Διεθνή
Το στρατηγικό σχέδιο ΝΑΤΟ 2030 – Ανάλυση
ΝΑΤΟ 2030: Μια ολιστική πραγματική αξιολόγηση και μια πρωτοβουλία
Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος
Ανατρέχοντας στα αποτελέσματα της διδακτορικής μου διατριβής (2008), που αργότερα συνετέλεσε στην έκδοση του πρώτου μου βιβλίου (Το ΝΑΤΟ τον 21ο αιώνα, εκδόσεις Σάκκουλα) με ειδίκευση στα θέματα ΝΑΤΟ για τον 21ο αιώνα (όπου μεταξύ άλλων μιλούσα, για την εξελικτική πορεία της Συμμαχίας, το Στρατηγικό Πλάνο και τις σχέσεις με τη Ρωσία αλλά και το μέλλον της πορείας του ΝΑΤΟ σε πιθανό παγκόσμιο επίπεδο), παρατηρεί κανείς πως τα πρόσφατα αποτελέσματα της Συνόδου του ΝΑΤΟ είναι όπως είχαν καθοριστεί από το 2010. Το Στρατηγικό πλάνο του 2010 ανέδειξε τα μέχρι σήμερα δεδομένα του 2021.
Ωστόσο τα δεδομένα ήταν και είναι εκεί. Τίποτα το νεότερο και ουσιαστικό δεν υπάρχει. Υπάρχουν πολλές αναζητήσεις για τον μέλλον της Συμμαχίας του 2030. Ωστόσο, χρειάζονται ουσιαστικές πρωτοβουλίες. Ουσίας και που να αντικατοπτρίζουν τις προκλήσεις του σήμερα αλλά και του μέλλοντος. Που να τεκμηριώνουν τους συμμετρικούς, αλλά και υβριδικούς λόγους που γίνονται αντίστοιχες αναζητήσεις και αλλαγές.
Στην μελέτη μου είχα τεκμηριώσει ορθολογικά, ολιστικά, πραγματιστικά και πρακτικά, τα νέα δεδομένα για την Συμμαχία. Καθώς η συγκεκριμένη εξέλιξη και επιλογές είναι πολύ συγκεκριμένες. Τα αποτελέσματα αυτά αποτελούν στοιχεία τα οποία έμελλαν να υλοποιηθούν σε πραγματικό χρόνο μέχρι το 2020-21. Στην μετεξέλιξή της Συμμαχίας πλέον αναζητείται το νέο στρατηγικό πλάνο του 2030, το οποίο θα συνδέσει τις αποφάσεις και εξελίξεις μεταξύ του 2010-2020 και πλέον 2020-2030 με ορίζοντα το 2030.
Αυτή είναι μια ακόμα σημαντική ιστορικά και επιχειρησιακά περίοδος για το ΝΑΤΟ. Γιατί το μέλλον της Συμμαχίας εξαρτάται από το πόσο σημαντική είναι η συμμαχία και ουσιώδης στη πράξη: Ποιο το μέλλον του Βόρειο-Ατλαντικού Συμφώνου του 2030; Τί θα υλοποιηθεί στρατηγικά και επιχειρησιακά πολιτικά και σε επίπεδο άμυνας; δεδομένων των προκλήσεων (συμμετρικών και υβριδικών), αλλά και αναγκών που πολλαπλασιάζονται;
.jpg)
Την περίοδο μεταξύ του 2004-2010, είχα εμπειρικά καταγράψει τα τότε νέα δεδομένα και επίσης τα πιθανά εξελικτικά δεδομένα. Αποτελέσματα των οποίων θα τεκμηρίωναν και θα αξιολογούσαν τα αποτελέσματα της δεκαετίας αλλά και θα συζητούσαν το μέλλον αυτής με χρονικό ορίζοντα το 2030 όπως είπαμε στην αρχή.
Ζητήματα πολιτικά και στρατιωτικά, αλλά και διοικητικά καθώς και διπλωματικά. Δεδομένα και γεγονότα τα οποία επρόκειτο να απασχολήσουν την Συμμαχία και τα οποία πρόκειται να δούμε τα επόμενα χρόνια. Και εν συνεχεία, πρότεινα τα τρία εξελικτικά σενάρια της Συμμαχίας, με χρονικό ορίζοντα την δεκαετία. Αναζητούσα λύσεις αλλά και γνώση. Αναρωτιόμουν πως θα διαμηνύαμε και πιθανώς πως θα αντιλαμβανόμασταν τα θέματα διεθνούς και περιφερειακής ασφάλειας για την επομένη δεκαπενταετία δεδομένων των τοπικών και περιφερειακών και παγκόσμιων ζητημάτων.
Με μελέτη και χρονικό ορίζοντα το 2020, σημείωνα πως ο χρονικός αυτός ορίζοντας είναι μόνο η αρχή. Έτσι και τώρα. Ο χρονικός ορίζοντας 2030 είναι μόνο στάδιο το ανώτερο χρονικό στάδιο αξιολόγησης, αλλά και επιχειρησιακής αλλαγής πλεύσης, προετοιμασίας και λειτουργίας.
Με δεδομένο το χρονικό ορίζοντα ΝΑΤΟ 2030, όπως έγινε το 2010-2020, τα κράτη-μέλη θα συζητήσουν και θα συμβιβαστούν στις νέες πραγματικότητες. Τα μέλη θα συναποφασίσουν για την επόμενη δεκαετία με ένα νέο επιχειρησιακό και ανανεωμένο πολιτικό και στρατιωτικό ημερολόγιο και πλάνο αλλαγών και προετοιμασιών.
Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να τονίσω όπως και έκανα σε πολλές μετέπειτα μελέτες μου, πως δεν πρέπει να αντιλαμβάνεται τα ζητήματα ασφαλείας με το τί πρόκειται μόνο να γίνει (αναλύοντας δεδομένα – Strategic defense analysis), αλλά τι μπορεί η Συμμαχία να εξασφαλίσει πρώτα, πριν το όποιο γεγονός αυτό ορίσει την πολιτικής της Συμμαχίας (preventive strategy).
Όλα τα δεδομένα αναλογούν στην προϋπόθεση πως όλα τα αποτελέσματα θα οδηγήσουν σε μια ανανεωμένη και πιο ουσιαστική επιχειρησιακή πρακτική γνώση, πράξη και συλλογική συμπεριφορά, βάσει αναγκών αλλά και σεναρίων εξέλιξης των περιφερειακών και παγκόσμιων προκλήσεων. Και πολλές είναι αυτές, συμμετρικές και υβριδικές.
Δεδομένων των πιθανών εξελίξεων το 2010, είχα προδιαγράψει και σε συνέχεια προτείνει, συγκεκριμένες πολιτικές, μεταξύ άλλων, για την εξελικτική πορεία της Συμμαχίας. Αποτελέσματα τα οποία είναι πλήρως εναρμονισμένα με την πολιτική εξέλιξης της συμμαχίας και των αποτελεσμάτων της συνόδου του 2021.
Έτσι, θα είναι καλό να απαντηθούν ορισμένα ερωτήματα τα οποία και εγώ μεταξύ άλλων πολλών συγγραφέων-επιστημόνων είχα αναρωτηθεί: Όπως πώς να ενισχυθεί ο οργανισμός του ΝΑΤΟ; Πώς θα μετεξελιχθεί περαιτέρω στρατιωτικά και επιχειρησιακά; Πώς να ενισχυθεί τεχνολογικά, και ηγετικά; Υπήρχαν και υπάρχουν ανάγκες υπαρξιακές σε μια περίοδο που χρειάζεται καθόλα σύμπνοια μεταξύ μελών και κράτη. Και όχι ένα ΝΑΤΟ δύο ταχυτήτων.
Οι ανάγκες και τα πολιτικά και υβριδικά ή συμμετρικές απειλές ή και δεδομένα ήταν εκεί από τότε και συνεχίζουν ακόμα και σήμερα σε μια απλά πλήρη εξέλιξη της τεχνολογίας σε όλα τα επίπεδα.
.jpg)
Κατά την περίοδο της μελέτης μου, προχώρησα σε μια μικρή πιθανή μελλοντική επισκόπηση, (σε μια περίοδο που το να ανακοινώνει κανείς, πιθανές μελλοντικές εξελίξεις θεωρείτο ακόμα υπερβολή) πιθανής εξέλιξης του ΝΑΤΟ μελετώντας την συμμαχία μόνο συλλογικά, υπερεθνικά ως ένα διατλαντικό και ευρώ-ατλαντικό οργανισμό που είναι.
Είχα αναφερθεί σε περιπτώσεις ασύμμετρων απειλών, που θα συνεχίσουν να ταλανίζουν τις πολιτικές ασφαλείας και παγκόσμιας στρατηγικής που καταγράφονται σήμερα ως υβριδικές απειλές. Κατέγραψα πιθανά σενάρια γεωπολιτικών πιθανών ανακατατάξεων που θα αναβαθμίσουν την ανάγκη του ΝΑΤΟ.
Όπως και τότε έτσι και σήμερα το 2021, η Συμμαχία ίσως να είναι καλό να πάρει κάποιες σοβαρές πρωτοβουλίες και κατά συνέπεια, αποφάσεις για το πλαίσιο διοικητικής εργασίας, νομικού πλαισίου και στρατιωτικής εμπλοκής, και τρόπου λήψης αποφάσεων που πιθανώς να σημάνει εμπλοκή του ΝΑΤΟ πέραν της Ομπρέλας χωρών του ΝΑΤΟ. Κάτι το οποίο συνεπάγεται κυρίως και αλλαγή του καταστατικού πλαισίου λειτουργίας της Συμμαχίας.
Τα οικονομικά θέματα, περί ίσης συμμαχικής συμμετοχής των κρατών-μελών ήταν πάντα στο προσκήνιο. Και τελικά το 2021 παρέμειναν. Τα κράτη πρέπει να συντελούν μαζί. Η Ελλάδα ανέκαθεν προσέφερε οικονομικά και πάντα ήταν εντός στόχων. Ακόμα και την περίοδο της οικονομικής μας κρίσης. Αλλά δεν ζητούσε πίσω. Και ακόμα δεν ζητά ουσιαστικά πιο πολλά. Σε ορισμένες πολιτικές περιπτώσεις είναι δεδομένη η πολιτική της.
Και για αυτό δεν αποφέρουν τα αποτελέσματα που θα ήθελε κανείς. Από την άλλη χρειάζεται πιο ουσιαστική εμπλοκή και συμμετοχή, μεταξύ άλλων στο κυρίως τομέα, τον στρατιωτικό.
Η επέκταση ή η αναβάθμιση των στρατηγικών κέντρων υποδομών και αποφάσεων της Συμμαχίας είναι μια συνεχιζόμενη πολιτική η οποία εξελίσσεται βάση προκλήσεων. Η ουσία είναι μια. Πώς να έχουμε μια συμμαχία ευκίνητη.
Το γεγονός αυτό αποτελεί μια πολιτική ουσίας των θεμάτων ασφαλείας ΝΑΤΟ, σε όλα τα επίπεδα που πρέπει να αξιολογείται σε συνεχή ροή και πραγματικό χρόνο και δεδομένα. Υπάρχει ανάγκη για συνεχή διαλειτουργικότητα δυνάμεων σε μια περίοδο από το 2017 με 2025 που πολλές χώρες αναβαθμίζουν και αναβαθμίζονται σε επίπεδο εξοπλιστικό, όπως και η Ελλάδα.
Είναι σημαντική η ικανότητα ανάπτυξης δυνάμεων σε όποια στιγμή, δεδομένων των συνεχών αναλογικών συμμετρικών, ψηφιακών και υβριδικών προκλήσεων. Κατά συνέπεια η επιχειρησιακή και σε υποδομές αναβάθμιση της Συμμαχίας είναι σημαντική.
Στην μελέτη μου ανέδειξα σημαντικά θέματα προκλήσεων. Πρότεινα ουσιαστικές πολιτικές, εν μέσω ανάλυσης, βάσιμες, πάνω σε αμυντικά και διπλωματικά και επιχειρησιακά θέματα του ΝΑΤΟ και μόνο και κυρίως εμπειρικά. Έχοντας ως γνώμονα πως προκλήσεις θα αναβαθμιστούν και θα πολλαπλασιαστούν άρα και οι ανάγκες να δούμε σε μεγαλύτερο και διευρυμένο επίπεδο πιθανές προκλήσεις.
Οι σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας
Οι σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας θα συνεχίσουν να λαμβάνουν κύριο ρόλο όσο επικρατούν τα αναδυόμενα δεδομένα. Οι πολιτικές και στρατιωτικές κρίσεις σε γεωγραφικά μέρη, είτε στην Ανατολική Ουκρανία και Κριμαία, την Λευκορωσία, και την Μολδαβία. Όσο αναπτύσσεται η πολιτική κυβερνο-ασφάλειας και ο ψηφιακός ανταγωνισμός, όπως και οι σχέσεις ΝΑΤΟ-Γεωργίας. Τα γεγονότα αυτά συμβάλλουν στον διάλογο ΝΑΤΟ-Ρωσίας αλλά και ΗΠΑ-Ρωσίας. Δεν είναι τυχαία εξάλλου, η μετά από μερικές μέρες από την σύνοδο του ΝΑΤΟ συνάντηση μεταξύ των Προέδρων Ρωσίας και ΗΠΑ στην Γενεύη.
Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει ένα νέο δεδομένο. Υπάρχει πιθανότητα να υποτιμηθεί η σημαντικότητα της Ρωσίας ως παραδοσιακός» αντίπαλος. Ίσως μη αναμενόμενο από την Ρωσία. Αλλά ούτε από το ΝΑΤΟ. Δόθηκε προσοχή σε αυτό ακόμα και σε διάλογο που ειπώθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ σε συνάντηση με τον πρόεδρο της Ρωσίας στην Γενεύη.
Πώς η νέα αναδυόμενη δύναμη, η Κίνα δεν πρόκειται να πάρει το ρόλο της Ρωσίας. Έτσι απλά. Συναποφασίζοντας εν τη ουσία, για τη δημιουργία μια νέας πρόκλησης σε ένα πολύ-πολικό ήδη κόσμο, όπου η Κίνα επιδιώκει να έχει. Έτσι το ΝΑΤΟ θα κληθεί να πάρει θέση στην εξέλιξη της πολιτικής της Κίνας.
Τα θέματα μελλοντικής συνεργασίας, αλλά και ηγεσίας εντός συμμαχίας των κρατών μελών και στο τομέα του περιβάλλοντος, αλλά και κυβερνο-ασφάλειας σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο ήταν και είναι στα δεδομένα. Αλλά δεν είναι αυτή μόνο η αρχή. Τα δεδομένα αυτά υπάρχουν από τους πρώτους διαλόγους από το 2002. Δεν αποτελούν κάτι νέο.
Το νέο είναι πως η κυβερνοπολιτική ασφάλειας αποτελεί πλέον κυρίως πολιτικό πυλώνα από ακόμα από την σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Λονδίνο το 2019, ως κεντρικό πυλώνα ασφάλειας. Αλλά και στο τομέα αυτό υπάρχει θεματολογία από το 2002. Βεβαίως εντοπίζουμε την προσπάθεια για την ανάδειξή του πολυεθνικού κέντρου Κυβερνοασφάλειας το 2023 εντός τoυ ACO (Allied Command Operations) στην Μονς του Βελγίου, το οποίο θα συντελέσει στην ανάδειξη του νέου αυτού πυλώνα όταν το κέντρο θα γίνει πλήρως επιχειρησιακό.
Εν τέλει, όπως ανέφερα ακόμα και στην διδακτορική μου μελέτη, όπως και ισχύει και σήμερα το 2021, ίσως θα ήταν καλό, να αναρωτηθούμε για το μέλλον της Συμμαχίας. Ποιά ή παγκόσμια εξελικτική πορεία της Συμμαχίας; Και ποιά τα τρία σενάρια αυτής; Έχοντας ως γνώμονα πως οι προκλήσεις θα πολλαπλασιαστούν και πως νέοι περιφερειακοί παίχτες θα επιδιώξουν να αναδειχθούν. Για αυτό και η συνεργασία του ΝΑΤΟ με περισσότερες από 62 χώρες στο κόσμο.
Αναμενόμενα τα αποτελέσματα της Συνόδου του ΝΑΤΟ
Τα δεδομένα συνεπώς των αποτελεσμάτων της συνόδου της Βόρειο-Ατλαντικής Συμμαχίας του 2021 στις Βρυξέλλες ήταν αναμενόμενα. Τίποτα δεν άλλαξε. Απλά τα δεδομένα εξελίσσονται. Θα ήταν σωστό να επικεντρωθούμε στο μέλλον της Συμμαχίας στην πράξη και να φέρουμε ουσιαστικά θέματα επί τάπητος. Όπως η διεύρυνση και η συμμετοχή στις ασύμμετρες και υβριδικές απειλές. Όπως και τις απειλές και ανταγωνισμό σε νέα επίπεδα, στο διάστημα.
Η περιβαλλοντική πολιτική δεδομένης της κλιματικής αλλαγής θα μας απασχολήσει πολλάκις. Σε επίπεδο καταστροφών και πολιτικής προστασίας όταν αυτή συνδέεται με την συνεργασία με τα εκάστοτε αμυντικά δόγματα της κάθε χώρες και την αμυντική βιομηχανία και ερευνητική για θέματα πολιτικής προστασίας. Και βεβαίως δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει την ετοιμότητα που πρέπει να φέρει κανείς σε θέματα υγειονομικής πολιτικής ασφάλειας Health Security.

Ο ρόλος της Ελλάδας
Ολοκληρώνοντας, θα ήταν καλό να τεθεί σε σοβαρή βάση η συζήτηση για το περιφερειακό μέλλον ασφαλείας και συνεργασίας μεταξύ κρατών ακόμα και στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και όχι μόνο. Θα ήταν καλό να προσέξουμε πως καταγράφονται στις αποφάσεις της κάθε συνόδου ορισμένα θέματα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη εξωτερική και αμυντική πολιτική της χώρας μας ως ίσο κράτος μέλος της Συμμαχίας.
Προτείνεται η Ελλάδα να γίνει ηγέτης σε άλλα πολλά περιφερειακά ζητήματα, τα οποία να αναλογούν στην συνεργασία της ανεκτικότητας αλλά και σε θέματα μη παραδοσιακά καθώς και στις υβριδικές προκλήσεις αλλά και θέματα πολιτικής προστασίας και υγειονομικής αλλά και επιχειρηματικής ασφαλείας.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει πολλαπλό ρόλο εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας στην διεύρυνση συνεργασίας μέσω ΝΑΤΟ επίσης. Δια μέσου των χωρών του Ευρωμεσογειακού διαλόγου αλλά και τις πολυμερείς και χώρες της Νότιο-Ανατολικής Μεσογείου. Έτσι μια «πολιτική Πρωτοβουλίας των Αθηνών» για ένα νέο ενταξιακό και επιχειρησιακό πλαίσιο εργασίας με κράτη της Μεσογείου και του Αραβικού Κόλπου επίσης (τους νέους μας συμμάχους) θα ήταν μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία, έστω και αν κάποια κράτη του ΝΑΤΟ αντιταχθούν αρχικά.
Μια ουσιαστική πρωτοβουλία, μόνο καλό μπορεί να φέρει και να αναδείξει πιθανές λύσεις. Ας μην ξεχνάμε τους νέους μας συμμάχους. Ας μην ξεχνάμε τις πολυμερείς μας συνέργειες και συνεργασίες. Όταν μεταξύ άλλων, η Ελλάδα θα μπορούσε και να αντιπροσωπεύει κάποια από αυτά τα κράτη εντός συμμαχίας. Και αυτό έχει ξαναγίνει στο παρελθόν. Με πρωτοβουλίες χτίζεται το μέλλον. Ακόμα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ 2030.
* O Δρ. Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Κοσμήτορας Σχολής Διεθνούς Ασφάλειας και Σπουδών Παγκόσμιας Πολιτικής, Αμερικανικό Πανεπιστήμιο των Εμιράτων στο Ντουμπάι, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Επιστημονικό Μέλος Παρατηρητηρίου Ευρώ-Μεσογειακής Συνεργασίας & Ασφάλειας (ΠΕΜΑΣ) και Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Strategy International (SI) Ltd
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

