Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι ιστορικοί δεσμοί της Γερμανίας με την Τουρκία – Πώς ξεκίνησαν και γιατί

Δημοσιεύτηκε στις

Κωνσταντινούπολη 1917 – Ο Κάιζερ μαζί με τον Μωάμεθ τον Πέμπτο και τον Ενβέρ Πασά.

Και η γερμανική εξωτερική πολιτική και οι συνέπειες της για τους Έλληνες από το 1878 έως το 1923

Ευστρατία  Dawood  Ιστορικός – Κινηματογραφιστής

Στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα η Γερμανία εκδηλώνει την επιθυμία της να καθιερωθεί ως μεγάλη αποικιακή δύναμη στην Ανατολή. Ο κυριότερος αντίπαλός της, η Αγγλία, είναι ήδη μια υπολογίσιμη δύναμη στη Μέση Ανατολή πράγμα που αναγκάζει τη Γερμανία να στρέψει το ενδιαφέρον της προς το απομεινάρι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Μικρά Ασία.

Στόχος της είναι να το θέσει εντελώς κάτω από την επιρροή της και να το διαμορφώσει με τον τρόπο που συμφέρει καλύτερα. Ο τρόπος αυτός περιλαμβάνει την ενίσχυση του τουρκικού στοιχείου και τον πλήρη εκτουρκισμό της περιοχής στα πλαίσια μια γερμανικής εκπαίδευσης και προπαγάνδας.

Το κίνημα των Νεοτούρκων στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία ενός «εθνικού» κράτους με ένα έθνος, μια θρησκεία και «εθνική» οικονομία. Δεν υπάρχει τίποτε το παράξενο σ’αυτό, αφού ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της δημιουργίας των εθνικών κρατών στην Ευρώπη με τη Γερμανία ένα σχετικά νεοσύστατο κράτος. Άρα, Γερμανοί και Νεότουρκοι συμφωνούν απολύτως μεταξύ τους σ’αυτό το σημείο.

Δύο είναι τα μεγάλα προβλήματα έχουν να αντιμετωπίσουν. Η πολιτιστική καθυστέρηση των Τούρκων από τη μια πλευρά και οι ισχυρές- μη μωαμεθανικές,-μειονότητες της περιοχής, Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι οι οποίοι είναι κατά κανόνα πιο μορφωμένοι και οπωσδήποτε κρατούν στα χέρια τους την οικονομία της περιοχής, κυρίως μέσω του εμπορίου.

Αν η Γερμανία θέλει να επιτύχει την δημιουργία ενός εθνικού τουρκικού κράτους κάτω από «ευρωπαϊκή»-διάβαζε γερμανική επιρροή-οι μειονότητες αυτές θα πρέπει να εξαφανιστούν, έστω κι αν Έλληνες και Αρμένιοι κατοικούν σε εδάφη που κατέχουν αιώνες πριν από την εμφάνιση των Σελτζούκων Τούρκων στην περιοχή, δηλαδή βρίσκονται στις πατρίδες τους.

Επομένως έχουν βάσιμες διεκδικήσεις ανεξαρτητοποίησης από την οθωμανική κατοχή.  Από όποια πλευρά κι αν το αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα Γερμανοί και Νεότουρκοι, η λύση παραμένει μία. Οι πληθυσμοί αυτοί πρέπει να εξολοθρευτούν.

Οι Τούρκοι θα εφαρμόσουν τα δραστικά μέτρα εξόντωσης αλλά οι Γερμανοί θα στήσουν το θεωρητικό οικοδόμημα αυτής της εξόντωσης, την οποία θα παρακολουθήσουν με απάθεια. Αυτό αποκαλύπτουν τα στοιχεία της έρευνάς μου.

Οι επιστήμες των Γερμανών στη διάθεση του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού του Κάιζερ στις σφαίρες επιρροής της μέσα στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το γεγονός ότι το κράτος του Κάιζερ και οι Νεότουρκοι ήταν σύμμαχοι κατά τη διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου δεν είναι κάτι άγνωστο στους ιστορικούς. Τίθεται όμως το ερώτημα με ποιο τόπο ενέτεινε τη συνεργασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τον Κάιζερ η συμβολή των επιστημών.

Οι ακόλουθοι φάκελοι από τα Πρωσικά μυστικά αρχεία του Κράτους στο Βερολίνο ρίχνουν βαθύτερα το φως στη διαπλοκή μεταξύ επιστημών και και πολιτικών μηχανορραφιών του Κράτους του Κάιζερ. Εδώ γίνεται φανεροί ο ρόλος και η σημασία της επιστήμης στον πόλεμο για την αποικιακή εξάπλωση στη Μικρά Ασία.

Ο φάκελος Ι. ΗΑ Rep. 89 Nr. 13350 αποκαλύπτει σχέδια που σχετίζονται με την Τουρκία και έχει τίτλο:« Νέες επιστημονικές επιχειρήσεις που αφορούν την Τουρκία».

Σχέδια που αφορούν τα κρατικά συμφέροντα δίνουν προτεραιότητα στους φακέλους. Ο στόχος ήταν να συνδέσουν την τουρκική με την γερμανική κουλτούρα. Κρατικά μέσα έπρεπε να διατεθούν γι’αυτό. Τα συμφέροντα του Κράτους βλέπουν κάθε προσπάθεια στα πλαίσια μιας  «κλειστής πολιτιστικής πολιτικής».

Πράγμα που σημαίνει: ένωση, επίβλεψη και «ει δυνατόν επηρεασμός». Ο διαχωρισμός επιστήμης και πολιτικής αναιρέθηκε με τη δικαιολογία ότι ο «Αντίπαλος» στην Ανατολή (εννοείται η Αγγλία) έχει ήδη μια δυναμική παρουσία στην περιοχή και από καιρό έχει χαράξει το δρόμο «άρα (πρέπει) και οι δικές μας επιστημονικες επιχειρήσεις να εκτιμηθούν (γίνουν) ως πολιτικές».

Απόσπασμα:«Μπορεί, επίσης, και μάλιστα οφείλει αυτή η πολιτιστική εργασία να μετατραπεί σε σημαντικό παράγοντα των γερμανο-τουρκικών σχέσεων». (ibid) Τα σχέδια έπρεπε τελικά να επεξεργαστεί το Υπουργείο Πολιτισμού.

Στην σελ. 6 υπάρχει η επιλογή των οργανώσεων που θα ήταν χρήσιμες στις κρατικές υποθέσεις του γερμανικού Ράιχ. Ειδικά προβάλλεται η «Γερμανική Εταιρία της Ανατολής». Υπαγόταν στο Προτεκτοράτο του Κάιζερ και διεξήγαγε εκτεταμένες ανασκαφές στις περιοχές του Ασσυρο-βαβυλωνιακού πολιτισμού. «Δεδομένου ότι όλες οι χώρες με αρχαίο πολιτισμό αντιτίθενται όλο και περισσότερο στην εξαγωγή των καλλιτεχνικών τους θησαυρών, η Τουρκία παραμένει η μόνη μεγάλη δεξαμενή γαι την πλήρωση των μουσείων μας». Οι ανασκαφές πραγματοποιούνταν σε αρχαίες ελληνικές πόλεις όπως  Πέργαμος,  Μίλητος,  Δίδυμα κλπ.

Ωστόσο το πιο σημαντικό πολιτιστικό και πολιτικό ίδρυμα υπό το Προτεκτοράτο του Υπουργείου Εξωτερικών ήταν η «Γερμανο-Τουρκική Ένωση»(ΓΤΕ) υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Jäeckh. 

Αυτή η εταιρία είχε ιδρυθεί πριν από τον πόλεμο και στις πρώτες παραγράφους του καταστατικού διαβάζουμε το εξής:

«να φέρουμε πιο κοντά την γερμανική και την τουρκική εκπαίδευση και να μεταδώσουμε, ιδιαίτερα, τα επιτεύγματα της γερμανικής επιστήμης στον πληθυσμό του τουρκικού Κράτους, στην παρούσα τους κατάσταση». Σκοπός και στόχος της ένωσης ήταν η ίδρυση σχολείων, οικοτροφείων, νοσοκομείων και σανατορίων και πανεπιστημίων στην Τουρκία. Η αποστολή εκπαιδευτικών, γιατρών, η ίδρυση βιβλιοθηκών, μορφωτικών ιδρυμάτων, η προώθηση σχολείων, η εκτύπωση φυλλαδίων, η ίδρυση της λέσχης «Τευτονία» στην Κωνσταντινούπολη και της Οθωμανικής Λέσχης στο Βερολίνο. Ιδρύθηκε, επιπροσθέτως,  ένα «Κεντρικό Γραφείο για Γερμανο-Τουρκικά Οικονομικά Ζητήματα».

.
.

Στις αρχές του πολέμου η ΓΤΕ ίδρυσε το «Γερμανικό Σπίτι» στην Κωνσταντινούπολη (Το Σπίτι της Φιλίας). Τα χρήματα συνέλεξε ο καθηγητής Jäeckh (1,5 εκατομμύριο γερμανικά μάρκα). Αντίθετα, στην Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε η «Τουρκο-Γερμανική Ένωση» (ΤΓΕ) «για την καλύτερη προσέγγιση των δύο εθνών». 

Η ανάγκη για το «Κεντρικό Γραφείο για Γερμανο-Τουρκικά Οικονομικά Ζητήματα» είχε την εξής δικαιολογία:«Οι οικονομικές συνθήκες στην Ανατολή και ακόμη περισσότερο το οικονομικό σκεπτικό των Ανατολιτών διαφέρουν ριζικά από τις δικές μας», γι’ αυτό χρειάζεται ο γερμανικός επιχειρηματικός κόσμος καθοδήγηση. Αυτό το γραφείο είχε μια συμβουλευτική, προπαγανδιστική και οικονομική βάση.

Μια άλλη δημιουργία  τον καιρό του πολέμου είχε αναληφθεί από το Υπουργείο των Εξωτερικών, «Το Γραφείο Ειδήσεων για την Ανατολή». Κύριος λόγος της ίδρυσης ήταν η εξάπλωση των γερμανικών ειδήσεων στον Τύπο της Ανατολής, επομένως στον ευρύτερο κύκλο περιοχών της Ανατολής «από τον Ατλαντικό Ωκεανό έως τoν Ειρηνικό Ωκεανό»(ibid).

Το Γραφείο Ειδήσεων της Ανατολής διαχωρίστηκε από τα Κεντρικά του Βερολίνου, το οποίο όπως και πριν παρέδιδε το απαραίτητο υλικό για την οικονομική και προπαγανδιστική δραστηριότητα(σελ. 7.)

Διευθυντής του Γραφείου Ειδήσεων ήταν ο καθηγητής Mittwoch. Συντάχθηκε και υποβλήθηκε μνημόνιο στο Υπ. Εξ. ώστε το Γραφείο Ειδήσεων να συγχωνευθεί με τα Κεντρικά Γραφεία και άλλους σχετικούς οργανισμούς.

Το Ινστιτούτο Ανατολής προοριζόταν να λειτουργήσει ως κέντρο μεταπτυχιακών σπουδών για το Σεμινάριο Ανατολικών Γλωσσών του Βερολίνου. Περαιτέρω ομάδες προστέθηκαν το 1915 στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Διορίστηκαν 17 Γερμανοί καθηγητές οι οποίοι θα λειτουργούσαν ως επιστημονική αποστολή σε πολιτιστικό-πολιτικό επίπεδο και εκτιμώντο εξίσου με την πολιτικο-στρατιωτική αποστολή. Οι «Κύριοι» θα ήταν «φορείς πολιτισμού» και προπαγανδιστές της ειδικότητάς τους ο καθένας. 

Κύριος στόχος της εργασίας τους ήταν να διαπιστώσουν με ακρίβεια σε ποια έκταση η ειδικότητά τους «εξυπηρετούσε καθαρώς ιδιαίτερα τουρκικά συμφέροντα ή σε ποιο βαθμό μέσω της εξυπηρέτησης των τούρκικων συμφερόντων θα φαίνονται ταυτόχρονα χρήσιμοι στα γερμανικά συμφέροντα».

Ακολουθούσαν οι διάφορες ειδικότητες:

Κατ’ αρχάς ο καθηγητής της Γεωγραφίας (Καθ. Obst). Κύριο θέμα: «Η κλιματολογία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας». 

Το γερμανικό Ράιχ είχε στόχο τη δημιουργία μιας βάσης στην οποία θα προωθείτο μια συλλογή δεδομένων προς χρήση επιχειρήσεων γεωργικής και τεχνικής φύσεως. Αλλά δεν ξεχνούσαν και τη συλλογή περαιτέρω πληροφοριών για τον Στρατό, πχ. το Ναυτικό και την Αεροπορία.

«Γι’ αυτό το σκοπό καλύφθηκε ολόκληρη η τουρκική επικράτεια από ένα δίκτυο σταθμών και παράλληλα δημιουργήθηκε μια αληθινά ισχυρή βάση  για εκτίμηση» (σελ. 9 ibid). „Επίσης, έπρεπε να παρεισφρήσουν γεωπολιτικές έρευνες και ζωολογικός σταθμός από άλλους καθηγητές… «γι’ αυτό το Ινστιτούτο Ζωολογίας εγκρίθηκαν από την τουρκική κυβέρνηση 85 000 εκατ. Εδώ υπεισερχόταν μια συνεργασία γερμανικών και τουρκικών συμφερόντων(σελ. 19 ibid). Κάποιος καθηγητής Leick ανέλαβε την πρωτοβουλία ίδρυσης ενός βιολογικού ινστιτούτου για την έρευνα της θαλάσσιας και χερσαίας χλωρίδας. Άλλη μια πρωτοβουλία των γερμανών καθηγητών ήταν να αναζωπυρώσουν ένα κίνημα που θα έβαζε ως στόχο τη «Δωρεά Βιβλίων» προς την Τουρκία.

Με την υποκίνηση του καθηγητή Kampffmeyer δημιουργείται μια «΄Ενωση των Φίλων της Τουρκικής Λογοτεχνίας» . Αυτή είχε από την αρχή συγκροτηθεί με την καθοδήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Στόχος ήταν η δημιουργία Βιβλιοθήκης η οποία κατ’ αρχήν θα εξυπηρετούσε τις έρευνες των Γερμανών. Η ένωση που ονομαζόταν «Ανατολικό Ινστιτούτο Μεχμέτ-Ρεσάντ ο 5ος» που δημιουργήθηκε από τους Δόκτορες Nossing  και Vollbehr και στο Συμβούλιο της οποίας συμμετείχαν ο Imhof-Pascha  και ο υπουργός του Κράτους Hentig που έπαιξε μεγάλο ρόλο σε συνεργασία με την Τουρκική πρεσβεία.

(Σ’ αυτό το σημείο η συντάκτρια του κειμένου θα επιθυμούσε να παραπέμψει στην πρόσφατη κριτική στην έκθεση του Μουσείου με τίτλο «Κάιζερ και Σουλτάνος. Γείτονες στην Ευρώπη των μέσων της πειόσου 1600-1700».

Διαβάστε επίσης: Η «αγία» Οθωμανική Αυτοκρατορία ή πώς Τουρκία και Γερμανία παραποιούν την ιστορία

Η ανάμειξη του Μουσείου και του Τουρκικού Προξενείου στην Καρλσρούη όπως και η συμμετοχή του Υπουργείου Πολιτισμού στην παραχάραξη της Ιστορίας το 2020 ανάγκασε την Διεύθυνση Μουσείου να λάβει θέση. Η Διεύθυνση όπως και το Υπουργείο απέκρυψαν τη θέση τους κάτω από το πρόσχημα ότι η έκθεση οργανώθηκε από 10 διεθνείς επιστήμονες ).

Στο γερμανικό κράτος υπήρχαν συλλογές πολύτιμων βιβλίων. Εδώ πρέπει να τονιστεί η συλλογή της εταιρείας Gsellius, η οποία περιείχε ποικιλία βιβλίων «για την παλαιότερη Ιστορία της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένων παλαιών ταξιδιωτικών βιβλίων και αντι-τουρκικής λογοτεχνίας από την εποχή των τουρκικών πολέμων, ιδιαίτερα μάλιστα της αφορισμένης από τον Πάπα, μερικά από αυτά μοναδικά στο είδος τους“(ibid)

Η Βιβλιοθήκη είχε ελεγχθεί από από ειδικούς της Βασιλικής Βιβλιοθήκης και διαπιστώθηκε ότι τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς τους τόμους έλειπαν από τη Βασιλική Βιβλιοθήκη. Γι’ αυτό δήλωσαν οι Κύριοι ότι « θα ήταν μεγάλη καταστροφή για την γερμανική επιστήμη να φύγουν τα βιβλία αυτά από τη χώρα και επίσης πολιτικά ανόητο να δωρίσουν στην Κωνσταντινούπολη λογοτεχνία τουρκο-φοβικής φύσεως». (ibid)

Σ’ αυτό το σημείο τίθεται το ερώτημα ως ποιο βαθμό συμμετείχαν το Υπουργείο Πολιτισμού και η Επιστήμη στην χαλκευμένη αντίληψη της τουρκικής Ιστορίας. 

Μια άλλη ειδικότητα επιστρατεύθηκε από την γερμανική προπαγάνδα, αυτή των γιατρών.

Ο Γερμανός στρατιωτικός γιατρός Δρ Rodenwald υπέδειξε ότι «σχεδόν δεν υπάρχει καλύτερο μέσο προπαγάνδας υπέρ της Γερμανίας από τη βελτίωση των υγειονομικών κέντρων της χώρας»(σελ. 12 ibid). Σ’ αυτό το πλαίσιο προγραματιζόταν το χτίσιμο νοσοκομείου στη Σμύρνη και η ίδρυση Ινστιτούτου λοιμωδών νόσων.

Ο καθηγητής Müller από την Πολυκλινική του Würzburg με τον πρώην πρέσβυ von Külhmann έκαναν ένα προσχέδιο «εξαιτίας της πολεμικής εμπειρίας της Τουρκίας, … ότι η γερμανική πολιτιστική επίδραση όφειλε πρωτίστως να υπηρετήσει την ιατρική επιστήμη».(ibid)

Και η Συρία όφειλε να παραμείνει στο οπτικό πεδίο. Ο λόγος:«Όταν σκεφθούμε ότι η επιρροή της Entente στη Συρία, εδώ και δεκαετίες, είχε ως αφετηρία την Ιατρική Αποστολή, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε την τεράστια σημασία αυτών των σχεδίων για ολόκληρη την πολιτιστική μας πολιτική στην Ανατολή. (ibid) Το Γεωργικό Ινστιτούτο της Κωνσταντινούπολης θα έπρεπε παρεμπιπτόντως να υποστηρίξει τις «ενωμένες κατά τον πόλεμο Δυνάμεις, Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Βουλγαρία και Τουρκία». (σελ. 13 ibid)

Το προσεκτικά προετοιμασμένο σχέδιο βρίσκεται στα χέρια του Υπ. Εξ. (ibid) Η οικονομική πλευρά καλύφθηκε κυρίως από «κρατικά μέσα». Στα Αρχεία βρίσκονται προτάσεις πολλών άλλων προγραμμάτων με τη συμμετοχή της επιστήμης γαι την επίτευξη μιας ευρείας πολιτο-πολιτιστικής προπαγάνδας προς όφελος της Γερμανίας και της επιρροής της στην Τουρκία», ειδικά από την άποψη των Φυσικών Επιστημών, της Εθνογραφίας και της Οικονομίας. (σελ. 14 ibid)

Οι νομικές επιστήμες θα έπρεπε να καλύψουν το πεδίο «πρακτικής φύσης πληροφοριών από τη νομική ζωή των Βαλκανίων και της Τουρκίας». Στόχος των θεσμών ήταν να υπηρετήσουν σταθερά μια τουρκόφιλη πολιτική, «θα πρέπει μόνον οι Τούρκοι να συνειδητοποιούν πάντα ότι σ’ αυτά τα Ινστιτούτα είναι φιλοξενούμενοι της Γερμανίας». (ibid)

Η επιστήμη και τα ιδρύματα «τα οποία στηρίζουν τα γερμανικά συμφέροντα στην Τουρκία» θα έπρεπε να υποστηριχθούν. «Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι εφαρμοσμένες ή εφαρμόσιμες επιστήμες έχουν προτεραιότητα… επομένως Δίκαιο, Οικονομία, Ιατρική, Γεωγραφία είναι χρησιμότερες από την Αρχαιολογία ή την Ιστορία όταν πρόκειται για τα γερμανικά συμφέροντα». (ibid)

Στη Γερμανία θα έπρεπε να συμβάλλουν στα σχέδια για «την προώθηση μιας καλύτερης γνώσης της Τουρκίας». Επομένως θα ήταν ευπρόσδεκτη η ίδρυση των κάτωθι:

  1. Ίδρυση ενός Ινστιτούτου τουρκικού και ισλαμικού Δικαίου. Κι εδώ επιλέχθηκαν πρόσωπα τα οποία ήταν κατάλληλα για τη σύνδεση των γερμανικών συμφερόντων με το ισλαμικό Δίκαιο. Ο Δρ Erich Nord, διερμηνέας στο Γενικό Προξενείο της Κωνσταντινούπολης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. «Θα τοποθετούσε με βάση πρωσσικούς πόρους ένα προσωπικό που θα μπορούσε να αποτελείται από ένα γηγενή Κωνσταντινοπολίτη δικηγόρο, ένα Τούρκο μουλά και ένα νεαρό Γερμανό λόγιο με γνώσεις αραβικής και ει δυνατόν με νομικές γνώσεις. (σελ 22 ibid).

