Διεθνή
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μεταβαίνει σε Βαγδάτη και Ερμπίλ – Οι λόγοι ακύρωσης της επίσκεψης
Αλεπάλληλες επιθέσεις φιλοϊρανικών δυνάμεων σε στόχους των ΗΠΑ σε Ιράκ και ιρακινό Κουρδιστάν
Γράφει ο Νίκος Μελέτης
Σε πεδίο ανοικτής αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Ιράν απειλεί να μετατρέψει το έδαφος κυρίως του Ιράκ αλλά και της γειτονικής Συρίας, η προσπάθεια της Τεχεράνης να εκμεταλλευθεί το γενικό πρόσταγμα της συνολικής ή μερικής απόσυρσης των αμερικανικών δυνάμεων από την ευρύτερη περιοχή, ώστε να εμπεδώσει την πολιτική επιρροή στον κρίσιμο αυτό χώρο της Μέσης Ανατολής.
Παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν στην αρχή της θητείας του έδειχνε έτοιμος να περιορίσει την εμπλοκή αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, φαίνεται ότι οι εξελίξεις επιβάλουν αλλαγή στρατηγικής που σηματοδότησαν τα πρώτα αμερικανικά πλήγματα εναντίον στόχων φιλοϊρανικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στο έδαφος του Ιράκ και της Ανατολικής Συρίας στο τέλος Ιουνίου.
Από εκείνη την στιγμή και μετά ακολούθησε έκρηξη της βίας η οποία συνοδεύτηκε με επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων στο ιρακινό έδαφος όχι μόνο με ρουκέτες αλλά και με εξελιγμένα ιρανικής τεχνολογίας drones.
Η Αθήνα είχε προγραμματίσει παρά τις πολλές δυσκολίες που είχε το εγχείρημα, την πραγματοποίηση διήμερης επίσκεψης του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη επικεφαλής αντιπροσωπείας που περιλάμβανε και εκπροσώπους ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων στην Βαγδάτη και στην πρωτεύουσα του ιρακινού Κουρδιστάν, το Ερμπίλ, για την Δευτέρα και Τρίτη. Αλλά οι τελευταίες εξελίξεις και τα σοβαρά προβλήματα ασφαλείας -καθώς επιθέσεις εκδηλώθηκαν και στο εσωτερικό της Βαγδάτης και στο αεροδρόμιο του Eρμπίλ- υποχρέωσαν στην ακύρωση της επίσκεψης.
Η επίσκεψη αυτή ήταν εκ των πραγμάτων εξαιρετικά δύσκολη και λόγω της κατάστασης που επικρατεί στην χώρα αλλά και επειδή υπάρχει σαφής τουρκική επιρροή τόσο στην Βαγδάτη όσο και στο Ερμπίλ. Όμως η Αθήνα θέλει να στείλει το μήνυμα ότι είναι παρούσα στην Μέση Ανατολή όχι μόνο λόγω των παραδοσιακών σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, αλλά και γιατί ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ συμμετέχει στην διαδικασία λήψης αποφάσεων που είναι κρίσιμες για την περιοχή.
Η Ελλάδα εξάλλου προμηθεύεται το 48% των αναγκών της σε πετρέλαιο από το Ιράκ. Ειδικά στο Eρμπίλ υπάρχει μάλιστα μικρή ελληνική επιχειρηματική παρουσία που διευκολύνθηκε με την ίδρυση και λειτουργία του ελληνικού Γενικού Προξενείου και γραφείου Οικονομικών Υποθέσεων. Το Ερμπιλ επρόκειτο να επισκεφθεί και ο Ν. Δένδιας τον περασμένο χρόνο αλλά η βλάβη στο κυβερνητικό αεροσκάφος που το καθήλωσε στην Βαγδάτη είχε οδηγήσει σε ματαίωση της επίσκεψης.
Για την Ελλάδα είναι σημαντικό να είναι παρούσα και να δίνει το στίγμα της ακόμη και σε περιοχές που θεωρητικά υπάρχει ενισχυμένη τουρκική παρουσία και επιρροή. Η τουρκική επεκτατικότητα όμως αποτελεί πολύ συχνά την αιτία προστριβών με την Βαγδάτη και την κουρδική αυτόνομη κυβέρνηση του Ερμπίλ καθώς οι επιθέσεις εναντίον υποτιθέμενων ή πραγματικών βάσεων του PΚΚ στο βόρειο Ιράκ αποτελεί το πρόσχημα για παραβιάσεις της εδαφικής κυριαρχίας και ακεραιότητας μια χώρας «εύθραυστης» που δοκιμάζεται διαρκώς από εθνοτική και κυρίως θρησκευτική βία.
Η Τουρκία διατηρεί στο ιρακινό έδαφος 10 στρατιωτικές βάσεις, 57 στρατιωτικά φυλάκια – στρατόπεδα και περίπου 6.500 στρατιώτες και η προσπάθεια αφομοίωσης των τουρκομανικών πληθυσμών της περιοχής αποτελεί μόνιμη εστία καχυποψίας και αντιπαραθέσεων.

Εύφλεκτο το σκηνικό στο Ιράκ
Το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται όμως στο Ιράκ είναι εξαιρετικά εύφλεκτο και επικίνδυνο και καθώς δεν κατέστη δυνατόν να δοθούν εγγυήσεις ασφαλείας για την πρωθυπουργική επίσκεψη, ελήφθη η απόφαση περί ματαίωσης της.
Μόλις χθες η βάση Al-Assad που φιλοξενεί αμερικανικές και άλλες διεθνείς δυνάμεις, δέχθηκε επίθεση με τουλάχιστον 14 ρουκέτες, το τελευταίο επεισόδιο ενός μπαράζ επιθέσεων σε αμερικανικούς στόχους.
Η ιρακινή κυβέρνηση καταδίκασε την επίθεση ως «τρομοκρατική επίθεση» και όπως έγινε γνωστό την ευθύνη ανέλαβε η «Ταξιαρχία εκδίκησης για τον al-Muhandis» ο οποίος ήταν ο ιρακινός αρχηγός παραστρατιωτικής οργάνωσης που σκοτώθηκε το 2020 μαζι με τον Ιρανό στρατηγό διοικητή της επίλεκτης ομάδας Quds των Φρουρών της Επανάστασης Qassem Soleimani από την αμερικανική πυραυλική επίθεση εναντίον του.
Οι 2500 Αμερικανοί στρατιώτες που παραμένουν στο Ιράκ γίνονται συχνά στόχος επιθέσεων κυρίως από φιλοϊρανικές παραστρατιωτικές οργανώσεις που είναι ιδιαίτερα ισχυρές στο ιρακινό έδαφος.
Είχε προηγηθεί η επίθεση με οπλισμένα drones στο αεροδρόμιο του Ερμπίλ το βράδυ της Τρίτης. Την Δευτέρα έγινε επίθεση και εναντίον της αμερικανικής πρεσβείας στην Βαγδάτη με drones.
Η διαρκής χαμηλής έντασης σύγκρουση μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ στο ιρακινό έδαφος διαρκεί από την δεκαετία του ΄80 αλλά απειλεί τώρα να πάρει νέες διαστάσεις
Στις 28 Ιουνίου οι επιθέσεις που διέταξε με προσωπική εντολή ο πρόεδρος Μπάϊντεν (δυο σε στόχους στην Συρία και μια εντός ιρακινού εδάφους), ήταν επιλογή που «στέλνει ισχυρό μήνυμα στο Ιράν» όπως τόνισε ο ίδιος ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Α. Μπλίνκεν αμέσως μετά την αμερικανική επίθεση τα αντίποινα εκδηλώθηκαν και στην Συρία όπου οι αμερικανικές δυνάμεις που περιπολούσαν στην Βορειοανατολική Συρία δέχθηκαν επίθεση και απάντησαν με πυρά πυροβολικού στην περιοχή των πετρελαιοπηγών al-Omar.
Το Ιράκ έτσι βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση καθώς οι ισχυρότατες φιλοϊρανικές στρατιωτικές δυνάμεις ασκούν πίεση στην κυβέρνηση, η οποία καταδικάζει από την μια μεριά τις αμερικανικές επιθέσεις αλλά από την άλλη πρέπει να ισορροπεί απέναντι στο ισχυρό αντιαμερικανικό αίσθημα της σιιτικής πλειοψηφίας της χώρας, γνωρίζοντας συγχρόνως ότι χωρίς την ξένη υποστήριξη, θα υπάρξει επικίνδυνος εκτροχιασμός της χώρας.
Το Ιρακινό κοινοβούλιο έχει ζητήσει πέρυσι την άμεση αποχώρηση των Αμερικανών, κάτι που η Ουάσιγκτον φαίνεται ότι δεν είναι διατεθειμένη να κάνει, καθώς πρακτικά έχει εγκλωβιστεί σε μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση, γνωρίζοντας ότι το Ιράκ είναι η τελευταία γραμμή ανάσχεσης της ιρανικής ηγεμονίας στην Μέση Ανατολή, όπου ήδη έχει ισχυρά προγεφυρώματα εκτός του Ιράκ, στον Λίβανο, στην Συρία, στην Υεμένη.
Μια θέση ισχυροποιημένη δραματικά σε σχέση με την δεκαετία του ΄90 όταν η μοναδική πρόσβαση του Ιράν στην περιοχή ήταν η Χεζμπολάχ.
Και ο πρόεδρος Μπάιντεν έχοντας προφανώς και την ευθύνη προστασίας των Αμερικανών στρατιωτών που είναι στο Ιράκ, θα πρέπει να αναζητήσει δύσκολες ισορροπίες ώστε να μην εμπλακούν οι ΗΠΑ σε μια ανοικτή σύγκρουση στην περιοχή με το Ιράν, που πιθανότατα θα είχε τα αντίθετα αποτελέσματα, αυξάνοντας τον αντιαμερικανισμό και την επιρροή του Ιράν στην Μ. Ανατολή.
Ο πρωθυπουργός Μουσταφά Αλ Καντίμι καταδίκασε την αμερικανική επίθεση εναντίον των εγκαταστάσεων της φιλοϊρανικής Kataib Hezbollah, την οποία όμως δεν μπορεί να ελέγξει, καθώς αποτελεί μέρος της Popular Mobilization Forces (PMF), (μιας κρατικής «ομπρέλας» που στεγάζει σχεδόν 40 παραστρατιωτικές οργανώσεις) που είναι ισχυρή οικονομικά και έχει πλέον αποκτήσει και ισχυρή οικονομική δύναμη, μια και το κενό χρηματοδότησης από την ιρακινή κυβέρνηση που αντιμετωπίζει σοβαρά ελλείμματα λόγω της πανδημίας και της πτώσης των τιμών του πετρελαίου, καλύπτεται από το Ιράν.
Πηγές: Reuters, Al Jazeera, liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

