Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το καθεστώς Ερντογάν παρέλυσε από τις αποκαλύψεις ενός αρχιμαφιόζου: Οι στρατηγικές επιπτώσεις

Δημοσιεύτηκε στις

Του Melik Kaylan

Η Τουρκία βρίσκεται στη δίνη ενός πολιτικού δράματος, που “κατατρώει” τη χώρα και την ηγεσία της. Μια ηγετική μορφή του τουρκικού υποκόσμου, ο Σεντάτ Πεκέρ, τερμάτισε τις σχέσεις του με το κυβερνών κόμμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και δημοσιεύει στο YouTube μεγάλης διάρκειας βίντεο μέσω των οποίων κατηγορεί για εγκλήματα ηγετικές μορφές της τουρκικής κυβέρνησης και συμμάχους της.

Εγκλήματα που εκτείνονται από δωροδοκίες και δολοφονίες, βιασμούς και λαθρεμπόριο ναρκωτικών, ως την εκτόξευση απειλών κατά μέσων ενημέρωσης που πρόσκεινται στην αντιπολίτευση, τον έλεγχο μεγάλων εθνικών τραπεζών και τη διαφθορά της δικαιοσύνης, σε τέτοιο βαθμό που να μην υφίσταται ουσιαστικά κράτος δικαίου. Η “στρατολόγηση” της μαφίας για να κάνει τη βρώμικη δουλειά -που οι Τούρκοι αποκαλούν “βαθύ κράτος” (άλλωστε αυτοί εφηύραν τον όρο)- ήταν ένα φαινόμενο που άνθισε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και πριν, και το οποίο ο Ερντογάν, όταν πρωτοανήλθε στην εξουσία, υποσχέθηκε να εκριζώσει.

Για αρκετά χρόνια φάνηκε ότι τα είχε καταφέρει. Αυτό, όμως, όπως φαίνεται τώρα, επέτρεψε να εγερθεί γύρω του ένα νέο “βαθύ κράτος”, το οποίο υπηρετεί την ελίτ του κόμματός τους και τους εκλεκτούς του. Τα βίντεο που δημοσίευσε ο Πεκέρ, και τα οποία ήδη έχουν δει περισσότεροι από 50 εκατομμύρια άνθρωποι, έχουν παραλύσει τη διακυβέρνηση της χώρας, ενώ η νομιμότητα του καθεστώτος του Ερντογάν έχει διαρραγεί.

Κι αυτό καθώς, μέχρι στιγμής, ένας ανησυχητικά μεγάλος όγκος πληροφοριών-κατηγοριών που έχει εκστομίσει ο αρχιμαφιόζος φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, αξιόπιστες. Ορισμένες από τις πρόσφατες αποκαλύψεις αντιστοιχούν σε πραγματικά γεγονός, ημερομηνίες, ταξιδιωτικά εισιτήρια, γνωστές συναντήσεις και άλλα παρόμοια. Έχουν γραφτεί άρθρα που αναφέρονται λεπτομερώς σε πολλές από αυτές τις κατηγορίες και σκιαγραφούν τη μακρά ιστορία συνεργασίας του τουρκικού κράτους με “εκτός νόμους δυνάμεις”.

Δεν σκοπεύω, σε αυτήν τη στήλη, να απαριθμίσω τις κατηγορίες, ούτε να αναλύσω την αυθεντικότητά τους. Ο Πεκέρ ισχυρίζεται ότι επίκεινται κι άλλα βίντεο. Η διαδικασία εξελίσσεται. Αλλά κανείς προς το παρόν δεν έχει ασχοληθεί με τις γεωστρατηγικές εκφάνσεις του θέματος. Αυτός είναι ο στόχος μου.

Γιατί πρέπει το θέμα αυτό να μας απασχολεί; Τα βίντεο του Σεντέτ Πεκέρ έρχονται στο φως σε μια εποχή που το καθεστώς Ερντογάν έχει απωλέσει σχεδόν ολοκληρωτικά τη λαϊκή στήριξη, ακόμη και μελών της συντηρητικής του βάσης, κι αυτός είναι ο λόγος που οι κατηγορίες κυκλοφορούν τόσο έντονα. Οι πρόσφατοι λαϊκίστικοι ελιγμοί του Ερντογάν δεν αποδίδουν: όπως η “συνεισφορά” του, με τα τουρκικά drones, στη νίκη του Αζερμπαϊτζάν έναντι της Αρμενίας στην πρόσφατη σύρραξη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, τα εγκαίνια του επιβλητικού τεμένους της πλατείας Ταξίμ που κυριαρχεί σε μια κοσμική γειτονιά και άλλες παρόμοιες κινήσεις

