Διεθνή
Η ελεύθερη πτώση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής
İlhan Uzgel*
Δεν υπάρχει στην ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας περίοδος με τέτοιο στρίμωγμα και τέτοια απομόνωση. Ειδικά στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στην ιστορία, ο έλεγχός τους βρίσκεται στα χέρια των ΗΠΑ.
Σε προηγούμενα άρθρα, υποστήριξα ότι δύο ήταν οι σημαντικές εξελίξεις στην παγκόσμια πολιτική σκηνή που οδήγησαν σε μετασχηματισμούς στην εξωτερική πολιτική χωρών που εξαρτώνται από το δυτικό σύστημα, όπως η Τουρκία.
Η πρώτη εξέλιξη ήταν το γεγονός της οικονομικής επέκτασης των ισχυρών χωρών (πρόσβαση σε φτηνές ξένες πιστώσεις, δανεισμός) και η ανθυγιεινή, στρεβλή ανάπτυξη που προκλήθηκε από τη μετατόπιση σχετικά παλιών τεχνολογικών επενδύσεων σε γειτονικές χώρες.
Η δεύτερη ήταν η άνοδος δύο δυνάμεων, της Κίνας και της Ρωσίας.
Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται και χώρες οι οποίες είχαν στενή εξάρτηση από το αμερικανικό σύστημα στο παρελθόν, από τη Βραζιλία έως τη Σαουδική Αραβία, από τη Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής έως τις Φιλιππίνες, και από την Αίγυπτο έως το Μεξικό, βρίσκουν πλέον μια ευρύτερη περιοχή δράσης και αποκτούν μια κάποια αυτονομία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής στις περιφέρειές τους απ’ ότι συνέβαινε στο παρελθόν, καθώς στις σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα .
Στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, αυτές οι χώρες μπόρεσαν να επεκτείνουν το φάσμα δράσης τους προσαρμόζοντας τα δικά τους συμφέροντα με τα δυτικά κέντρα, και μερικές φορές ανέλαβαν υπο-ιμπεριαλιστικούς ρόλους χωρίς όμως να εγκαταλείψουν το δυτικό σύστημα.
Η Τουρκία έχει γίνει μια από τις χώρες που έχουν εκμεταλλεύθηκε αυτόν τον παγκόσμιο μετασχηματισμό από τη δεκαετία του 2000, μπόρεσε να επωφεληθεί από αυτήν την χαλάρωση στο παγκόσμιο σύστημα και ήταν επίσης σε θέση να πείσει τους φιλελεύθερους διανοούμενους. Οι κυβερνήσεις του AKP θυσίασαν αυτόν τον σημαντικό μετασχηματισμό εισερχόμενοι σε μια διαδικασία έντονης διπλωματίας στη δεκαετία του 2000 και σε μια άνευ προηγουμένου χρήση στρατιωτικής δύναμης στην περιοχή μετά το 2015.
Σ’ αυτό το άρθρο, θα υποστηρίξω ότι τα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής που αντιμετωπίζει η Τουρκία και η αδυναμία εξόδου από την κατάσταση στην οποία έχει περιπέσεις, προβλήματα που βλέπουμε να εμφανίζονται σε άλλη διάσταση σχεδόν κάθε μέρα, οφείλονται στην ανεύθυνη σπατάλη αυτής της στρατηγικής ευκαιρίας που παρέχεται από την τρέχουσα διαδικασία.
Η τέχνη της μη εξισορρόπησης
Η προσπάθεια του ΑΚΡ να εδραιώσει την περιφερειακή κυριαρχία της Τουρκίας χρησιμοποιώντας έναν φιλελεύθερο λόγο τη δεκαετία του 2000, και στρατιωτική δύναμη τη δεκαετία του 2010, κατέρρευσε. Αυτήν την περίοδο μπορεί να θεωρηθεί ότι μας δόθηκε μια σημαντική ευκαιρία να στηριχθούμε στη Ρωσία, η οποία έχει αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή, όμως η κυβέρνηση του ΑΚΡ έχασε αυτήν την ευκαιρία προβαίνοντας σε άστοχες και απερίσκεπτες ενέργειες, όπως:
- Καταρρίπτοντας το ρωσικό μαχητικό αεροσκάφος, ζητώντας μετά συγνώμη,
- Παίρνοντας τους S-400, για να μπορέσει να πάρει την άδεια από τη Ρωσία να κάνει επιχείρηση εισβολής στη Συρία,
- Επιμένοντας να παραμένει σε μέρη όπως το Idlib.
