Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Eλληνοτουρκικές σχέσεις χωρίς το Ελσίνκι

Δημοσιεύτηκε στις

ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ*

Η ανάλυση των αποφάσεων του Συμβουλίου Κορυφής στο Ελσίνκι τον Δεκέμβριο 1999 είναι, αναπόφευκτα, και ανάλυση ενός ευρύτερου πλέγματος θεμάτων, που αφορούν τις σχέσεις Ελλάδας – Κύπρου – Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δεν μπορεί να εστιάσει κανείς σε αυτές χωρίς να εξετάσει το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο λήφθηκαν, τι πέτυχαν και τι όχι, τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε σε σχέση με την υλοποίησή τους, και ποια διεθνοπολιτικά ζητήματα τίθενται σήμερα για την Ελλάδα και την Κύπρο.

Οι αποφάσεις του Ελσίνκι και, κυρίως, η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. αποτέλεσαν μια εξέλιξη που μετέβαλε σε σημαντικό βαθμό την ισορροπία μεταξύ Ελλάδας – Κύπρου – Τουρκίας. Για την Τουρκία οι εξελίξεις εκείνες αποτέλεσαν έναν αιφνιδιασμό, καθώς για πρώτη φορά, μετά το 1974, άλλαζαν τους όρους με τους οποίος λειτουργούσε η εξωτερική της πολιτική. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Τουρκία επιδίωξε να ανατρέψει τις συνθήκες που την είχαν φέρει σε δύσκολη θέση και να υπερβεί τα δεδομένα που είχαν δημιουργήσει η ένταξη της Κύπρου και οι όροι του Ελσίνκι.
Στα τέλη του 2019, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξέλιξη των σχέσεών της –όπως και της Ε.Ε.– με την Τουρκία, που πλέον χαρακτηρίζεται από σημαντικές διαφοροποιήσεις και αβεβαιότητες σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Πρώτον, οι σχέσεις Τουρκίας και Ε.Ε. είναι σε πολύ διαφορετικό σημείο απ’ ό,τι δεκαπέντε χρόνια πριν. Δεύτερον, η Τουρκία έχει ρίξει το βάρος της στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, καθώς τα συμφέροντά της στη γεωπολιτική περιοχή της συναρτώνται άμεσα και με τις σχέσεις με τις δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις. Τρίτον, τα πεδία αιχμής των συμφερόντων της Τουρκίας έχουν επεκταθεί στη Μ. Ανατολή, με αποτέλεσμα οι σχέσεις της με την Ευρώπη να έχουν μικρότερη προτεραιότητα και βάρος. Ειδικότερα, η απόφαση της Τουρκίας να συμμετάσχει με αποφασιστικό ρόλο στις ενεργειακές εξελίξεις στην Κύπρο και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου εκπέμπει το μήνυμα ότι αυτή δεν προσδοκά ενεργό υποστήριξη της Ε.Ε. στο θέμα αυτό. Τέταρτον, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας πέρασε σε πιο ενεργητική ή και επιθετική στάση, ανοίγοντας περισσότερα μέτωπα, όχι μόνο στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αλλά και στη Μ. Ανατολή γενικότερα. Η στρατηγική αυτή δείχνει να κινείται ταυτόχρονα σε περισσότερους άξονες, με ευρύτερη στόχευση, μέσα στους οποίους Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν μερικότερα σημεία.

Μέσα στο «δύστοπο» αυτό τοπίο, αποφάσεις για τις σκόπιμες πολιτικές επιλογές και τον τρόπο αντιμετώπισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων προϋποθέτουν σαφείς απαντήσεις στο πρωταρχικό ερώτημα «τι επιδιώκει η χώρα», με ποια στρατηγική μπορεί να υλοποιήσει τις επιδιώξεις της και αν η στρατηγική αυτή θα προσβλέπει:

• Σε συναίνεση των δύο πλευρών για προσφυγή στους κανόνες του διεθνούς δικαίου και σε διεθνείς διαδικασίες, προκειμένου να λυθούν οι εντάσεις μεταξύ τους.

• Σε μια επίλυση με απευθείας διαπραγμάτευση και συμφωνία των δύο πλευρών για τα ζητήματα που θα συμφωνήσουν.

• Στη διαιώνιση των αμφισβητήσεων με αναπαραγωγή του σημερινού σκηνικού. Στην ουσία, αν στόχος είναι απλώς η διατήρηση του status quo, υπάρχει το πλεονέκτημα ότι, όσο διαρκεί το status quo, δεν δημιουργεί αναταράξεις. Ομως, δεν παύουν να ανακύπτουν τα εξής ερωτήματα ή σημεία:

1. Επηρεάζεται στην πράξη η δυνατότητα της Ελλάδας να προχωρήσει στην επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης;

2. Επηρεάζεται η δυνατότητα πραγματικής άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, όπως η εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας;

3. Δημιουργείται η δυνατότητα για την Τουρκία να προσθέτει συν τω χρόνω νέα ζητήματα ή να αξιοποιεί ευκαιρίες για να δημιουργεί τέτοια ζητήματα και να αυξάνει την επιθετικότητά της απέναντι στην Ελλάδα;
4. Δημιουργούνται ανάλογα περιθώρια και για την Ελλάδα;

5. Συντηρείται η δυνατότητα να υπάρξει κρίση, με πιθανότητες να ανατραπεί το status quo, οπότε το νέο ερώτημα είναι: Ποιες θα ήσαν οι συνέπειες για την Ελλάδα συγκρινόμενες με το αποτέλεσμα από μια διεθνή διαδικασία επίλυσης διαφορών;

6. Σε περίπτωση κρίσης, ιδίως με τη «στρατιωτικοποίηση» του θέματος, ποια θα ήταν η τελική κατάληξη, ανεξάρτητα από τη θετική ή αρνητική έκβαση ενός σύντομου θερμού επεισοδίου για μία από τις δύο χώρες; Μήπως η διεθνής παρέμβαση με πίεση και στις δύο χώρες για μια αναγκαστική παραπομπή των διαφορών τους στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ) ή σε άλλες διεθνείς θεσμικές διαδικασίες θα οδηγούσε Ελλάδα και Τουρκία στο ίδιο αποτέλεσμα, όπως αν επιτυγχανόταν μια συναινετική προσφυγή στο ΔΔΧ; Μια τέτοια λύση δεν φαίνεται όμως να προκρίνεται από την Τουρκία. Συνεπώς, δεν θα είχε λόγο να επιλέξει μια στρατηγική που θα την οδηγούσε σε αυτήν, καθώς αυτό θα μπορούσε να το επιδιώξει και να το επιτύχει χωρίς να ξεπεράσει τα όρια.

Οι εξελίξεις δείχνουν ότι δεν υπάρχει στατικό status quo και ότι κάθε νέο status quo συνδέεται με νέα, μη προβλέψιμα προβλήματα, συσχετισμούς ισορροπιών και πιέσεις. Αν οι διαφορές είχαν παραπεμφθεί στο ΔΔΧ είκοσι χρόνια πριν, πιθανώς θα βρισκόμασταν σήμερα με ένα πιο ξεκάθαρο και σταθερό, ίσως όμως διαφορετικό, status quo. Ομως, στις διεθνείς σχέσεις, ούτε οι πιθανές εξελίξεις ούτε τα «αν» μπορεί να απαντηθούν με σιγουριά.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει το θέμα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, και γενικότερα των διαφορών, από διαφορετική οπτική απ’ ό,τι η Ελλάδα. Αποτελεί η θέση αυτή διαπραγματευτική αφετηρία ή αμετακίνητη ακαμψία; Βρίσκεται σε συνάρτηση των διαπραγματευτικών θέσεων της Ελλάδας; Θα ήταν, από μακροχρόνια οπτική, για την Ελλάδα σκόπιμο να δεχθεί μια προσφυγή για ένα ευρύτερο πακέτο θεμάτων και ποιων; Ωστόσο, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να κάνει υποχωρήσεις σε θέματα στα οποία έχει το διεθνές δίκαιο με το μέρος της, ούτε και να τις διαπραγματευθεί με άλλα ζητήματα.

