Διεθνή
«Φυσικά και είναι Γενοκτονία»: Πώς ο Μπάιντεν εκπλήρωσε μια υπόσχεση προς τους Αρμένιους
Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικολ Πασινιάν (στο κέντρο) παρευρίσκεται σε μνημείο στο μνημείο των θυμάτων μαζικών δολοφονιών από Οθωμανούς Τούρκους, για να τιμήσει την 106η επέτειο της σφαγής, στο Ερεβάν της Αρμενίας, το περασμένο Σάββατο.
…κάτι το οποίο δε θα έκανε ποτέ ο Ομπάμα.
Σε κλίμα λύπης και καταδίκης, η κυβέρνηση Μπάιντεν ορίζει επισήμως την σφαγή των Αρμενίων ως «Γενοκτονία».
Ήταν η πρώτη χρονιά της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, όταν ο Άραμ Χαμπιαριάν βγήκε για μεσημεριανό γεύμα κοντά στην περιοχή του «Εmbassy Row» και αναγνώρισε ένα μέλος της ομάδας εθνικής ασφάλειας του πρώην Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.
Ο Αμερικανο-Αρμένιος, ο οποίος υπηρετεί ως εκτελεστικός διευθυντής μιας ομάδας υπεράσπισης αρμένικων συμφερόντων, προετοιμάστηκε για μια αμήχανη συνάντηση.
Σε τελική ανάλυση, ήταν ο Ομπάμα αυτός που άφησε «μετέωρη» την Αρμενική Κοινότητα, αφού πρώτα σε μια από τις εκστρατείες του δήλωνε πως οι ΗΠΑ θα αναγνωρίσουν επίσημα ως γενοκτονία, τη σφαγή ως και 1.5 εκατομμυρίων Αρμένιων αμάχων, που συνέβη σχεδόν έναν αιώνα πριν.
Ωστόσο καθώς αυτοί οι δύο άντρες συζητούσαν, ο Χαμπαριάν δεν άκουσε ακόμα μια δικαιολογία. Αυτό που άκουσε από τον πρώην αξιωματούχο εθνικής ασφάλειας ήταν μεταμέλεια.
«Ήμασταν με τη λάθος πλευρά σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα», δήλωσε ο πρώην αξιωματούχος. «Θα έπρεπε να έχουμε κάνει το σωστό».
Ο πρώην αξιωματούχος δεν ήταν άλλος από τον Άντονι Μπλίνκεν.
Ο Μπλίνκεν σήμερα υπηρετεί ως Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και ήταν αυτός που βοήθησε ώστε να διορθωθεί ένα λάθος της κυβέρνησης Ομπάμα.
Το Σάββατο 24/04/2021, την ημέρα της επετείου της Γενοκτονίας των Αρμενίων, ο Μπάιντεν έκανε ό,τι δεν είχε κάνει κανένας άλλος πρόεδρος των ΗΠΑ – κυρίως λόγω του φόβου της αποξένωσης της Τουρκίας – να αναγνωρίσει δηλαδή επισήμως το αιματοκύλισμα που χρονολογείται έναν αιώνα πριν, ως γενοκτονία. Η σφαγή ξεκίνησε το 1915 κατά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως στη περιοχή της σημερινής Τουρκίας.
Ήταν ο ίδιος ο Μπάιντεν ο οποίος είχε καλέσει την ομάδα του Χαμπαριάν, την Αρμένικη Εθνική Επιτροπή της Αμερικής, για να τους ανακοινώσει πως ο Ομπάμα δεν θα τηρήσει την υπόσχεσή του, επικαλούμενος την υπόσχεση της Τουρκίας – ενός συμμάχου του ΝΑΤΟ – πως θα βελτιώσει άμεσα τις σχέσεις της με την Αρμενία. Παρά τα χρόνια πίεσης, ο Ομπάμα αρνήθηκε προβεί σε επίσημη αναγνώριση της γενοκτονίας και περιορίστηκε στο να αναφέρει το γεγονός ως σφαγή και την «πρώτη μαζική φρικαλεότητα».
