την Γεσιλγιούρτ και στην Μπινγκέλ, επίσης στη νοτιοανατολική Τουρκία αρκούσε να έχεις τα χρήματα που ήταν αναγκαία (στην περίπτωση του καταγγέλλοντος 6.000 ευρώ αν και ορισμένοι πλήρωσαν πολύ περισσότερα), για να αποκτήσεις ένα «γκρίζο» διαβατήριο, να βρεθείς σε ένα λεωφορείο, από το οποίο δεν μπορείς να βγεις και να καταλήξεις στη Γερμανία για να εργαστείς χωρίς χαρτιά (αφού με το που φτάνεις σου αφαιρούν το διαβατήριο), πρακτική που ακολούθησαν αρκετές εκατοντάδες μόνο από αυτή την πόλη.

Έρευνα διεξάγεται και από τις γερμανικές αρχές σε βάρος του επιχειρηματία Ersin Kilit και την εταιρείας του Mega Kilit GmbH, που κατηγορείται ότι ήταν στο επίκεντρο της μεταφοράς ανθρώπων, καθώς η διαδικασία έκδοσης των «γκρίζων» διαβατηρίων προϋπέθετε και την πρόσκληση που υποτίθεται ότι απευθύνουν εταιρείες στη χώρα προορισμού προς τη δημοτική αρχή που θα αναλάβει να ζητήσει την έκδοση των ειδικών διαβατηρίων.

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που μετακινούνταν έτσι κατέληγαν να εργάζονται σε χώρους όπως οι κατασκευές. Με τη σειρά του ο Kilit αρνείται τις κατηγορίες και στρέφεται κατά των στελεχών του AKP. 

Που πήγαν τα 128 δισεκατομμύρια δολάρια;

«Που πήγαν τα 128 δισ.;». Αυτό το σύνθημα είχαν πανό και αφίσες που ύψωσε πρόσφατα το αντιπολιτευόμενο CHP στην Κωνσταντινούπολη, προκαλώντας την αντίδραση της αστυνομίας που έσπευσε να τα κατεβάσει. Και το αντίστοιχο τρεντ #128MilyarDolarNerede ήταν από τα πιο δημοφιλή στο twitter στην Τουρκία. Φτιάχτηκε μάλιστα και μια ιστοσελίδα από το CHP στην οποία οι πολίτες μπορούν να δοκιμάσουν να δουν πώς μπορούν να ξοδευτούν 128 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το σύνθημα αναφέρεται στο συνολικό ποσό ξένου συναλλάγματος που πούλησαν οι κρατικές τράπεζες στην Τουρκία για να υποστηρίξουν την τουρκική λίρα στις αγορές συναλλάγματος και να αποφύγουν πολύ μεγάλες αυξήσεις επιτοκίων. Η επίσημη τοποθέτηση της κυβέρνησης είναι ότι αυτή η πρακτική βοήθησε το εθνικό νόμισμα και την τουρκική οικονομία. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι με αυτόν τρόπο εξαντλήθηκαν τα συναλλαγματικά αποθέματα της Τουρκίας, κάτι που την κατέστησε ευάλωτη σε επόμενες φάσεις της κρίσης. Ταυτόχρονα, υπάρχει το ερώτημα πόσο χρήσιμη και θεμιτή ήταν τελικά αυτή η επιλογή και ποιος είχε συμφέρον από κάτι τέτοιο.

Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι η κυβέρνηση δεν έχει απαντήσει εάν όντως το συνάλλαγμα αυτό χρησιμοποιήθηκε για να στηριχτεί η ισοτιμία της λίρας, σε ποιους πωλήθηκε, εάν εγκατέλειψε τη χώρα και συνολικά ποιος ωφελήθηκε από αυτές τις συναλλαγές. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι η κεντρική τράπεζα δεν προχώρησε σε δημοπρασίες, δεν δημοσίευσε τα στοιχεία για τις συναλλαγές αλλά για τις λογιστικές εγγραφές που κάνει των swap στα οποία προχώρησε. Άλλοι αναλυτές θεωρούν ότι ακόμη και εάν δεν υπήρξε πλουτισμός ατομικός μελών της κυβέρνησης, σίγουρα είναι προβληματική μια κατάσταση όπου ξοδεύονται συναλλαγματικά αποθέματα για να υποστηριχθεί το νόμισμα, ενώ μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική πολιτική επιτοκίων, την οποία ο Ερντογάν απέφυγε γιατί ήθελε να αυξήσει τα επιτόκια καθώς θεωρεί ότι με χαμηλότερα επιτόκια στηρίζει καλύτερα την οικονομία. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι όλα έχουν γίνει με τον ορθό τρόπο, όμως στην τουρκική κοινωνία υπάρχει η διάχυτη αίσθηση ότι όλα αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ξοδευτεί για μέτρα στήριξης απέναντι στην πανδημία

Ο βασικός σχεδιαστής αυτής της πολιτικής, ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ, υπουργός οικονομικός μέχρι τον Νοέμβριο και γαμπρός του Ερντογάν, θα υποχρεωθεί σε παραίτηση όταν η πολιτική για τη στήριξη της λίρας έφτασε σε ένα όριο και αφού στην κεντρική τράπεζα πήγε ο Νατσί Αγκμπάλ που αύξησε τα επιτόκια κα ενίσχυσε την λίρα πριν αποπεμφθεί και αυτός τον Μάρτιο.

Ούτως ή άλλως υπάρχει μια διάχυτη δυσπιστία απέναντι σε μια κυβέρνηση όπου υπάρχουν απτά παραδείγματα όπου υπουργοί πήραν επιλογές με κριτήριο το ατομικό συμφέρον. Για παράδειγμα η υπουργός Εμπορίου Ρουχσάρ Πεκτζάν κατηγορείται από την αντιπολίτευση ότι το υπουργείο της έκανε παραγγελία για αντισηπτικά χεριού ύψους 1,1 εκατομμυρίων δολαρίων σε μια εταιρία στην οποία είναι συνιδιοκτήτρια με τον σύζυγό της. 

Ούτως ή άλλως η Τουρκία βρίσκεται ψηλά στους δείκτες διαφθοράς της Transparency International. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην 86η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες στον Δείκτη αντίληψης για τη διαφθορά, έχοντας υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με μερικά χρόνια πριν.

Οι εξ Αμερικής ανησυχίες

Σε όλα αυτά προστίθεται και η διεθνής διάσταση των σκανδάλων. Ο Ερντογάν επιβίωσε πολιτικά του αρχικού θορύβου το 2013 γύρω από το σκάνδαλο για την εμπλοκή της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank σε μια παράνομη προσπάθεια παράκαμψης των κυρώσεων σε βάρος του Ιράν.

Η Halkbank αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή κατηγορίες ενώπιον αμερικανικού ομοσπονδιακού δικαστηρίου στη Νέα Υόρκη. Το πρόστιμο που αντιμετωπίζει σε περίπτωση καταδίκης είναι πολύ μεγάλο γιατί θα μπορούσε να φτάσει τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια ή ακόμη και τον αποκλεισμό από το σύστημα διατραπεζικών συναλλαγών SWIFT, κάτι που πρακτικά θα οδηγούσε μια μεγάλη τουρκική κρατική τράπεζα σε πλήρη κατάρρευση.

Όμως, η μεγαλύτερη ανησυχία του Ερντογάν και της ηγετικής ομάδας του AKP αφορά το εάν ο εμπλεκόμενος στο σκάνδαλο Ιρανο-τούρκος έμπορος χρυσού Ρέζα Ζαράμπ, που έχει κάνει συμφωνία με τις αμερικανικές εισαγγελικές αρχές, θα προχωρήσει σε ακόμη περισσότερες αποκαλύψεις για την εμπλοκή κυβερνητικών και κομματικών στελεχών στην υπόθεση.

Η δυσαρέσκεια και η δημοσκοπική υποχώρηση

Όλα αυτά έρχονται να συναντηθούν με έναν εκτεταμένο κλίμα δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση Ερντογάν στο οποίο συναντιέται η κατάσταση που υπάρχει με την πανδημία, που εξακολουθεί να μαίνεται στη γειτονική χώρα, με την κατάσταση της οικονομίας, καθώς μπορεί η τουρκική κυβέρνηση να αισιοδοξεί για τους αναπτυξιακούς ρυθμούς, ωστόσο την κοινωνία ανησυχεί πολύ περισσότερο η αύξηση της ανεργίας που το πραγματικό της ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο αυτού που αναφέρουν οι επίσημες ανακοινώσεις.

Τα κρούσματα διαφθοράς επιτείνουν τη δυσπιστία απέναντι στην κυβέρνηση, ιδίως από τη στιγμή που ένα από σχετικά «ισχυρά» σημεία του AKP κατά την εγκαθίδρυσή του στην εξουσία ήταν ακριβώς ότι διεκδικούσε να είναι λιγότερο διεφθαρμένο από τους αντιπάλους του.

Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις. Μπορεί οι δημοσκοπήσεις για τον Μάρτιο να έδειξαν μια μικρή ανάκαμψη της δημοφιλίας του AKP, που εξακολουθεί να προηγείται  κατά 12,2 μονάδες του CHP (που όμως είχε μεγαλύτερη άνοδο), όμως το άθροισμα του 31,3% του AKP με το 7,8% του MHP δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι παραπέμπει σε κυβερνητική πλειοψηφία σε περίπτωση εκλογών τώρα.

ΠΗΓΗ: in.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψεις12 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις27 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις57 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα1 ώρα πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Δημοφιλή