Η εμμονή της Τουρκίας στα στοιχεία της δύναμης, της αυθαιρεσίας, της γεωπολιτικής της σημασίας και των διμερών διαπραγματεύσεων εκφράζουν την ανησυχία ή και τη βεβαιότητά της ότι το διεθνές δίκαιο και τα διεθνή θεσμικά όργανα δεν θα ικανοποιήσουν τις διεκδικήσεις της. Είναι εμφανές ότι η Τουρκία κατανοεί ότι οι μονομερείς της ενέργειες δεν έχουν επαρκή θεσμική νομιμοποιητική βάση και γι’ αυτό δεν επιθυμεί να φέρει τις διεκδικήσεις της σε διεθνή θεσμικά όργανα. Επιδιώκει να αναγκάσει την Ελλάδα να συμφωνήσει σε ένα πακέτο διαφορών το οποίο θα είναι αντικείμενο διμερούς διαπραγμάτευσης, και από το οποίο θεωρεί ότι μπορεί να αποσπάσει κάποιο ευνοϊκό αποτέλεσμα.

Με βάση τη διαπίστωση αυτή, και παρ’ όλον ότι τα τεχνικά ζητήματα (που εν μέρει είναι και πολιτικά) για μια προσφυγή στο ΔΔΧ είναι πολύπλοκα και αλληλένδετα, σταθερή επιδίωξη της Ελλάδας πρέπει να είναι αφ’ ενός να επιτύχει μια συμφωνία με την Τουρκία για προσφυγή στο ΔΔΧ σε θέματα που θα συμφωνηθούν, αλλά, αφ’ ετέρου, να διατηρεί υψηλό το πολιτικό κόστος της Τουρκίας από την άρνησή της να παραπέμψει τις διαφορές της με την Ελλάδα στο ΔΔΧ.

Η σταθερή θέση της Ελλάδας για λύση με θεσμικές διαδικασίες προϋποθέτει ότι θα έκανε αποδεκτή μια απόφαση του ΔΔΧ πάνω στα θέματα για τα οποία θα είχε συμφωνήσει με την Τουρκία να παραπεμφθούν. Ετσι, επανερχόμαστε όχι στις ρυθμίσεις, αλλά στη λογική του Ελσίνκι, το οποίο, όμως, είκοσι χρόνια μετά, ανήκει στο παρελθόν. Σήμερα, πλέον, όταν η μία πλευρά προσφεύγει σε αυθαίρετες και παράνομες κινήσεις, ερμηνείες ή διεκδικήσεις, η άλλη πλευρά δεν μπορεί να παραμένει σε μια στρατηγική που δεν έχει καν επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Η στρατηγική των αναφορών στο διεθνές δίκαιο και στις διεθνείς Συνθήκες και στην ανάγκη σεβασμού των κανόνων τους είναι αναγκαίες και εξαιρετικά χρήσιμες, όμως αντιμετωπίζουν το πρόβλημα ότι η γειτονική χώρα ακολουθεί τη γραμμή ότι οι διεθνείς διαφορές δεν επιλύονται μόνο με το διεθνές δίκαιο αλλά και με τη δύναμη ή, μάλλον, με το διεθνές δίκαιο όπου εξυπηρετεί τα συμφέροντά της και με τη δύναμη όπου το διεθνές δίκαιο δεν τα εξυπηρετεί.

* Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι πρώην υπουργός. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα που επιλέξαμε απότο άρθρο του στον συλλογικό τόμο «Η Στρατηγική του Ελσίνκι 20+1 χρόνια μετά», επιμ. Π. Τσάκωνα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 2021.

ΠΗΓΗ: Kathimerini.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις41 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO41 λεπτά πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή2 ώρες πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Δημοφιλή