Σε συνεντεύξεις με σημερινούς και πρώην διπλωμάτες, Αρμένιους και Αμερικάνους ηγέτες και εκλεγμένους αξιωματούχους, οι οποίοι είναι εξοικειωμένοι με το πώς ο Πρόεδρος Μπάιντεν πήρε την απόφαση να αναγνωρίσει επίσημα την Γενοκτονία των Αρμενίων, γίνεται λόγος για την ιστορία ενός προέδρου και των ανωτέρων βαθμίδων της εθνικής ομάδας ασφαλείας του, που εξέφρασαν ανοιχτά τη λύπη τους επειδή δεν αναγνώρισαν τις φρικαλεότητες σε βάρος των Αρμενίων την προηγούμενη φορά που βρίσκονταν οι ίδιοι στην εξουσία.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας το 2019, ο Μπάιντεν βρέθηκε στην Βοστώνη όταν και συνάντησε τον πρόεδρο της Αρμένικης Συνέλευσης της Αμερικής Άντονι Μπαρσαμιάν, για να του πει αφού τον προσέγγισε: «Γνωρίζω πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα της Αρμένικης Γενοκτονίας για εσάς. Φυσικά πρόκειται για Γενοκτονία». Ο Μπαρσαμιάν αναφέρει επιπλέον: «Δε χρειάστηκε καν να του πω τίποτα. Ο Μπάιντεν ξεκίνησε την κουβέντα μαζί μου λέγοντας αυτά τα λόγια».
Κατά τη περίοδο μετάβασης, αλλά και λίγες εβδομάδες μετά την ανάληψη της εξουσίας του Μπάιντεν μέλη των Αρμένικων Συλλόγων ήρθαν σε τηλεφωνική επαφή μετά από κλήση των συνεργατών του Μπάιντεν και συνομιλώντας με τον αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών για τις Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις, επικεντρώθηκαν στο θέμα της γενοκτονίας αλλά χωρίς να υπάρξει μια νέα υπόσχεση αναγνώρισης από τη πλευρά των ΗΠΑ. Η Αρμένικη Κοινότητα άλλωστε είχε ακούσει ήδη αρκετές ανάλογες υποσχέσεις στο παρελθόν.
Το 2000 ο τότε πρόεδρος της αμερικανικής βουλής Ντένις Χάστερτ βρέθηκε ένα βήμα πριν φέρει ψήφισμα ενώπιον του Κογκρέσου, κάτι που δεν έγινε ποτέ μετά από πιέσεις του τότε Προέδρου Μπίλ Κλίντον και του κόμματός του που ήταν αντίθετο προς την αναγνώριση της γενοκτονίας.
Η κίνηση αυτή κόστισε αργότερα τις εκλογές στον Ρεπουμπλικανό Τζέιμς Ρόγκαν ο οποίος έχασε στις επόμενες εκλογές της περιφέρειάς του, στην οποία υπάρχει μια μεγάλη αρμένικη κοινότητα.
Για τους Αρμένιους ο δρόμος προς την αναγνώριση ήταν μακρύς και δύσβατος. Για χρόνια βρίσκονταν σε αντιπαράθεση με μέσα ενημέρωσης για να σταματήσουν να αναφέρονται στη σφαγή ως «υποτιθέμενη γενοκτονία», καθώς και για το γεγονός πως η λέξη γενοκτονία έμπαινε μέσα σε εισαγωγικά.
Ωστόσο, μετά από τα χρόνια αδράνειας των Αμερικανικών Κυβερνήσεων, οι Αρμένιοι συνειδητοποίησαν πως εάν ο επόμενος πρόεδρος δεν αναγνωρίσει επισήμως την Γενοκτονία, θα ήταν σχεδόν βέβαιο πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί.
Ως μια πολύ σημαντική στιγμή, μετά την έγκρισή του από το Κογκρέσο, θεωρήθηκε η έκδοση ψηφίσματος το οποίο αναγνώριζε την γενοκτονία και εκδόθηκε το 2019 από τον Γερουσιαστή Μπόμπ Μενέντεζ.
Ο Μενέντεζ επέμενε αρκετά πάνω στο ζήτημα στις ακροάσεις επιβεβαίωσης (confirmation hearings) του Μπλίνκεν και τις υποψήφιας για τον Οργανισμό Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ, Σαμάνθα Πάουερ, που ήταν συνεργάτης του Ομπάμα και δήλωσε δημόσια πως λυπάται για το γεγονός της μη αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων κατά τη διάρκεια της δικής τους θητείας. Ο Μενέντεζ εκμεταλλευόμενος την πίεση που ασκούσε το κοινό, ήταν πεπεισμένος πως ο Μπλίνκεν και η ομάδα του δεν θα κάνουν πίσω σχετικά με την αναγνώριση, ακόμα και αν το ήθελαν. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Πρόεδρος και οι στενοί συνεργάτες του δήλωσαν πως η επίσημη αναγνώριση της γενοκτονίας αποτελούσε προτεραιότητα, δίνοντας έτσι ακόμα μια υπόσχεση στην κοινότητα των Αρμενίων.