Στόχος ήταν η δημιουργία από το Ινστιτούτο μιας εξαιρετικής παρουσίασης του τουρκικού Δικαίου σε μορφή βιβλίου, όσο το δυνατόν συντομότερα, διότι αλλιώς θα εβλάπτοντο τα γερμανικά συμφέροντα λόγω «Απώλειας χρόνου».

  1. Ιατρικά ιδρύματα διότι «η Ιατρική κρατούσε εξέχουσα θέση στην γερμανική πολιτιστική πολιτική στην Τουρκία». Το Υπουργείο Πολιτισμού θα συμμετείχε ανάλογα με τις δυνάμεις του. (ibid)
  2. Δημιουργία ενός γερμανικού Ινστιτούτου επιστημών στα πλαίσια του «Σπιτιού της Φιλίας». Στόχος η εξερεύνηση της χώρας των Τούρκων που αποτελούσε «terra incognita» και η επιμόρφωση Γερμανών εμπειρογνωμόνων «σε κάθε επιστημονικό πεδίο» για την χρησιμοποίησή τους στην Τουρκία.  Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη με υποτροφία άτομα από διάφορα επιστημονικά πεδία. Κατά πρώτον, πολιτικοι οικονομοι, γεωγράφοι, γεωλόγοι, γλωσσολόγοι, εθνογράφοι αλλά και ιστορικοί και αρχαιολόγοι. «Μετά την επιστροφή τους θα έπρεπε, ως ειδικοί στο επιστημονικό τους πεδίο αλλά και ως γνώστες των τουρκικών συνθηκών να βοηθήσουν την γενική πολιτική μόρφωση της ακαδημαϊκής νεολαίας μας στα πλαίσια των σπουδών στο εξωτερικό που οργανώνονται από το πρωσσικό Υπουργείο Πολιτισμού».(σελ. 24 ibid)

Επίτιμα μέλη της ΓΤΕ ήταν, μεταξύ άλλων, οι Enver Pascha, Liman von Sanders, von Mackensen, Mahmud Mukhtar Pascha, von Kühlmann, και στην ΤΓΕ οι Marschall von Usedom, Talaat Pascha, Enver Pascha, Halil Bj, Dschemal Pascha.

Κύριο ρόλο στη δημιουργία του « Γερμανικού Σπιτιού» στην Κωνσταντινούπολη  έπαιζε ο καθηγητής Jäckh. Στόχος του «Σπιτιού» ήταν μια διεξοδική διείσδυση της γερμανικής κουλτούρας στην τουρκική. ( I. HA. Rep. 89 Nr. 13349). Σύμφωνα με τον Jäckh, οι Γερμανοί έπρεπε να φέρουν την Ανατολή κάτω από την επιρροή τους μέσω της Τουρκίας.(ibid)

Γι’ αυτό το πρόγραμμα συγκεντρώθηκαν πάνω από 1 δισ. μάρκα από δωρεές. Ακόμη και η πολωνική αριστοκρατία προσέφερε γι’ αυτό. Το «Σπίτι της Φιλίας» μετατράπηκε σε μια βάση προπαγάνδας για την Ανατολή, για την επιστήμη, την κουλτούρα και την έρευνα, μέσω των Ινστιτούτων.

Κατ’ αυτό τον τρόπο ξεκίνησε η τουρκοποίηση της οικονομίας και της κουλτούρας χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι μεγάλες μειονότητες των Ελλήνων και των Αρμενίων. Αντίθετα, τον καιρό εκείνο, υπήρχαν εκτοπίσεις, συλλήψεις και απελάσεις των χριστιανικών μειονοτήτων αλλά η τουρκόφιλη πολιτική της Γερμανίας εγκαθίδρυσε ένα τουρκικό κράτος ώστε να εξαπλώσει την επιρροή της στην Ανατολή προς όφελός της.

Οι απελάσεις και οι σφαγές ήταν ένα γεγονός γνωστό στον Κάιζερ ήδη από το 1896. Πολυάριθμες επιστολές είχαν σταλεί στον Κάιζερ με την παράκληση να τους προστατέψει από τις φρικαλεότητες των Τούρκων. (ebd. I.HA. Rep 89. Nr. 13340). «Το Αρμενικό Ζήτημα επιλύθηκε από μόνο του, αν και όχι όπως το φανταζόμασταν στην Ευρώπη-παραμένει, επομένως, εκτός από το Ελληνικό και το Αραβικό στο επίκεντρο των συμφερόντων μας». (VI.HA NL Becker C.H.Nr. 2059).

Παράλληλα, το στρατιωτικό πρόγραμμα έκανε την εφόρμησή του χέρι με χέρι με τον δημόσιο Τύπο. Η δημιουργία μιας «εθνικής Τουρκίας» ήταν επομένως μια «κατασκευή» του γερμανικού πνεύματος. Εκπαιδεύτηκαν μηχανικοί, ελεγκτές εμπειρογνώμονες πλοίων.  Η γερμανική Levantenlinie, η Nordd-Lloyed καθώς και τα χυτήρια, ηλεκτροτεχνικές, μεταλλικές επιχειρήσεις, όπως και επιχειρήσεις κατασκευάσεων αεροσκαφών και αυτοκινήτων, έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου το 1916, αυξήθηκαν το ενδιαφέρον των βιομηχανιών και των εμπορικών εταιρειών και η συνεργασία τους  με τους Τούρκους συμμάχους στο έπακρο. Η συνεχιζόμενη ουδετερότητα του βασιλιά της Ελλάδας κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι δύσκολο να κατανοηθεί.

Όχι μόνο ο στρατός αλλά και η τουρκική οικονομία συγκροτήθηκε με τη βοήθεια της γερμανικής εκπαίδευσης. Η γερμανική εξάπλωση σε όλα τα επίπεδα στην Ανατολή έκανε, αρχικά, δυνατή τη μεταβίβαση της οικονομίας στα τουρκικά χέρια.

Από τα αρχεία του Υπ. Εξ. σχετικά με τη δίωξη των Αρμενίων μαθαίνουμε ότι πολύ συχνά υπήρξαν έντονες παρακλήσεις στον Κάιζερ από πλευράς επιχειρήσεων και τραπεζών να μεσολαβήσει στην τουρκική κυβέρνηση για την απελευθέρωση συγκεκριμένων κρατουμένων από τη φυλακή. Πολύ συχνά χωρίς αποτέλεσμα, διότι το μέρος όπου βρίσκονταν αυτά τα πρόσωπα δεν μπορούσε πλέον να εντοπιστεί. Είχαν εντοπιστεί και δολοφονηθεί. Οι γερμανικοί φορείς έχουν καταγράψει «προσεκτικά» τα πάντα. 

Το τουρκικό σύστημα υγείας βελτιώθηκε στο πολεμικό θέατρο της Ανατολής. Τίποτα δεν είχε αφεθεί στην τύχη. Αυτό άλλωστε αφορούσε σε μια «Μεγαλύτερη Γερμανία». (VI.HA.NLBecker C.H. Nr. 2059).

Στον κύκλο των πατριωτικών διαλέξεων το 1914 προτάθηκε το εξής ως θέμα:

«Η Γερμανία, η Τουρκία και το Ισλάμ». Αυτή η διάλεξη έγινε προς όφελος του Ερυθρού Σταυρού. Το γραφείο ειδήσεων του Υπουργείου Ναυτικών του Ράιχ το 1914 είχε αναμιχθεί στην υπόθεση και σε επιστολή του παρατήρησε στους κυρίους Jäckh και Becker ότι ο επηρεασμός της κοινής γνώμης είναι κάτι πολύ σημαντικό. Οι δύο κύριοι απάντησαν ότι παραμένουν ευγνώμονες για και ανοιχτοί σε κάθε πρόταση. Αυτός ο φάκελος αποδεικνύει ότι το γραφείο ειδήσεων του Υπουργείου Ναυτικών συνεργαζόταν στενά με τους επιστήμονες στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. (βλ. ένθα ανωτέρω)

Το έτοιμο χειρόγραφο πέρασε από λογοκρισία (8.8.1914) και απαιτήθηκαν κάποιες αλλαγές. Η κριτική προερχόταν από τον ίδιο τον κύριο Becker.

Η συνεργασία με την Τουρκία και η προσπάθεια να προσελκύσουν τον αραβικό κόσμο θεωρείτο πολύ σημαντική από τους επιστήμονες για το λόγο ότι η Τουρκία είχε στις επαρχίες της κατακτημένο αραβικό πληθυσμό .(ibid) Τα ζητήματα προσωπικού συντονίζονταν αυστηρά από τα διάφορα τμήματα και το Υπ. Εξ. όπως και από το κεντρικό γραφείο Εξωτερικών Υπηρεσιών.

Στις 14 Ιανουαρίου του 1914, ο Becker σε επιστολή του προς τον Jäckh παρατηρεί ότι ο περίφημος Ολλανδός μελετητής του Ισλάμ Snouck-Hurgronje σε ένα δοκίμιο με τίτλο «„Heilige Oorlog made in Germany» λέει «ότι πρέπει να καταλογιστεί στην γερμανική πολιτική η αναζωπύρωση του ισλαμικού φανατισμού. Αυτό είναι έργο των Γερμανών.»

Η μυθοποίηση της Ανατολής αναφέρεται ως «Απάτη-Τζιχάντ» των Γερμανών και οφείλεται σε καθαρά ιμπεριαλιστικούς λόγους.

Στις 15 Οκτωβρίου του 1914 προτάθηκε ένα σχέδιο για την ίδρυση μια «γερμανο-τουρκο-αραβικής εβδομαδιαίας έκδοσης». Η Γερμανία προσπαθεί να αποκτήσει επιρροή μέσω του Ισλάμ και της ισλαμικής της πολιτικής και να ενισχύσει τη συμμαχία της με την Τουρκία.

Είναι προφανές ότι η Γερμανία χρησιμοποίησε  τον ιμπεριαλισμό εις βάρος των μειονοτήτων στην τότε Τουρκία. «Η Μεγαλύτερη Γερμανία» , μια εβδομαδιαία έκδοση για τον γερμανικό κόσμο και την ιμπεριαλιστική πολιτική, προδίδει ήδη με τον τίτλο της τις προθέσεις της γερμανικής αυτοκρατορίας.

Σε επιστολή προς τον καθηγητή Becker ο Jäckh αποκαλύπτει καθαρά το νόημα της συμμαχίας με την Τουρκία και και της γερμανικής ισλαμικής πολιτικής: «Θα ήθελα πάρα πολύ να έχω από σας σχετικά με το Ισλάμ: η σημασία του για μας θα πρέπει να αναζωπυρωθεί χάρη στη γερμανο-τουρκική συμμαχία η οποία-όπως σας έχω ήδη πει εμπιστευτικά-πραγματοποιήθηκε τώρα..θα εκδηλωθεί φανερά σύντομα εναντίων της Ρωσίας και της Αγγλίας.(Επιστολή της 26 Αυγούστου, 1914 ibid). Το ζήτημα του Ισλάμ για την γερμανική πολιτική ρυθμίστηκε  μέσω του τουρκικού ζητήματος και η επιρροή πάνω στο Ισλάμ πάντα μέσω της Τουρκίας. ( ibid 31 Αυγούστου 1914) Οι περαιτέρω προθέσεις γίνοντια σαφείς με τις φράσεις: «Γιατί δεν θα έπρεπε η Γερμανία να κάνει με βάση την Τουρκία αυτό που η Αγγλία έκανε με βάση την Αίγυπτο. Από στρατιωτικής πλευράς ο τουρκικός λαός υπερτερεί εντυπωσιακά της ανάμικτης αιγυπτιακής ράτσας». (Ibid)

Η μετατροπή του Ισλάμ σε όργανο μέσω της Τουρκίας προς χάρη των γερμανικών συμφερόντων φαίνεται καθαρά πιο κάτω στην επιστολή του Jäckh:«Όσο απαραίτητο είναι να προσέχει κανείς το Ισλάμ ως όργανο επιρροής τον καιρό της ειρήνης, τόσο πιο ανενδοίαστα μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει στον πόλεμο».

Τα φυλλάδια με τίτλο «Γερμανία και Ισλάμ» δεν ήταν παρά μια «επιστημονική» προπαγάνδα που θα διευκόλυνε τον ηγετικό ρόλο της Γερμανίας.

Μέσω φυλλαδίων γινόταν η προπαγάνδα και στις αγγλικές και γαλλικές αποικίες. Εκεί χρησιμοποιήθηκε ο επηρεασμός  του Ισλάμ για να παρουσιάσει τη Γερμανία ως «ελευθερώτρια». Ο δρόμος των γερμανικών συμφερόντων περνούσε πάντα από την Τουρκία.

Ακολουθεί ο φάκελος I.HA Rep. 76 του 1916. Στόχος ήταν να εντατικοποιηθεί η επέκταση του Σεμιναρίου Ανατολής υπό κρατική προπαγάνδα και η επέκταση των Ξένων Σπουδών και γερμανικών πανεπιστημίων.

Εκπαιδευτικά ιδρύματα για ζητήματα παγκόσμιας οικονομίας, μελέτες σχετικά με το εξωτερικό έχουν ως στόχο την προώθηση της πολιτιστικής προπαγάνδας και να φέρουν κάτω από γερμανικό έλεγχο τους Νεότουρκους και την Ανατολή μέσω αποστολής υπαλλήλων, αξιωματικών και γιατρών.

Αποικιακές σπουδές για τη διασύνδεση γερμανικών πανεπιστημίων με διάφορους επιστημονικούς κλάδους. 

Οι διαλέξεις πρέπει να αλληλοσυνδέουν την αποικιακή παγκόσμια οικονομία, τις φυσικές επιστήμες, την τεχνολογία, Ιστορία, πολιτική, θρησκεία, κουλτούρα, ιεραποστολή, Διεθνές Δίκαιο, Νομολογία, Γεωγραφία, Γεωδαισία, Ανθρωπολογία, Εθνολογία, Ιατρική, Μετεωρολογία, Ορυκτολογία, Γεωλογία, Βοτανική, Ζωολογία, Χημεία, Γεωργία, Δασολογία, τεχνικές καλλιέργειας, κτηνιατρική, μεταλλουργική, τεχνική.Τεχνολογία μεταφορών και εποικισμού, και εμπορική τεχνολογία. (Ibid)

Ένα ιδιοφυές σχέδιο, «το Ανατολικό Σεμινάριο έχει τις απαιτήσεις των διαφόρων κλάδων της κρατικής μηχανής προς το συμφερον της οποίας ιδρύθηκε και αναπτύσσεται συνεχώς». (Ibid Συνεδρίαση επιτροπής της γερμανικής ένωσης για την εκπαίδευση στο χώρο των πωλήσεων, Eisenach, 2 και 3 Ιουνίου 1916).

Η γερμανική επιστήμη γνώριζε καλά ότι «όλοι οι Έλληνες, Αρμένιοι, Εβραίοι και Λεβαντίνοι, ένα εντελώς δυσανάλογο ποσοστό των Οθωμανών υπηκόων ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με το εμπόριο και αποτελούν ισχυρούς ανταγωνιστές.Υπερτερούν εξαιρετικά των Ευρωπαίων όσον αφορά τις τοπικές, τεχνικές και γλωσσικές γνώσεις.Όποιος δεν προετοιμαστεί καλά, θα γίνει ανυπεράσπιστο παιχνιδάκι στα χέρια αυτής της πονηρής κοινωνίας».(Ibid)

Αυτές οι φράσεις δείχνουν ότι οι Γερμανοί καταφρονούσαν τις μειονότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και ότι αισθανόταν να μειονεκτεί απέναντί τους. Τα στερεότυπα που χρησιμοποιούνται εδώ δίνουν μια ένδειξη για τη στάση της Γερμανίας απέναντι στα εγκλήματα τα οποία διέπρατταν οι Τούρκοι μπροστά στα μάτια της.

Μια «πονηρή κοινωνία» που μετέβαλε κάποιον σε «ανυπεράσπιστο παιχνιδάκι». Αυτή η καταφρόνια οδηγούσε τους Κυρίους σε μια νέα «συνειδητοποίηση». Συγκεκριμένα: «Η μόνη υπεροχή που διαθέτει ο Ευρωπαίος δεν είναι πνευματική αλλά ηθική». ». (Ibid)

Αυτή η επιχειρηματολογία δείχνει στερεότυπα: Οι ανήθικοι, άπληστοι, διανοούμενοι Έλληνες, Αρμένιοι Εβραίοι, απέναντι στους ηθικά ανώτερους Ευρωπαιους.

Στο τέλος η επιστήμη ήταν υπό παρακολούθηση και οι κριτικές λογοκρίνονταν. Το παράδειγμα του καθηγητή Palme το δείχνει καθαρά. Εργαζόταν στο Ινστιτούτο Ανατολικών γλωσσών στη Βαρσοβία και είχε δημοσιεύσει στο Berliner Tagesblatt της  26ης Νοεμβρίου 1915 μια εντελώς διαφορετική κριτική για το Υπ. Εξ. Ανακλήθηκε αμέσως στο Βερολίνο. Η αλληλογραφία δείχνει ότι στο παρασκήνιο εφαρμοζόταν μια μυστική παρακολούθηση των επιστημόνων.

Από αυτό το απόθεμα των Αρχείων διαπιστώνουμε το εξής: Η αποικιακή πολιτική είχε σχεδιαστεί σε όλες τις λεπτομέρειές της και είναι ξεκάθαρο ότι όλα τα υπουργεία είχαν ανάμιξη σ’ αυτή την πολιτική της προπαγάνδας. 

.

Σύνοψη

Οι φάκελοι των πρωσσικών μυστικών αρχείων στο Βερολίνο περιέχουν καθαρές ενδείξεις ότι οι διάφοροι κλάδοι της επιστήμης χρησιμοποιήθηκαν για τη χειραγώγηση τηε κοινής γνώμης και επαναδιοργανώθηκαν ανάλογα.

Ο Τύπος στράφηκε επίσης προς αυτή την κατεύθυνση. Το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Πολιτισμού, όπως και το Υπουργείο των Στρατιωτικών και τα σ’ αυτό υπαγόμενα υπουργεία είχαν παραιτηθεί από το διαχωρισμό επιστήμης και πολιτικής και συνέβαλαν στην διαστρέβλωση της επιστήμης και των συμπερασμάτων της.

Η επιβαρυμένη «κλειστή πολιτιστική πολιτική» απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οδήγησε στην παραχάραξη της Ιστορίας και σε μια νοθευμένη αντίληψη της «Ανατολής».

Οι μειονότητες είτε αντιμετωπίζονταν ως ενοχλητικός παράγων των οποίων η εξόντωση ναι μεν κρινόταν λυπηρή αλλά γαι την επίτευξη των γερμανικών στόχων εθεωρείτο ως μια «άλλη» λύση. Το γεγονός ότι η οικονομία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν στα χέρια τέτοιων μειονοτήτων (Ελλήνων, Αρμενίων, Εβραίων) έσβηνε η αποσιωπούσε τους εκτοπισμούς και τις δολοφονίες.

Η Γερμανική Αυτοκρατορία φρόντισε για την αποστολή μιας νέας οικονομικής ομάδας. Οι πολυάριθμες δυαντότητες εκπαίδευσης για τους Νεότουρκους και «συναδέλφωσή» τους με τη γερμανική εκπαίδευση φρόντιζαν για ένα εκτουρκισμό της οικονομίας. 

Τα αρχεία δίνουν αφορμή για συζήτηση και διευκολύνουν μια σε βάθος έρευνα και κριτική ερμηνέια των ιστορικών πηγών. Η θεώρηση της χειραγώγησης και της λογοκρισίας των επιστημόνων μέσω της πολιτικής της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και ακολούθως μέσω της ίδιας της επιστήμης στο δημόσιο χώρο τοποθετεί την σημερινή έρευνα μποστά σε μια πρόκληση: τι είναι γνώση διαπιστώνεται μέσω του εκάστοτε πολιτιστικού και κοινωνικού πλαισίου και κάθε ισχυρισμός που υπερβαίνει  ή συγχέει τα χρονικά πλαίσια υπόκειται σε αμφισβήτηση.

Ο χειρισμός της ιστοριογραφίας μεταξύ του 1914 και 1923 ώστε να αγνοηθεί το σβήσιμο 3 000 ετών ελληνικής παρουσίας στην Μικρά Ασία, γεννά πολλά ερωτήματα.

Όταν η συλλογική σκέψη ως «φορέας» της ιστορικής εξέλιξης μέσα σε μια κοινωνία επηρεάζει το απόθεμα γνώσεων, όταν κατασκευάζει ένα στυλ σκέψης και αφήνει να προκύψει μια συλλογική δράση, τότε κατανοούμε ότι ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στη Μ. Ασία αποτελεί ένα παράγοντα διαστρέβλωσης της ιστορικής αντίληψης. 

***

΄Ερευνα της Ευστρατίας Νταβούντ, απο την εργασία της διδακτορικής διατριβής της, στο Πανεπιστήμιο του Hagen, Γερμανίας. Τίτλος: „Die deutsche Außenpolitik und ihre Folgen für die Griechen, von  1878  bis 1923.“ ( Η γερμανική εξωτερική πολιτική και οι συνέπειες της για τους Έλληνες από το 1878 έως το 1923).

Ευστρατία  Dawood

Ιστορικός – Κινηματογραφιστής

.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή