Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων και το μέλλον των αμερικανοτουρκικών σχέσεων

Δημοσιεύτηκε στις

Παρά το μεγάλο συμβολισμό της επιλογής του Τζο Μπάιντεν να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι σηματοδοτεί μια συνολική ρήξη ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία

Παναγιώτης Σωτήρης

Ήταν σίγουρα μια κίνηση με σημαντικό συμβολισμό. Και μάλιστα ένα είδος συμβολισμού στον οποίο έχει επενδύσει η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, αφού υπογραμμίζει την έμφαση που δίνει σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για μια κυβέρνηση που θέλει να δώσει τον τόνο ότι επιλέγει μια γραμμή «φιλελεύθερου παρεμβατισμού» με κριτήριο τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα ήταν δύσκολο, σε σχέση με το ίδιο της το αφήγημα, να μην προχωρήσει σε αυτή την κίνηση.

Βέβαια, έχει ενδιαφέρον ο προσεκτικός τρόπος που έγινε. Ναι μεν έκανε τη δήλωση ο αμερικανός Πρόεδρος αλλά αυτό δεν συνδυάστηκε με κάποια άλλη επίσημη χειρονομία (π.χ. την ανακήρυξη κάποιας ημέρας μνήμης). Η ίδια η δήλωση είναι πολύ προσεκτικά γραμμένη. Δεν αναφέρεται στην Τουρκία ή στους Τούρκους, αλλά στις Οθωμανικές αρχές. Ακόμη και η επιλογή αναφοράς στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην Ισταμπούλ, δηλαδή στην επίσημη ονομασία στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι αυτή που καθιέρωσε ως επίσημη ο Κεμάλ (και από το 1930 ζήτησε να χρησιμοποιούν οι ξένες χώρες) ήταν ενδεικτική από αυτή την άποψη.

Ωστόσο, δεν παύει να είναι πλήγμα για τον Τούρκο πρόεδρο, δεδομένης και της προσπάθειας εδώ και χρόνια να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Πώς η αναγνώριση χτυπάει το «αφήγημα» του Ερντογάν

Για να καταλάβουμε τη σημασία που είχε, σε συμβολικό επίπεδο, η αναγνώριση, πρέπει να αναλογιστούμε την τραυματική θέση που κατέχει η Γενοκτονία των Αρμενίων στο τουρκικό «εθνικό αφήγημα».

Παρότι η γενοκτονία έλαβε χώρα στην εποχή που ακόμη υπήρχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, εντούτοις η ίδια η έννοια της βίαιης εκκαθάρισης αλλοεθνών πληθυσμών ανήκει πολύ περισσότερο στη διαδικασία συγκρότησης του τουρκικού εθνικισμού. 

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν κατά βάση μια πολυεθνική αυτοκρατορία και ήταν κυρίως η ανάδυση του τουρκικού εθνικισμού, με πυρήνα και το κίνημα των Νεότουρκων (με ηγετική φυσιογνωμία τον Κεμάλ Ατατούρκ), στην τελευταία φάση της αυτοκρατορίας, που συνέπεσε αρχικά με τους Βαλκανικούς Πολέμους και μετά με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που έθεσε το θέμα της απομάκρυνσης των αλλοεθνών πληθυσμών και της διαμόρφωσης συνθήκης εθνικής ομογενοποίησης, κατά τρόπο ανάλογο με άλλες διαδικασίες εθνογένεσης στην περιοχή. Στο αναδυόμενο τουρκικό εθνικό σχέδιο εκείνης της εποχής έπρεπε να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων, ιδίως όταν κάποιες από αυτές έλεγχαν κρίσιμες οικονομικές δραστηριότητες και συνδέονταν με ανταγωνιστικά εθνικά κινήματα.

Αυτό εξηγεί και γιατί παρότι ήταν οθωμανικό έργο, θα είναι η σύγχρονη Τουρκία αυτή που κατεξοχήν που θα αρνηθεί την παραδοχή της κλίμακας της βίας που υπέστησαν οι Αρμένιοι. Να το πούμε απλά: όσο λυτρωτική θα ήταν στην πραγματικότητα για την τουρκική κοινωνία η παραδοχή των όσων έγιναν τότε, άλλο τόσο δύσκολο είναι να συμβεί αφού θα υπονόμευε τον ίδιο τον καταστατικό «μύθο» της σύγχρονης Τουρκίας. 

Για τον Ερντογάν η αναγνώριση υπονομεύει με ποικίλους τρόπους το αφήγημά του. Και αυτό γιατί χτυπάει ταυτόχρονα τόσο τη «νέο-οθωμανική» πλευρά του στην οποία επενδύει με ποικίλους τρόπους, όσο και την «εθνικιστική» την οποία διεκδικεί – και η οποία αποτελεί επίσης το βασικό στίγμα των βασικών συμμάχων του από το MHP. Ακόμη περισσότερο, έστω και μετωνυμικά υπογραμμίζει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να έχει ανοιχτά θέμα στο εσωτερικό της σε σχέση με την ανοιχτή πληγή του κουρδικού.