Μια ήδη «κρύα σχέση» μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, έδωσε στους πρώτους ένα επιπλέον περιθώριο ώστε να προβούν στην επίσημη αναγνώριση της γενοκτονίας. Ο Μπάιντεν προκάλεσε αναταραχή στις σχέσεις των δύο κρατών αποκαλώντας τον Ερντογάν «αυταρχικό ηγέτη». Επίσης, μόλις πέρυσι οι ΗΠΑ επέβαλλαν κυρώσεις στην Άγκυρα, αφού η τουρκική κυβέρνηση αγόρασε συστήματα αεροπορικής άμυνας από τη Ρωσία.
Ο Μπάιντεν εδώ και καιρό είχε δεσμευτεί να θέσει τα ανθρώπινα δικαιώματα ως προτεραιότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέσα σε λιγότερο από 100 μέρες, η κυβέρνησή του ενέκρινε κυρώσεις σε ανώτατους Ρώσους αξιωματούχους σε αντίποινα για τη δηλητηρίαση του Αλεξέι Ναβάλνι, επέκρινε έντονα την Κίνα για την υπονόμευση της δημοκρατίας στο Χονκ Κονκ και προειδοποίησε τις κυβερνήσεις από την Αιθιοπία μέχρι την Μιανμάρ για τις συνέπειες ενεργειών που θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές πολιτών.
Την Παρασκευή ο Πρόεδρος Μπάιντεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ερντογάν – την πρώτη από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Μπάιντεν – κατά την οποία ο Πρόεδρος της Τουρκίας ενημερώθηκε για την επικείμενη αναγνώριση. Ωστόσο στην επίσημη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου σχετικά με την επικοινωνία των δύο αντρών, δεν συμπεριλήφθηκε αυτή η σημαντική λεπτομέρεια.
Η αναγνώριση του Σαββάτου σηματοδοτεί δεκαετίες προσπαθειών της Αρμένικης Κοινότητας, μια προσπάθεια για αναγνώριση που συχνά υποσκάπτονταν και υποβαθμίζονταν από το τουρκικό λόμπι, το οποίο προσέφερε μεγάλα ποσά σε ισχυρά στελέχη της Ουάσιγκτον προειδοποιώντας παράλληλα πως η αναγνώριση της γενοκτονίας θα έθετε σε κίνδυνο τις σχέσεις με ένα βασικό σύμμαχο.
Ωστόσο η απόφαση του Μπάιντεν είχε επίσης δεκαετίες προετοιμασίας από πίσω της.
«Αυτό ήταν κάτι που μου έλεγε εδώ και δεκαετίες», δήλωσε ο Ντικ Χαρπουτλιάν, παλιός φίλος του Μπάιντεν. Ο Χαρπουτλιάν, γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας και πρώην πρόεδρος του Δημοκρατικού κόμματος, ο οποίος είναι επίσης αρμενικής καταγωγής, μεγάλωσε με μέη της οικογενείας του που αναφέρονταν συνέχεια στις εις βάρος των ομοεθνών τους φρικαλεότητες της τουρκικής πλευράς. Ο Χαρπουτλιάν έθετε το ζήτημα κάθε φορά που έβλεπε τον Μπάιντεν, και ανέφερε πως «Δεν δίστασε να αναφερθεί σε αυτό που συνέβη ως γενοκτονία».
Το Σάββατο, όταν τελικά έφτασε η δήλωση του προέδρου, ο Μπάιντεν δε «μάσησε» τα λόγια του.
«Θυμόμαστε τις ζωές όλων εκείνων που πέθαναν στην γενοκτονία των Αρμενίων της Οθωμανικής εποχής και δεσμευόμαστε να αποτρέψουμε την επανάληψη μιας τέτοια θηριωδίας. Ξεκινώντας στις 24 Απριλίου 1915, με τη σύλληψη Αρμενίων διανοούμενων και ηγετών της κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη από οθωμανικές αρχές, ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι απελάθηκαν, σφαγιάστηκαν ή οδηγήθηκαν προς το θάνατό τους σε μια εκστρατεία εξόντωσης», δήλωσε ο πρόεδρος. «Το κάνουμε αυτό, όχι για να κατηγορήσουμε, αλλά για να διασφαλίσουμε ότι αυτό που συνέβη δεν θα επαναληφθεί ποτέ».
Μετάφραση από τα αγγλικά: Παναγιώτης Μαυρίδης, διεθνολόγος
Πηγή: politico.com
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

