Διεθνή
Το ήσυχο «καλοκαίρι» προμηνύει «κουκούλωμα» δυσμενών εξελίξεων στα εθνικά θέματα
Η “θετική ατζέντα” έκρυβε δυσάρεστες εκπλήξεις
Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου
”Ενός κακού μύρια έπονται” έλεγε ο αρχαίος τραγικός ποιητής Σοφοκλής. Και αυτό επικαιροποιείται επικίνδυνα στις μέρες μας επιβεβαιώνοντας ότι τα λάθη ή οι παραλείψεις στην Εξωτερική πολιτική μας εκτρέφουν το ισλαμοφασιστικό καθεστώς της Τουρκίας μετατρέποντας σε ρουτίνα τις ασκήσεις επιθετικότητας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.
Αν λάβουμε υπόψη μας μάλιστα ότι τα λάθη στην ελληνοϊταλική και την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία τα εκμεταλλεύτηκε αστραπιαία το καθεστώς Ερντογάν επικαλούμενο τις ελληνικές θέσεις για μειωμένες επήρειες, ευθυδικία και αλιευτικές ζώνες, τότε θα καταλάβουμε πολλά…
Θα καταλάβουμε από πού αντλεί τόσο θράσος ο Τούρκος ”σουλτάνος”, για να φτάσει να ζητά ”σήμερα” – δια των αγγελιοφόρων του σε Ελλάδα και Κύπρο – συμμόρφωση της χώρας μας ”στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) που προστατεύουν τις ελευθερίες της τουρκικής μειονότητας”, με αφορμή την απόρριψη του αιτήματος από τον Άρειο Πάγο μειονοτικών συλλόγων της Θράκης οι οποίοι είχαν αιτηθεί το δικαίωμα χρήσης του όρου ”τουρκικός” στην ονομασία τους.
Θα καταλάβουμε από πού αντλεί τόσο θράσος ο… ειρηνοποιός και φιλάνθρωπος Ταγίπ Ερντογάν, για να ζητά συμμόρφωση της Ελλάδας στις ανθρωπιστικές υποχρεώσεις της τη στιγμή που αυτή ασκεί απ’ το 1991 – με νόμο του κράτους – πολιτική ισονομίας και ισοπολιτείας μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στη Θράκη προτάσσοντας έναντι όλων τα ανθρώπινα δικαιώματα, σε αντίθεση με την Τουρκία που διαχρονικά τα παραβιάζει.
Και επειδή τα παραβιάζει, έχει καταγγελθεί επανειλημμένα διεθνώς για σειρά θεμάτων που σχετίζονται με αυτά και έχουν σαν θύματά τους όχι μόνο μειονοτικούς πολίτες, αλλά και γηγενείς. Άλλωστε αυτό επιβεβαιώθηκε και πρόσφατα στην τελευταία (καταγγελτική) έκθεση των ΗΠΑ (31/3/’21) με βαρύτατο κατηγορητήριο για την μονίμως υποτροπιάζουσα Τουρκία.
Κατηγορητήριο που περιλαμβάνει δολοφονίες, βασανιστήρια και παράνομες συλλήψεις δεκάδων χιλιάδων ”Γκιουλενιστών” (πολιτικών αντιπάλων του Τούρκου Προέδρου), μεταξύ των οποίων είναι πολιτικοί, στρατιωτικοί, δικηγόροι, δημοσιογράφοι, συγγραφείς και όσοι γενικά τολμούν να υπερασπιστούν στην Τουρκία τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Αλλά είπαμε, αυτά τα… χωνεύει αμάσητα η τουρκική πραγματικότητα δίνοντας την ευκαιρία στο ερντογανικό καθεστώς να εστιάσει την προσοχή και την επιθετική του δραστηριότητα στα κενά ανασφάλειας που δημιουργούμε στο έδαφός μας εμείς οι Έλληνες από λάθη της Εξωτερικής πολιτικής μας.
Λάθη που επιτρέπουν στην Τουρκία — με βάση τις προβληματικές συμφωνίες μας με Ιταλία (μειωμένη επήρεια στην οριοθέτηση των θαλασσίων συνόρων για τα νησιά του Ιονίου, τις Στροφάδες και τα Διαπόντια) και Αίγυπτο (κουρεμένη ΑΟΖ Κρήτης, μισή Ρόδο και αδιάθετη τη θαλάσσια ζώνη – συμπεριλαμβανομένου του Καστελόριζου – μεταξύ του 28ου και 32ου Μεσημβρινού) — να διεκδικεί επανάληψη των ίδιων όρων και στην περίπτωση του Αιγαίου:
”Αρκεί η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας – Τουρκίας να διαπνέεται από την ίδια φιλοσοφία που διαπνέονταν οι συμφωνίες Ελλάδος-Ιταλίας και Ελλάδας-Αιγύπτου”.
Λάθη που στη δεύτερη περίπτωση οφείλονται όχι στην επιπολαιότητά μας ή την αντεθνική οπτική μας, αλλά στην ραγιαδίστικη νοοτροπία μας και στο φόβητρο του casus belli των Τούρκων που μας έκανε να υπογράψουμε ημιτελή ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία και να απεμπολήσουμε το δικαίωμά μας για επέκταση των ΕΧΥ σε 12 νμ.
Με τα δεδομένα αυτά, αντιλαμβανόμαστε ποια είναι η αιτία άντλησης θράσους του ψευτοηγέτη του κατεχόμενου τμήματος της Κύπρου Ερσίν Τατάρ ο οποίος χαρακτήρισε για άλλη μία φορά ”ειρηνευτική επιχείρηση” την τουρκική στρατιωτική εισβολή το 1974 στο νησί.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Το ανδρείκελο του Ταγίπ Ερντογάν στα κατεχόμενα επανέλαβε την κατάπτυστη πρόκληση του Τούρκου δημοσιογράφου Ozan Ceyhun της αγγλικής έκδοσης της Sabah το ’18, ο οποίος είχε γράψει πρώτος την αθλιότητα ότι ”η Ελλάδα χρωστάει το σημερινό δημοκρατικό της καθεστώς στην Τουρκία”.
”Όλα αυτά τα ‘λουλούδια’ του ισλαμοφασισμού”, θα μου πείτε (με πρώτα και κύρια αυτά που κατέχουν σήμερα θέσεις υψηλόβαθμων Αξιωματούχων στην τουρκική εξουσία), ”είναι τα βέλη στη φαρέτρα του Ερντογάν που αναδείχθηκαν σε… πραγματογνώμονες της ελληνοτουρκικής κρίσης με αφορμή το… colpo grosso του σουλτάνου το βράδυ της 15ης Ιουλίου 2016”.
Και έτσι είναι. Το βράδυ που ”γέννησε” το πραξικόπημα κατά του Τούρκου Προέδρου και άνοιξε (μετά την καταστολή του) μια νέα σελίδα στη διακυβέρνηση της Τουρκίας από το AKP έφερε στην επιφάνεια της μεταπραξικοπηματικής κυβέρνησης Ερντογάν την νομενκλατούρα του κόμματός του.
Χάρη σ’ αυτήν απέκτησε ο Τούρκος Πρόεδρος πολιτικές αντοχές, αλλά η διακυβέρνησή του έγινε πιο αυταρχική, πιο αντιδημοκρατική και πιο φιλοπόλεμη από ποτέ, παρ’ όλο που ο ίδιος την ”βάφτισε” πρόσφατα ”ευλογημένη”…
Τις πολιτικές αντοχές του όμως ο Ταγίπ Ερντογάν δεν τις οφείλει μόνο στην νομενκλατούρα του AKP και την παγίδα που έστησε στους πολιτικούς του αντιπάλους μέσω του ”σικέ” πραξικοπήματος του ’16, αλλά και σε ένα άλλο στρατηγικό πλεονέκτημα της πολιτικής εφεδρείας του:
Στο γεγονός ότι – με το ισλαμοφασιστικό κατεστημένο στο πλευρό του – ο ”σουλτάνος” εξασφάλισε εξαρχής (και αρχή γι’ αυτόν είναι η ώρα έναρξης της… κίνησης εναντίον του) τα νώτα του και πέρασε σαν θέσφατο στο λαό του την άρνηση λογοδοσίας στην κοινωνία και την ισχνή αίσθηση ευθύνης του καθεστώτος του απέναντί της, παρά τις συνεχείς αντιδράσεις της τουρκικής αντιπολίτευσης.
Έτσι, ανενόχλητος από εσωτερικές αναταράξεις (κάποιες απ’ τις οποίες απέφυγε με την απομάκρυνση από τη θέση του του διορισμένου απ’ τον ίδιο ως πρύτανη του πανεπιστημίου του Βοσπόρου Μελίχ Μπουλού, η τοποθέτηση του οποίου είχε προκαλέσει διαδηλώσεις για μήνες και συλλήψεις εκατοντάδων φοιτητών), έριξε όλο το βάρος στο δίδυμο Ελλάδα-Κύπρος.
Στο δίδυμο των γειτονικών χωρών της Τουρκίας που παρεμποδίζει την αίσια έκβαση της αναθεωρητικής στρατηγικής της ”Γαλάζιας Πατρίδας” (η οποία τείνει να εξελιχθεί σε Πυρηνική). Στρατηγικής που προϋποθέτει ”συνεκμετάλλευση” στο Αιγαίο (”καζάν καζάν” μοιρασιά, δηλαδή) και κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο με διχοτομημένη την Κύπρο, μέχρι να έρθει η ώρα της εδαφικής προσάρτησης του υπό κατοχή βόρειου τμήματός της στην τουρκική κυριαρχία.
Για να τα πετύχει όλα αυτά ο Ταγίπ Ερντογάν, έχει αρχίσει ήδη να κάνει τα επόμενα βήματα του σχεδίου εθνικής πολιτικής του, το οποίο περιλαμβάνει:
1. Την πρόταση των Τουρκοκυπρίων περί διχοτόμησης της Κύπρου, που ήδη υποβλήθηκε στην πενταμερή Διάσκεψη της Γενεύης για το Κυπριακό (Απρίλιος ’21).
2. Τη δημιουργία βάσης στο Λευκόνοικο (περιοχή των κατεχομένων της Κύπρου) για μη εξοπλισμένα και εξοπλισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη [İHA και SİHA]. Βάσης για drones, δηλαδή, που θα εγκαινιάσει στις 20 Ιουλίου επ’ ευκαιρία της συμμετοχής του στις εκδηλώσεις της ”ΤΔΒΚ” για την 47η επέτειο της τουρκικής εισβολής.
3. Την επιστολή στον ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες υπογεγραμμένη από τον Feridun Sinirlioğlu (Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Άγκυρας στα Ηνωμένα Έθνη) – τρεις μέρες πριν την επέτειο εισβολής στην Κύπρο και κόντρα στο ”ήσυχο καλοκαίρι” το οποίο υποτίθεται κέρδισε στις 14 Ιουνίου στις Βρυξέλλες ο Έλληνας πρωθυπουργός (Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ) – μέσω της οποίας η Άγκυρα θέτει θέμα ΑΟΖ και ζητάει επίσημα την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών.
Οι βασικές αιτιάσεις της στην επιστολή είναι: 1. Η εγγύτητα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (με συγκεκριμένη αναφορά στο Καστελόριζο) στα τουρκικά παράλια (θεωρία ”περί εγγυτέρων νήσων”), 2. Η παραβίαση των Συνθηκών της Λωζάνης [1923] και των Παρισίων [1947]) και 3. Το γεγονός ότι:
”Αυτά αποτελούν απειλή για την ασφάλεια της και για την Ειρήνη στην περιοχή” και ότι ”αν η Ελλάδα δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν από τις Συνθήκες, τότε δε θα μπορεί “να διεκδικεί κυριαρχικά δίκαια δικαιώματα των νησιών που περιλαμβάνουν και τον καθορισμό θαλάσσιων ζωνών”…
Ποια είναι η δική μας, η ελληνική θέση και στάση έναντι όλων αυτών που φανερώνουν οργασμό δραστηριοτήτων εν μέσω του θέρους από την τουρκική πλευρά; Η σιωπή, η ακινησία, η απραξία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον και με δεδομένη την καταλυτική σημασία του χρόνου στην Εξωτερική πολιτική.
Αυτήν τη φορά το πρόσχημα είναι λογικοφανές, άρα δικαιολογημένο. Μόνο που η πανδημική κρίση (γιατί αυτή είναι το πρόσχημα) αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση όχι μόνο σαν υγειονομική απειλή (όπως είναι χωρίς αμφιβολία), αλλά σαν ευκαιρία για ”κουκούλωμα” των σε βάρος μας εξελίξεων στα εθνικά μας θέματα με επίκεντρο τις διεκδικήσεις των Τούρκων σε Αιγαίο και Κύπρο…
Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