Βεβαίως, από την άλλη μεριά ο Ερντογάν γνωρίζει ότι τέτοιες χειρονομίες είναι όντως περισσότερο συμβολικές και δεν συνεπάγονται υποχρεωτικά συνολικότερη ρήξη. Άλλωστε, η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από χώρες όπως π.χ. η Γερμανία ή η Ρωσία δεν σημαίνει απαραίτητα και κακές σχέσεις με την Τουρκία.

Το συνολικότερο φόντο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων

Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο επαναπροσδιορισμού των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Ούτως ή άλλως, παρά τη σχετικά καλή σχέση ανάμεσα στον Τραμπ και τον Ερντογάν, υπήρχαν διάφορα σημεία έντασης στις διμερείς σχέσεις. Το πραξικόπημα του 2016 άφησε ως κληρονομιά μια διάχυτη δυσπιστία έναντι των ΗΠΑ. Η επιλογή της Τουρκίας να προμηθευτεί τις συστοιχίες S-400 από τη Ρωσία πυροδότησε μια αλυσίδα προβλημάτων συμπεριλαμβανομένης και της διακοπής της τουρκικής συμμετοχής στο πρόγραμμα για τα μαχητικά F-35. Η συμμετοχή τουρκικών τραπεζών στο σπάσιμο των κυρώσεων κατά του Ιράν δημιουργεί επίσης προβλήματα. Η επιθετικότητα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο δημιουργεί εντάσεις και με συμμάχους των ΗΠΑ όπως η Ελλάδα ή η Αίγυπτος, το ίδιο και η προσπάθεια της Τουρκίας να διεκδικήσει ρόλο «περιφερειακής δύναμης».

Ωστόσο, την ίδια στιγμή η Τουρκία είναι εμφανές ότι δεν έχει πάρει μια συνολική επιλογή ρήξης με τη Δύση και τις ΗΠΑ. Μάλιστα, ο Ερντογάν έχει οδηγήσει σε δυσμένεια τους «ευρασιατιστές» που υποστήριζαν μια συνολικότερη στροφή της Τουρκίας προς τη Ρωσία και την Κίνα, τελευταίο παράδειγμα ο τρόπος που αντιμετώπισε τους απόστρατους ναυάρχους που διαμαρτυρήθηκαν για το ενδεχόμενο η Τουρκία να προχωρήσει σε έξοδο ή μονομερή τροποποίηση της Συνθήκης του Μοντρέ για το καθεστώς των Στενών. 

Επιπλέον, η Τουρκία έχει αντίθετες θέσεις από τη Ρωσία σε κρίσιμα ζητήματα: συνεργάζεται με την Ουκρανία και σε ζητήματα που αφορούν εξοπλισμούς, υποστήριξε το Αζερμπαϊτζάν στη σύγκρουση με την Αρμενία, δηλαδή διεκδίκησε ρόλο και στον Καύκασο, στήριξε την κυβέρνηση της Τρίπολης στον εμφύλιο στη Λιβύη, και βέβαια τυχόν αλλαγή στο καθεστώς των Στενών κατεξοχήν την Ρωσία θα έπληττε.

Σε όλα αυτά προστίθεται η προσπάθεια της Τουρκίας να αποκαταστήσει σχέσεις και με συμμάχους των ΗΠΑ όπως είναι το Ισραήλ, αλλά και ο τρόπος που παρουσιάζει πλευρές της εξωτερικής πολιτικής της, όπως την παρουσία στον Καύκασο, ως κάτι που μπορεί να εξυπηρετήσει και τα «δυτικά συμφέροντα». Το ίδιο ισχύει και για την ιδιαίτερη επένδυση που έχει κάνει στο να αποκτήσει αναβαθμισμένο ρόλο στη πολιτική διαπραγμάτευση και διαχείριση της ειρηνευτικής διαδικασίας στο Αφγανιστάν.

Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διαλέξουν το δρόμο της ρήξης

Την ίδια ώρα κλιμακώνεται αυτό που εσχάτως περιγράφεται ως ο «νέος Ψυχρός Πόλεμος», με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία να βρίσκονται σε συγκρουσιακή συνθήκη, την ώρα που κλιμακώνεται και ο αμερικανοκινεζικός ανταγωνισμός. Σε αυτό το φόντο είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν και κατά συνέπεια δεν θέλουν να χάσουν μια χώρα που για δεκαετίες υπήρξε στρατηγικός σύμμαχός τους. Και αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια να χάσουν την Τουρκία με το να οδηγήσουν τα πράγματα σε μια συνολική ρήξη. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η επιλογή διαβημάτων με σημαντικό συμβολικό βάρος, όχι όμως απαραίτητα πραγματική επίπτωση, αποτελεί ακριβώς το είδος της πίεσης που ασκείται εντός μιας διαπραγμάτευσης όπου ο ορίζοντας δεν είναι η ρήξη.

ΠΗΓΗ: in.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις15 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις45 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Δημοφιλή