Μεταξύ των λόγων αυτής της αδιέξοδης κατάστασης μπορούν να απαριθμηθούν τα εξής:
- Το γεγονός ότι βρίσκεται σε αντίθετες πλευρές με τη Ρωσία σε κρίσιμα περιφερειακά ζητήματα,
- Οι ενέργειες που έκανε χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις περιφερειακές ισορροπίες, ενέργειες που οδήγησαν τις χώρες της περιοχής να συνασπιστούν εναντίον της Τουρκίας και στην απομόνωσή της
- Η απώλεια του μοναδικού ερείσματος που είχε η Τουρκία στις ΗΠΑ με την εκλογή του Μπάιντεν,
- Η δήλωση για πρώτη φορά ότι η ΕΕ βρίσκεται σε συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες για το χειρισμό της Τουρκίας.
- Η αστάθεια της τουρκικής οικονομίας
- Η πολιτική του εκκρεμούς μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας έχει εξαντληθεί και πλέον δεν αποδίδει
- Η πολιτική του εκφοβισμού των χωρών της περιοχής με άσκηση στρατιωτικής βίας έχει εξαντληθεί και δεν αποδίδει, όπως επίσης δεν αποδίδει και
- Η πολιτική του εκφοβισμού της Ε.Ε. με την αποστολή μεταναστών και προσφύγων στην ΕΕ.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν τις κύριες αιτίες της εμφάνισης και της συνέχισης των αναταράξεων σε κάθε πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας της Τουρκίας.
Ιστορικό αδιέξοδο και στρίμωγμα της Τουρκίας
Δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ στην ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας τέτοιο στρίμωγμα και τέτοια απομόνωση. Στο παρελθόν, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Τουρκία είχε πιο αξιόπιστη διπλωματική ισχύ. Την δεκαετία του 1970, ακόμη και υπό συνθήκες σοβαρής εσωτερικής αστάθειας και οικονομικής κρίσης, υπογράφηκε, αλλά δεν επικυρώθηκε, η συμφωνία αμυντικής οικονομικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, και το ίδιο διάστημα η Τουρκία κατάφερε να συνεχίσει να μην εγκρίνει την επιστροφή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ.
Το ίδιο ισχύει και για τη δεκαετία του 1990, παρά τις δυσμενείς εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν το διάστημα εκείνο.
Το ΑΚΡ, παρά την εσωτερική σταθερότητα που έχει επιτύχει εφαρμόζοντας καταπιεστικές πολιτικές, λόγω ανικανότητας και αποτυχημένης πολιτικής δεν κατάφερε να εξασφαλίσει μια ισορροπία στην οικονομία, την περιφερειακή πολιτική και στις σχέσεις της με τις μεγάλες δυνάμεις.
Εκτός των παραπάνω, τα τελευταία 10 χρόνια κατάφερε να μετατρέψει την εικόνα της Τουρκίας σχεδόν σε όλο τον κόσμο, η οποία πλέον είναι η εικόνα μιας αρνητικής, αυταρχικής και καταπιεστικής χώρας που απομακρύνθηκε από τη δημοκρατία. Η Τουρκία αυτά δέκα τα χρόνια μετατράπηκε σε μια χώρα που δεν έχει κανέναν φίλο τόσο στη Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, και όλοι πλέον έχουν αντιληφθεί ότι η Τουρκία είναι μια χώρα απονομωμένη και ανίκανη να αντιδράσει.
Έχουμε εισέλθει πλέον σε μια περίοδο κατά την οποία:
- η Ρωσία δεν στέλνει τουρίστες στην Τουρκία,
- οι ΗΠΑ δεν στέλνουν τα F-35,
- η Τουρκία δεν μπορεί πλέον να στείλει ερευνητικά πλοία στην Ανατολική Μεσόγειο, και ταυτόχρονα σε μια περίοδο όπου
- οι ΗΠΑ και η ΕΕ επισήμως, η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία ανεπισήμως, επιβάλουν κυρώσεις στην Τουρκία.
Διέξοδος είναι η Δύση
Όπως αναφέρεται σε ορισμένα σχόλια Τούρκων αρθρογράφων, η κυβέρνηση Ερντογάν επιδιώκει την έξοδο από την απομόνωση και το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει πλησιάζοντας περισσότερο τη Δύση, απ’ ότι άλλες επιλογές όπως η Ρωσία και η Ευρασία. Η Δύση, ειδικά η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ, γνωρίζει αυτήν την κατάσταση και την απόγνωση στην οποία βρίσκεται ο Ερντογάν.
Το διάστημα αυτό η κυβέρνηση του AKP προσπαθεί να εφαρμόσει μια στρατηγική που βασίζεται στα εξής:
- Στην αρνητική συνεργασία με την ΕΕ, δηλαδή να μην της επιβάλλει κυρώσεις, έναντι της απόσυρσης των πλοίων της από την Ανατολική Μεσόγειο,
- Στη θετική συνεργασία με τις ΗΠΑ, δηλαδή, μια στρατηγική εταιρική σχέση στη λεκάνη του Ευξείνου Πόντου και
- Στην ουδέτερη συνεργασία με τη Ρωσία, δηλαδή μια πολιτική ίσων αποστάσεων, υπό τον όρο να μην βλάπτονται τα ρωσικά συμφέροντα.
Ο πυλώνας της ΕΕ φαίνεται ως επιτυχής για την ώρα, διότι η Τουρκία απέφυγε τις κυρώσεις, αλλά και η ΕΕ πήρε αυτό που ήθελε από την κυβέρνηση του ΑΚΡ και ανέθεσε το ρόλο του κακού στην κυβέρνηση Μπάιντεν.
Όμως η ασάφεια και η αβεβαιότητα στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία και ειδικά με τις ΗΠΑ, που “τρίζουν τα δόντια τους”, συνεχίζεται και δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας.
Μια άλλη τελευταία κίνηση του AKP, είναι το άνοιγμα που επιχειρεί ταυτόχρονα με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, τους τρεις κορυφαίους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή, με στόχο να ξεπεράσει την περιφερειακή μοναξιά και να δείξει ότι στις περιφερειακές ισορροπίες θα σταθεί δίπλα στη Δύση, ενώ ταυτοχρόνως στέλνει και ένα μήνυμα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πάντως φαίνεται ότι οι ΗΠΑ έβαλαν στην άκρη την Τουρκία και ανακάλυψαν ξανά την Ελλάδα και την Κύπρο, εμπλέκοντας τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ στην εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου. Όλες αυτές οι χώρες συνεργάστηκαν και έκαναν συμμαχίες στους τομείς της ενέργειας, της διπλωματίας και της ασφάλειας, δίνοντας έτσι μια απάντηση στη στριμωγμένη Τουρκία. Ως εκ τούτου, είναι κατανοητό ότι κανένας από αυτούς δεν βιάζεται να βελτιώσει τις σχέσεις με την Τουρκία και ότι η κάθε μια από αυτές τις χώρες έθεσε τους όρους της μπροστά στην Τουρκία.
Φωλιά προβλημάτων οι σχέσεις με Ε.Ε και ΗΠΑ
Η κατάσταση στην Τουρκία είναι πολύ σαφής και όλοι οι παράγοντες που σχετίζονται με την Τουρκία το γνωρίζουν αυτό. Ειδικά στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στην ιστορία, ο έλεγχος βρίσκεται στα χέρια των ΗΠΑ.
Επίσης, σε καμία περίοδο στην ιστορία, τόσα πολλά “χαρτιά” δεν είχαν συσσωρευθεί στα χέρια των ΗΠΑ. Από τη δυνατότητα εύκολης αντικατάστασης της Τουρκίας με άλλες χώρες της περιοχής, μέχρι την επιβολή κυρώσεων, και από την υπόθεση της δίκης Halkbank έως το θέμα των F-35.
Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει καμία άλλη περίοδος στην ιστορία, που να είχαν εξαντληθεί σε αυτό το βαθμό τα “χαρτιά” που μπορεί να χρησιμοποιήσει η Τουρκία εναντίον των ΗΠΑ.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η δήλωση της κυβέρνησης Μπάιντεν για τη γενοκτονία των Αρμενίων δεν θα αποτελέσει σημείο καμπής στις διμερείς σχέσεις, ούτε θα δημιουργήσει κενό ενώ και οι σχέσεις δεν θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο.
Η κυβέρνηση του Μπάιντεν γνώριζε την αδυναμία αυτή της Τουρκίας και νοιώθοντας ότι είναι σε θέση ισχύος προέβη στην αναγνώριση, ενώ η Τουρκία από την πλευρά της δεν αντέδρασε και δεν έκανε καμία προσπάθεια εξισορρόπησης αυτής της κίνησης. Οι ΗΠΑ περίμεναν ότι η κυβέρνηση του ΑΚΡ θα το αποδεχτεί και έτσι έγινε.
Ο Ερντογάν, που απείλησε τις ΗΠΑ ότι θα κλείσει τις βάσεις του Ιντζιρλίκ και της Μαλάτειας (Κιορετζίκ), όταν στα τέλη του 2019 οι ΗΠΑ συζητούσαν επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία, τώρα, μετά την αναγνώριση, έφθασε στο σημείνο να υποσχεθεί μια συνάντηση με τον Μπάιντεν τον Ιούνιο σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, και δέχτηκε την αναγνώριση όντας σε απόγνωση.
Ο Ερντογάν φοβάται μήπως οι ΗΠΑ αποχωρήσουν από το Ιντζιρλίκ
Εν τω μεταξύ, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι πλέον ρεαλιστικό η Τουρκία να απειλεί με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ ή με κλείσιμο των αμερικανικών βάσεων του Ιντζιρλίκ και του Κιουρετζίκ (Μαλάτεια). Αντιθέτως, στα μηνύματα που δόθηκαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους ιστότοπους από τους κύκλους ασφαλείας των ΗΠΑ, δηλώθηκε ότι η Τουρκία θα μπορούσε να απομακρυνθεί από το ΝΑΤΟ, ότι δεν είναι πλέον αξιόπιστος και προβλέψιμος σύμμαχος, και ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να φύγουν από τη βάση του Ιντζιρλίκ.
Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, οι ΗΠΑ έχουν αποκτήσει νέες βάσεις στην Ελλάδα και ενίσχυσαν τη στρατιωτική τους παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, η οποία υπηρέτησε τις περιφερειακές της πολιτικές για περισσότερα από 50 χρόνια από τη βάση του Ιντζιρλίκ, δεν την παρατάει προς το παρόν, αλλά το σημαντικό είναι ότι αυτή η πολιτική μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση και να φέρει στην ατζέντα για πρώτη φορά το θέμα της αποχώρησης των ΗΠΑ από αυτή τη βάση.
Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος της κυβέρνησης του Ερντογάν.
Σε αυτό το σημείο, μια από τις πιο εκτιμήσεις που εκπλήσσουν τους πάντες είναι ότι σχολιαστές που είναι κοντά στην κυβέρνηση του ΑΚΡ επικρίνουν επίμονα την Ελλάδα για το ότι είναι κοντά στις ΗΠΑ, επειδή αυτή η χώρα είναι γεμάτη πλέον με αμερικανικές βάσεις.
Το τελευταίο διάστημα η Τουρκία εκλιπαρεί τις ΗΠΑ να την προτιμήσουν και να συνεργαστούν μαζί της και να μην συνεργάζονται με το PYD, με το αρμενικό λόμπι και την Ελλάδα, και η κυβέρνηση του AKP πρότεινε στις ΗΠΑ να της δοθούν υπο-ιμεριαλιστικοί ρόλοι του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Παρόλο που η ίδια η απαίτηση είναι ουσιαστικά προβληματική, δίνει την εντύπωση μιας κυβέρνησης που δεν μπορεί να αντέξει οι ΗΠΑ να συνεργάζονται με άλλους παράγοντες παρά με την ίδια.
Η φιλοδοξία της κυβέρνησης του AKP, η ανικανότητα και η αδυναμία πρόβλεψης, η μετατροπή της εξωτερικής πολιτικής σε όχημα παραμονής στην εξουσία δεν ωφέλησαν ούτε τον Ερντογάν, ούτε τη χώρα, ούτε την περιοχή. Η εξωτερική πολιτική πρέπει να γίνεται βασικά για τις μελλοντικές γενιές. Οι σημαντικές αποφάσεις πρέπει να έχουν μόνιμο χαρακτήρα και να είναι μακροχρόνιες. Το μυαλό του AKP, που θέλει να μεταμορφώσει αυτό που έχει καθιερωθεί επί σειράν ετών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, όπως γίνεται και σε άλλους τομείς της ζωής, δημιούργησε προβλήματα σε όλα τα ζητήματα καταστρέφοντας και αποδυναμώνοντας το παλιό. Αποδείχτηκαν ανίκανοι να κάνουν κάτι καλύτερο σε οποιοδήποτε πεδίο. Η εξωτερική πολιτική είναι μέρος αυτής της διαδικασίας.
Ενώ το παγκόσμιο σύστημα πρόκειται να μετασχηματιστεί σε πολυκεντρικό και πολυπολικό, η Τουρκία έχει γίνει μια πιο εξαρτημένη χώρα τόσο οικονομικά όσο και στρατηγικά, καθώς δεν θα μπορούσε να αποκοπεί από τις ΗΠΑ. Σε αυτήν την ιστορική συγκυρία, όπου οι ΗΠΑ / Δύση βλέπουν τη Ρωσία και την Κίνα ως αντιπάλους και χρειάζονται κρίσιμους συμμάχους όπως η Τουρκία, περιττές στρατιωτικές περιπέτειες, ανεκπλήρωτες διεκδικητικές μπαρούφες, όπως η Γαλάζια Πατρίδα, και συμμετοχή σε κάθε σύγκρουση, τελικά αποδυνάμωσαν την Τουρκία στην εξωτερική πολιτική και την έφεραν σε θέση αδυναμίας.
Ενώ μια χώρα όπως η Τουρκία, η οποία θα μπορούσε να έχει πολύ ευρύτερη στρατηγική αυτονομία υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θα μπορούσε να καθιερώσει την εξωτερική της πολιτική με τρόπο να συμβάλει στην ασφάλεια, την ειρήνη και την ευημερία των ανθρώπων που ζουν σε αυτήν τη γεωγραφία, εξάντλησε όλα τα εργαλεία εξωτερικής πολιτικής και εμβάθυνε την εξάρτηση της Τουρκίας έναντι της Δύσης και την κατέστησε αντιπαθή στα μάτια των γειτόνων.
*İlhan Uzgel
iuzgel@gazeteduvar.com.tr
Εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Διεθνών Σχέσεων από το 1988. Εκδιώχθηκε τον Φεβρουάριο του 2017 ενώ ήταν επικεφαλής του τμήματος. Έλαβε το μεταπτυχιακό του από τα Πανεπιστήμια της Άγκυρας και του Κέιμπριτζ και το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας. Διεξήγαγε διδακτορική και μεταδιδακτορική έρευνα σε πανεπιστήμια όπως το LSE, το Georgetown και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα. Έχει πάρει διάφορες υποτροφίες, όπως από το British Council, το Jean Monnet και το ίδρυμα Fulbright. Ενδιαφερόταν περισσότερο για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, την εξωτερική τουρκική πολιτική και τα Βαλκάνια.
Πηγή: gazeteduvar.com.tr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