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στους απανταχού Τούρκους και Ισλαμιστές. Όμως, η καταρρέουσα τουρκική λίρα, η τρικλίζουσα οικονομία της χώρας, η διαφθορά του ολιγαρχικού καθεστώτος, αλλά και τα βίντεο του Πεκέρ που αποκαλύπτουν μια σκοτεινή και τρομακτική κλεπτοκρατία, πιθανότατα έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα τον Ερντογάν (όπως επισημαίνουν πολλοί Τούρκοι σχολιαστές).

Ενδεχομένως να καταφύγει στη λύση της εγκαθίδρυσης ενός απολυταρχικού καθεστώτος, όπως στην Λευκορωσίας. Αλλά, εάν το πράξει, η Δύση θα δυσκολευτεί πολύ να συνεργαστεί μαζί του πολιτικά. Είτε φύγει είτε μείνει, η αστάθεια απειλεί τη χώρα· και ενδεχόμενη κατάρρευσή της, λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, θα επηρεάσει την ΕΕ, τα Βαλκάνια, το ΝΑΤΟ, τη ρωσική σφαίρα επιρροής, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Εάν έχετε αμφιβολίες επ’ αυτού, σκεφτείτε απλώς ότι ο Ερντογάν έχει παρέμβει σε όλες τις προαναφερόμενες περιοχές, ωσάν να ήταν τουρκικά εδάφη. Και αν θεωρείτε ότι πρόκειται απλώς για μια εγχώρια, πρόσκαιρη καταιγίδα, ίσως πρέπει να το ξανασκεφτείτε.

Ο Πεκέρ απέφυγε να επιτεθεί ευθέως στον Ερντογάν μέχρι τώρα. Είχε υποσχεθεί να το κάνει στο βίντεο που κυκλοφόρησε την προηγούμενη Κυριακή, αλλά δεν το έκανε, όπως ισχυρίστηκε, για να μην αποδυναμώσει τον Ερντογάν εν όψει της συνάντησή του με τον Αμερικανό πρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, στις 14 Ιουνίου.

Ορισμένοι, ωστόσο, υποθέτουν ότι ο Πεκέρ στην πραγματικότητα συνεργάζεται με τις ΗΠΑ. Σε αυτό το σενάριο, ο Μπάιντεν θα πει στον πρόεδρο της Τουρκίας τι άλλο πρόκειται να αποκαλύψει ο Πεκέρ αλλά και τι ζητούν οι ΗΠΑ προκειμένου να μείνει το στόμα του κλειστό. Όπως για παράδειγμα, “είναι η ώρα να φύγεις, και έτσι θα το κάνεις”. Ή απλώς, “ξεφορτώσου τους ρωσικούς πυραύλους που αγόρασες, φύγε από τη Συρία και τη Λιβύη” κ.λπ.

Σε αυτήν την περίπτωση, το πιθανότερο είναι ότι ο Ερντογάν θα “αντεπιτεθεί” λέγοντας στο εσωτερικό του ακροατήριο ότι ο Πεκέρ και ο Μπάιντεν συνωμοτούν σε βάρος της χώρας και πως όλοι οι Τούρκοι πατριώτες πρέπει να συνασπιστούν. Άλλωστε έχει μεταχειριστεί ένα ανάλογο τέχνασμα και στο παρελθόν και λειτούργησε – το 2014, όταν αποκαλύφθηκαν ηχογραφημένες συνομιλίες όπου ο Ερντογάν έδωσε εντολή στον γιό του να κρύψει εκατομμύρια δολάρια από παράνομες συναλλαγές σε περίπτωση επιδρομής της αστυνομίας. Τότε, ισχυρίστηκε ότι οι ηχογραφημένες συνομιλίες είναι πλαστές, η δημοτικότητά του αυξήθηκε, και επιπλέον συγκέντρωσε στα χέρια του περισσότερες εξουσίες. Η συντηρητική βάση του κόμματός του επέλεξε να μην δώσει σημασία. Θα μπορούσε να ξαναγίνει.

Θα μπορούσε. Αλλά η “ασυλία” του δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ ακόμη, δεδομένου ότι η καταρρέουσα οικονομία και άλλα δεινά συνεχίζουν να πλήττουν τον λαό, κοσμικούς και θρήσκους. Η Θάλασσα του Μαρμαρά στην Κωνσταντινούπολη πεθαίνεις και απειλεί να εξαπολύσει μολυσματικές ασθένειες. Ο Ερντογάν έχει εξαντλήσει την πολεμική του ρητορική που ενσωματώνει όλες τις αντιδημοκρατικές, αντι-ισλαμιστικές δυνάμεις, όπως τρομοκράτες, Γκιουλενιστές, πραξικοπηματίες, έως και ξένες δυνάμεις.

Η χώρα είναι τρομαγμένη και θυμωμένη, μπαϊλντισμένη από τις ηρωικές θυσίες και την πατριωτική υπεροψία, ενώ οι εκλεκτοί του Ερντογάν “αυγατίζουν” τις περιουσίες τους.

Άλλωστε, ο Σεντάτ Πεκέρ έχει ήδη κατηγορηθεί για συνωμοσία με ξένες δυνάμεις από τα σε μεγάλο βαθμό χειραγωγούμενα μέσα ενημέρωσης, που ισχυρίζονται ότι δημοσιεύει τα βίντεο κατόπιν συνεννόησης με την CIA, την Μοσάντ και άλλα, αλλά αυτό δεν έπληξε την αξιοπιστία του. Σε τελική ανάλυση, τα πατριωτικά διαπιστευτήριά του δύσκολα μπορούν να αμφισβητηθούν αφού είναι ευρέως γνωστό ότι ήταν ο ηγέτης της υπερεθνικιστικής μαφίας.

Οι διεθνείς επιπτώσεις
Αλλά ας επιστρέψουμε στις διεθνείς επιπτώσεις του θέματος. Ο Πεκέρ ισχυρίζεται ότι έχει διαφύγει στο Ντουμπάι ή κάπου τέλος πάντων στον Περσικό Κόλπο. Όπου κι αν κρύβεται, σίγουρα κινδυνεύει η ζωή του. Ως εκ τούτου, κάποια χώρα θα πρέπει να του παράσχει ασυλία. Υπάρχει η αίσθηση ότι θα μπορούσαν να του παράσχουν καταφύγιο οι Σαουδάραβες – ως εκδίκηση για τον ρόλο που έπαιξε ο Ερντογάν στην αποκάλυψη της δολοφονίας του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Κασόγκι μέσα στο Προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Τουρκία.

Ωστόσο, τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης έχουν αποφύγει σε μεγάλο βαθμό να αναφερθούν στη Σαουδική Αραβία, πιθανότητα λόγω των υψηλού επιπέδου συναντήσεων για τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, που προηγήθηκαν των αποκαλύψεων του Πεκέρ.

Ο Ερντογάν θα μπορούσε πράγματι να επιδιώξει οικονομικές “ενέσεις” από τη Σαουδική Αραβία για την τουρκική οικονομία, αλλά μόνο μέσω των δικών του “καναλιών”. Όπως έχω επισημάνει και στο παρελθόν, σε έναν βαθμό οι δύσκολες εποχές είναι προς το συμφέρον του, όσο βέβαια οι εκλεκτοί του και οι ολιγάρχες διαθέτουν επαρκή ρευστότητα ώστε να αγοράζουν την “πίστη” μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Με άλλα λόγια, μια πολυμορφική οικονομία εγείρει μια άλλου είδους απειλή για το καθεστώς του Ερντογάν. Επομένως, μια ελεγχόμενη οικονομία με διευρυμένο τον τομέα της παραοικονομίας έχει τα πλεονεκτήματά της. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πετρελαϊκές συμφωνίες με τον Περσικό Κόλπο παρέχουν τη δυνατότητα διενέργειας συναλλαγών σε ένα ανεξάρτητο εμπόρευμα που παράλληλα λειτουργεί ως νόμισμα, όπως ο χρυσός ή το bitcoin. Αυτό είναι κάτι που γνωρίζει καλά η τουρκική ελίτ.

Οι αναγνώστες σίγουρα θυμούνται ότι οι ΗΠΑ έχουν ασκήσει διώξεις σε βάρος μιας τουρκικής κρατικής τράπεζας για ξέπλυμα πετροδολαρίων του Ιράν.

Κάτι που μας φέρνει στο θέμα των σχέσεων της Άγκυρας με τη Βενεζουέλα, μια μακρινή και μάλλον “δύσκολη” στον χειρισμό της χώρας, σε σχέση με τον τρόπο που συνήθως ενεργεί η Τουρκία. Όπως έχω εξηγήσει στο παρελθόν, η ελκυστικότητα της Βενεζουέλας υπό τη διακυβέρνηση Μαδούρο για αμφιλεγόμενους κρατικούς φορείς έγκειται στον ρόλο της ως πυλώνα της παγκόσμιας μαύρης οικονομίας. Ο Ερντογάν πήγε στη χώρα ο ίδιο για να υπογράψει μια διμερή συμφωνία χρυσού. Η Βενεζουέλα διαθέτει πλήθος εμπορευμάτων που λειτουργούν ως υποκατάστατα χρήματος – πετρέλαιο, χρυσό, ουράνιο και… ναρκωτικά.

Μην ξεχνάμε τα δημοσιεύματα του 2017 που έλεγαν ότι “οι ΗΠΑ ενέταξαν στη μαύρη λίστα τον αντιπρόεδρο της Βενεζουέλας ως έμπορο ναρκωτικών”. Τώρα έρχεται ο Σεντάν Πεκέρ να ισχυριστεί ότι ο γιός ενός πρώην Τούρκου πρωθυπουργού πήγε στη Βενεζουέλα για να “στήσει” έναν νέο “δρόμο κοκαΐνης” προς την Τουρκία – ο προηγούμενος δίαυλος με την Κολομβία είχε αποκαλυφθεί. Υπάρχουν άρθρα που περιγράφουν λεπτομερώς το θέμα. Ο πρώην πρωθυπουργός αρνήθηκε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς αυτούς, υποστηρίζοντας ότι ο γιος του μετέβη στη χώρα για να παραδώσεις ανθρωπιστική βοήθεια για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Έχω, επίσης, επισημάνει παλαιότερα ότι το καθεστώς της Άγκυρας καταβάλει μεγάλες προσπάθειες να δημιουργήσει αντισταθμίσματα έναντι ενδεχόμενων κυρώσεων από τις ΗΠΑ. Μην ξεχνάτε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στην Τουρκία δις, μία για την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400 και μία με αφορμή τη φυλάκιση ενός Αμερικανού ευαγγελιστή πάστορα.

Έχουμε επίσης σημειώσει σε προηγούμενες στήλες ότι το καθεστώς της Άγκυρας έχει καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για τη δημιουργία αντιστάθμισης έναντι πιθανών κυρώσεων στις ΗΠΑ. Θυμηθείτε ότι ο Πρόεδρος Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στην Τουρκία δύο φορές, για την αγορά ρωσικών πυραύλων S-400 και για τη φυλάκιση ενός Αμερικανού ευαγγελιστή. Και οι δύο περιπτώσεις συγκλόνισαν την οικονομία της χώρας.

Με τον κίνδυνο πιο στοχευμένων κυρώσεων σε βάρος Τούρκων ολιγαρχών, δεν θα αποτελέσει έκπληξη εάν αποκαλυφθεί ότι μεμονωμένα μέλη της ελίτ αναζητούν τρόπους να αντισταθμίσουν τις κυρώσεις. Άλλωστε, ασχέτως με τις κατηγορίες του Σεντάτ Πεκέρ, η Τουρκία έχει τη φήμη του κόμβου ναρκωτικών.

Το πρόσφατο πλήγμα σε ένα παγκόσμιο δίκτυο ναρκωτικών που εκτείνεται από την Αυστραλία έως τις ΗΠΑ συνδέεται με τον γεννημένο στο Σίδνεϊ Τούρκο βαρόνο των ναρκωτικών Χακάν Αγίκ, ο οποίος είχε καταφύγει στην Τουρκία, όπου ζούσε ανενόχλητος ανεβάζοντας ακόμη και φωτογραφίες στο Facebook επιδεικνύοντας τα πλούτη του.

Πρόκειται για τον άνθρωπο που ακούσια διένειμε τα “παγιδευμένα” τηλέφωνα που επέτρεψαν στις διωκτικές αρχές να συλλάβουν εκατοντάδες δράστες σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι, λοιπόν, παράλογο που πλέον οι ηγέτες της τουρκικής αντιπολίτευσης και μέσα ενημέρωσης χαρακτηρίζουν την Τουρκία κράτος ναρκωτικών. Όπως και εν γένει στο εμπόριο, η χώρα βρίσκεται σε στρατηγική θέση ώστε να αποτελέσει κόμβο μεταξύ ηπείρων.

ΠΗΓΗ: capital.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή