Ιστορία - Πολιτισμός
Ο κος Δημήτρης περιγράφει τις 65 ημέρες που έζησε στα Άδανα ως αιχμάλωτος πολέμου
Πέρασε σχεδόν μισός αιώνας, μα για κάποιους πέρασαν μόλις μερικά λεπτά, ίσως και δευτερόλεπτα από τότε. Ο κος Δημήτρης Μιχαήλ θυμάται σαν χθες, όταν οι «γιουρούκκιες» εμφανίστηκαν ξαφνικά στην αυλή του, στο Βαρώσι και με την απειλή των όπλων τον πέταξαν σε ένα φορτηγό για να τον στείλουν στα Άδανα ως αιχμάλωτο πολέμου.
Μνήμες άγριες, που αποτυπώνονται σε κάθε λέξη που χρησιμοποιεί στην αφήγησή του. Και ύστερα, όταν επέστρεψε στην πατρίδα, που το μόνο που πήρε από το κράτος ήταν 2 λίρες και μια αλλαξιά ρούχα.
Κάθε μέρα που ξημέρωνε έρχονταν με μια λίστα, διάβαζαν 15-20 ονόματα, σηκώνονταν από δίπλα μας, τους έδεναν χέρια και μάτια, τους έβαζαν μέσα στο φορτηγό και τους έπαιρναν για εκτέλεση. Ελαλούσαμε «εγλυτώσαμε σήμερα, αύριο τι θα γίνει»;
Από την Ζαφείρω Κάστανου – Φοιτήτρια Νομικής
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά συνεχίζουμε να ζούμε σ’ ένα μοιρασμένο νησί. Ένα νησί που μέσα από τα πάθη του, δυστυχώς, δεν λέει να μάθει. Το «δεν ξεχνώ» που μάθαμε στα παιδικά μας χρόνια του έχουν αλλάξει τη σημασία. Υπάρχουν όμως ακόμα εκείνοι που δεν ξεχνούν. Ο κύριος Δημήτρης είναι ένας από αυτούς που μέσα από τη στάχτη του κατάφερε να σταθεί στα πόδια του παρ’ όλες τις αντιξοότητες που συνάντησε μπροστά του.
Μου ανοίγει την καρδιά του και μέσα από τα βιώματα και τα συναισθήματά του, μου εξιστορεί τις μέρες που έζησε ως αιχμάλωτος στα Άδανα. Όσα λέγονται, αφού σύμφωνα με τον ίδιο υπάρχουν ανατριχιαστικά γεγονότα που τον σημάδεψαν και ποτέ δεν μπόρεσε να ξεστομίσει. Βέβαια, το κράτος δεν ήταν ποτέ πραγματικά δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους. Αν σκεφτείς ότι η πολιτεία άφησε παραγκωνισμένα αυτά τα άτομα, αυτούς τους ήρωες ζωής διαφόρων ηλικιών όντας στην πιο δημιουργική φάση της ζωής τους, ποτέ δεν τους δόθηκε ένας τίτλος τιμής που στην τελική φανερώνει μια μικρή ένδειξη συμπαράστασης και σεβασμού για όλες τις κακουχίες που έχουν περάσει, παρά μόνο τους «επαινεί» με ένα μικρό επίδομα της τάξης των 7 ευρώ.
Φτάσαμε στην Τουρκία. Έξω στους δρόμους υπήρχε χιλιάδες κόσμος δεξιά-αριστερά και χτυπούσαν τα φορτηγά με ξιφολόγχες και πέτρες, ενώ κάποιοι τραυματίστηκαν, άλλοι σωριαζόμασταν. Φτάσαμε στα Άδανα.
Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι – Λευκωσία
Φωτογραφία: Εργκίν Κονούκσεβερ.
Πώς ξεκίνησε, λοιπόν, η εμπειρία σας;
Όταν έσπασαν οι γραμμές κοντά στη Μεσαορία -το μέτωπο της Μιας Μηλιάς- ήμασταν δεκάδες στρατιώτες που αντιληφθήκαμε ότι όλα όσα μας έλεγαν ήταν ψέματα. Μας είχαν αφήσει μόνους μας, οι αξιωματικοί έφυγαν, αλλά εμάς μας έφεραν πίσω. Ήταν όλα προδομένα. Εμείς δεν γνωρίζαμε πολλά πράματα.
Η Κατερίνα, ήταν με τον πέντε μηνών γιο μας Χρίστο εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο και όταν κατάφερα να επιστρέψω δοκίμασα να πάμε με το αυτοκίνητο στις ελεύθερες περιοχές. Το Βαρώσι είχε ήδη εγκαταλειφθεί, οι δρόμοι των ενδιάμεσων χωριών ήταν κομμένοι και κατόπιν προτροπών μείναμε στο χωριό. Μετά από αρκετές μέρες βγήκα έξω στην αυλή, καθώς άκουγα ένα δυνατό κρότο. Όσο περνούσε η ώρα ο θόρυβος των τεθωρακισμένων μεγάλωνε.
Πέρασαν 2-3 τανκ και ενδιάμεσα τους μεγάλα στρατιωτικά φορτηγά από τα οποία κάθε λίγα μέτρα έβγαιναν από μέσα Τούρκοι στρατιώτες και καταλάμβαναν σπίτια. Μέτρησα περίπου 17 τανκ και φορτηγά, την ώρα που κατάλαβα ότι πλησιάζουν φώναξα της γυναίκας μου «γλήορα, βάλε το μωρό μες την αμαξού και βγείτε στον δρόμο». Δεν πρόλαβαν να περάσουν 5 λεπτά και εμφανίστηκαν μπροστά μου γιουρούκκιες, οι οποίοι άπλωσαν τα όπλα πάνω μου και με τραβούσαν. Γύρισα πάνω στην Κατερίνα που ήταν φυρμένη στα κλάματα. Λαλώ που μέσα μου «εν η τελευταία μου φορά».
Ήρθαν άλλοι αξιωματικοί, μας έβαλαν στα φορτηγά και μας πήραν στο «σεράι» στη Λευκωσία που ήταν σαν φυλακές, μέχρι να μας μεταφέρουν στην Τουρκία. Δεν γνωρίζαμε τι θα συνέβαινε. Μείναμε μερικές μέρες εκεί, εφιαλτικές μέρες. Κάθε μέρα που ξημέρωνε έρχονταν με μια λίστα, διάβαζαν 15-20 ονόματα, σηκώνονταν από δίπλα μας, τους έδεναν χέρια και μάτια, τους έβαζαν μέσα στο φορτηγό και τους έπαιρναν για εκτέλεση. Ελαλούσαμε «εγλυτώσαμε σήμερα, αύριο τι θα γίνει»; Προσωπικά κατάλαβα και ένιωσα τι σημαίνει να σε λούζει κρύος ιδρώτας, να παγώνει το αίμα στις φλέβες σου, ειδικά την ώρα που διάβαζαν τα ονόματα.
Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι την ώρα του φαγητού
Ήρθε η μέρα που μας έβαλαν μέσα στα φορτηγά και μας πήραν στο Δαυλός, κάτω στη θάλασσα, για να μας βάλουν στα πλοία και να μας στείλουν στην Τουρκία. Εν τω μεταξύ μας κτυπούσαν με ρόπαλα, και μας στοίβαζαν στο αμπάρι όπως τα πρόβατα.
Φτάσαμε στην Τουρκία. Έξω στους δρόμους υπήρχε χιλιάδες κόσμος δεξιά-αριστερά και χτυπούσαν τα φορτηγά με ξιφολόγχες και πέτρες, ενώ κάποιοι τραυματίστηκαν, άλλοι σωριαζόμασταν. Φτάσαμε στα Άδανα. Εμείς δε γνωρίζαμε πολλά πράματα. Εκεί υπήρχε ένα τεράστιο φρούριο με ένα διάδρομο -δύο μέτρα πλάτος- στον οποίο στέκονταν Τούρκοι στρατιώτες. Ενώ διασχίζαμε τον διάδρομο μας χτυπούσαν στην πλάτη, στα χέρια. Εγώ είχα καλυμμένο το κεφάλι συνέχεια. Όταν έβλεπαν ιερείς άφριζαν, τους κτυπούσαν πιο δυνατά. Εγώ έκοψα πίσω από έναν παπά και γλύτωσα χτυπήματα.
Μόλις φτάσαμε στα κελιά, αρχικά σκέφτηκα «καλά επεράσαμε ως δαμέ». Την επόμενη μέρα όμως δεν μπορούσα να ταράξω, άλλοι ήταν σε χειρότερη κατάσταση. Εκεί ξεκίνησε ο πραγματικός γολγοθάς. Κάθε μέρα στις 5:00 το ξημέρωμα έπρεπε να είμαστε στο πόδι. Μας έπαιρναν σε ένα σημείο, μας μετρούσαν για να ελέγξουν ότι είμαστε όλοι και μετά πάλι μπαίναμε στα κελιά. Μια μέρα αρρώστησα και σηκώθηκα τελευταίος. Έμεινα πίσω, αφού ένιωθα αδυναμία και με χτυπούσαν με ρόπαλα μέχρι να σταθώ στη γραμμή.
Δεν πρόλαβαν να περάσουν 5 λεπτά και εμφανίστηκαν μπροστά μου γιουρούκκιες, οι οποίοι άπλωσαν τα όπλα πάνω μου και με τραβούσαν. Γύρισα πάνω στην Κατερίνα που ήταν φυρμένη στα κλάματα. Λαλώ που μέσα μου «εν η τελευταία μου φορά».
Ποιες ήταν οι συνθήκες διαβίωσής σας;
Το φαγητό ήταν απαίσιο, ούτε τα ζώα δεν το έτρωγαν. Τις πλείστες φορές ήταν φακές, -όπως το ζουμί. Τα φασόλια, ζουμί με ψείρες. Οι περισσότεροι αναγκαστικά έτρωγαν. Κάποτε μας έδιναν ολόμαυρη φρατζόλα ψωμί. Εγώ έβγαζα την ψισσιά από μέσα, άφηνα λίγο καυκαλούι και τσιμπούσα. Ευτυχώς υπήρχε μπόλικο νερό που βρίσκαμε στα αποχωρητήρια. Ούτε πετσέτα να νιφτούμε είχαμε. Τα κρεβάτια ήταν ξημαρισμένα, χωρίς σκεπάσματα και μέναμε τριάντα άντρες στα κελιά.
Το πιο περίεργο περιστατικό που θυμάσαι;
Ανά μεγάλα διαστήματα, μας έβγαζαν έξω από τα κελιά και ψέκαζαν για τις αρρώστιες. Μια μέρα ήρθε ένας Τούρκος γιατρός για να μας εξετάσει. Πάει ο πρώτος και τον ρωτάει ο γιατρός τι έχει. «Εν αναπνέω» του απαντά. Ο γιατρός του έδωσε δύο γροθιές στα μούτρα και του λέει «τώρα είσαι καλά»; Ο δεύτερος δεν πρόλαβε να φύγει «εσύ τι έχεις»; Άρχισε και πάλι τις γροθιές και έφυγε βουρητός. Ο τρίτος πριν προλάβει να του κοντέψει έφυγε και ακολούθησαν και οι υπόλοιποι.
Ένα άλλο περιστατικό ήταν ότι μας έβαζαν μέσα σ’ ένα αμάξι, όπως το ασθενοφόρο και μας έπαιρναν σε ένα επιτελείο μεγάλων αξιωματικών για να μας ανακρίνουν. Εμένα με ρώτησαν αν ξέρω τον Σαμψών, αφού στην αρχή νόμιζαν πως ήμουν ο αδερφός του, γιατί είχαμε το ίδιο όνομα και ήμασταν στην ίδια τάξη. Τα μάτια τους ήταν όπως τα γεράκια, το αίμα μου πάγωσε. «Ναι ξέρω τον, όπως ξέρω τον Ντενκτάς. Εξ ακοής, όχι σε προσωπικό επίπεδο». Με ρώτησαν επίσης εάν υπηρέτησα στο 326ο τάγμα πεζικού στο Λιμνήτη και ήξεραν όλες τις πληροφορίες για εμένα, τόσο προδομένα ήταν. Ήξεραν ακριβώς τις πληροφορίες και μου έλεγαν ακριβώς που υπηρέτησα.
Μια μέρα ήρθε ένας Τούρκος γιατρός για να μας εξετάσει. Πάει ο πρώτος και τον ρωτάει ο γιατρός τι έχει. «Εν αναπνέω» του απαντά. Ο γιατρός του έδωσε δύο γροθιές στα μούτρα και του λέει «τώρα είσαι καλά»;
Κάποιο ευχάριστο γεγονός που θυμάστε;
Μετά από ένα μήνα περίπου, συνέβη ένα ευχάριστο γεγονός. Μας βρήκε ο Ερυθρός Σταυρός και ήρθε αντιπροσωπεία στα κελιά μας. Μας έδωσε μια κάρτα για να τη γεμίσουμε με τα στοιχεία μας. Ξαφνικά έφυγε ένα βάρος από πάνω μας, γιατί ξέραμε ότι πλέον ήμασταν γραμμένοι κάπου. Ένα άλλο ευχάριστο γεγονός που μου έκανε εντύπωση, ήταν όταν ένα βράδυ μας πλησίασε ένας Τούρκος αξιωματικός –φοιτητής- μάθαμε στην πορεία και μας ρωτούσε αν ξέρει κάποιος από εμάς τούρκικα. Δεν ήξερε κανένας. «Γαλλικά», συνεχίζει; Ο Τούρκος δε γνώριζε αγγλικά. Τον πλησίασα, διότι ήξερα γαλλικά. Ήταν το μόνο καλό πρόσωπο που είδαμε. Έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα και μας πρόσφερε. Όταν έκαμα να πιάσω, έκαμα το χέρι πίσω. Με ρώτησε «γιατί δεν το παίρνεις»; Του απαντώ «θα το καπνίσω μόνος μου; Οι άλλοι»; Μου λέει «να το καπνίσουμε μαζί και να σου δώσω το πακέτο να το πάρεις μέσα για όλους τώρα που δεν έχει Τούρκους». Μετά από 2-3 μέρες έφυγε, δεν τον είδαμε ξανά.
Πως τελικά καταφέρατε και επιστρέψατε πίσω στην πατρίδα;
Έγινε συμφωνία με τον Κληρίδη για ανταλλαγή. Μας πήραν μέχρι τη Μερσίνα. Μετά κάτι χάλασε στις συνομιλίες και μας έστειλαν πίσω. Φανήκαμε τυχεροί τελικά και η ανταλλαγή έγινε. Εκάμαμεν 65 μέρες στα Άδανα. Ήταν 18 Οκτωβρίου όταν μας πήραν στην Κερύνεια, κατεβήκαμε και μας έδωσαν για πρώτη φορά ψωμί άσπρο, που το τρώγαμε όπως το γλύκισμα. Μας πήραν στη διαχωριστική γραμμή που γινόταν η ανταλλαγή. Μπήκαμε στα λεωφορεία για να μας πάρουν στη ξενοδοχειακή σχολή. Χιλιάδες κόσμος στους δρόμους με φωτογραφίες στο χέρι, φωνές, κλάματα. Ήμασταν όλοι με τα γένια, εγώ ήμουν όπως τον μολυσμένο;
Πριν σταματήσουν τα λεωφορεία, είδα ένα στρατιώτη λόκατζη που είχε αυτόματο πάνω του. Μόλις είχε κατεβεί από τον Άγιο Ιλαρίωνα. Ήταν ο αδερφός μου ο μικρός. Τους έδωσαν διαταγή να φύγουν απ’ εκεί. Κρατούσε έναν πληγωμένο στην πορεία, αλλά πέθανε στον δρόμο. Κατάφεραν να καταλάβουν τον Άγιο Ιλαρίωνα και μετά τους είπαν να φύγουν. Ήταν όλα προδομένα. Τότε σκοτώθηκαν αρκετοί, ο αδερφός μου επέζησε. Εγώ τον κατάλαβα, χτύπησα στο τζάμι και φώναξα «εεε Βάσο»… Γύρισε αυτός με είδε και τον ρώτησα «τι γίνεται; Οι αρφούες μας, οι γονείς μας»; «Ούλοι εν εντάξει, εσύ να κατεβείς και εγώ θα τους ειδοποιήσω».
Κατεβήκαμε και μας πήγαν σε ένα χώρο να κάνουμε μπάνιο και να καθαριστούμε. Μπήκαμε μέσα και βγάλαμε τα ρούχα μας γιατί θα τα έκρουζαν. Μπήκα στο μπάνιο να ξυριστώ, αλλά δεν τα κατάφερα από τα πολλά γένια. Υπήρχαν αίθουσες με παπούτσια, φανέλες, παντελόνια για να ντυθούμε. Εκεί ήταν μια πολύ καλή κυρία και με καθοδηγούσε «χρυσέ μου, καλέ μου»… Της είπα «μη σταματάς, εν τα πρώτα λόγια που ακούω». Φόρεσα ένα ζευγάρι παντόφλες, γιατί πονούσα από την εξάντληση και τις κακουχίες, ένα παντελόνι κι ένα σακάκι. Λέγαμε για αστείο «εν να φάμε νόστιμο κοτόπουλο τωρά», ενώ τελικά τσίμπησα τέσσερις ρόγες σταφύλι αφού το στομάχι μου είχε κλείσει. Είχε ταμεία και μας έδωσαν δύο λίρες στον κάθε αιχμάλωτο. «Μα τι να κάμω δύο λίρες; Πού να πάω; Πώς θα πάω»;
Κατά τη διάρκεια της επιστροφής, εκφωνητές και δημοσιογράφοι εκφωνούσαν τα ονόματα όσων είχαν επιστρέψει από τα Άδανα. Δεν άργησαν να έρθουν και οι δικοί μου. Ένας ταξιτζής παλιός μας γείτονας στο Βαρώσι μάς έβαλε μέσα και ήρθαμε στη Λάρνακα σ’ ένα σπίτι που έλειπαν οι ένοικοι και οι οποίοι ήταν γνωστοί του αδερφού μου του μεγάλου. Μείναμε εκεί, ώσπου να τακτοποιηθούμε, εγώ, τα αδέρφια μου, η μάνα και ο παπάς μας.
Διαδικασία ανταλλαγής αιχμαλώτων
Οι πρώτες μέρες μετά την επιστροφή;
Τις επόμενες ημέρες άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια της ταλαιπωρίας. Η μάνα μου έτριβε με σπίρτο τα πόδια μου. Οι δικοί μου μετά έφυγαν για τη Λεμεσό. Η γυναίκα μου ήταν εγκλωβισμένη και συνεννοούμαστε με τα μηνύματα που γράφαμε στις κόλλες-δεφτεράκια που έστελλε ο Ερυθρός Σταυρός. Την περίοδο των γιορτών, έκαμαν έναν πρόγραμμα για να στείλουμε μηνύματα στους αιχμαλώτους. «Είμαι ο τάδε, εύχομαι καλές γιορτές στους τάδε τάδε, το μωρό μου και ιδιαιτέρως στην αγαπημένη μου Κατερίνα».
Η Κατερίνα έκαμε ένα χρόνο εγκλωβισμένη. Ο γιος μου, ο Χρίστος, με έβλεπε περίεργα στην αρχή. Οι ένοικοι του σπιτιού που μέναμε επέστρεψαν, και μείναμε στο δρόμο με την Κατερίνα. Τελικά μας μείναμε στο διαμέρισμα του αδελφού μου, σε μια πολυκατοικία στα τούρτζικα για ένα διάστημα. Τελικά βρήκαμε ένα μικρό σπιτάκι –δύο κάμαρες- με ενοίκιο 15 λίρες, άδειο.
Μας ξαναπέταξαν έξω, αφού ήθελαν να το κατεδαφίσουν για να χτίσουν πολυκατοικία. Βρήκαμε σπίτι στα τούρτζικα, ένα χαλαμάντουρο που έτρεχαν νερά. Περνούσαμε, τι ήταν να κάμουμε;
Είχε ταμεία και μας έδωσαν δύο λίρες στον κάθε αιχμάλωτο. «Μα τι να κάμω δύο λίρες; Πού να πάω; Πώς θα πάω»;
Το κράτος, πού ήταν όλο αυτό το διάστημα;
Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει ένα μεγάλο γιατί. Γιατί τόση διαφθορά; Κανένας δε μας βοήθησε. Έχασα το αυτοκίνητο μου, το ολοκαίνουριο, το πήραν οι Τούρκοι. Όλα τα αντικείμενα, την περιουσία, τα σπίτια μου. Με χίλια βάσανα πηγαίναμε στη Λευκωσία να μας δώσουν ένα σπίτι. Μας έλεγαν «πιο ύστερα». Μια μέρα ήρθε η αστυνομία στο σπίτι μας. Εγώ ήμουν στη δουλειά. Η Κατερίνα φοβήθηκε. «Ο άντρας σου εν ο τάδε; Εν επήγε στο στρατό ως έφεδρος και υπάρχει νόμος για πρόστιμο». Τους είπε ότι έκαμα αιχμάλωτος πολέμου και αμέσως με έσβησαν από τη λίστα. Το περιστατικό επαναλήφθηκε. Και ήθελαν να με πάρουν στο δικαστήριο. Εγώ τους είπα ότι έκαμα αιχμάλωτος και υπάρχει νόμος πως δεν πάμε έφεδροι. Τους δείξαμε τα πιστοποιητικά για να πιστέψουν.
Σκεφτήκατε ποτέ να μεταναστεύσετε στο εξωτερικό για ένα καλύτερο μέλλον;
Όχι, πως θα πήγαινα; Τα πρώτα τρία χρόνια ήμουν με τον σάκο που μου έδωσε ο Ερυθρός Σταυρός. Επί τρεις μήνες ξυπνούσα μέσα στη νύχτα από τους εφιάλτες. Έβλεπα περιστατικά που με σημάδεψαν. Μέσα από τη στάχτη τελικά επιβιώσαμε.
ΠΗΓΗ: Sigmalive
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας