Ακολουθήστε μας

Διεθνή

«Η τριακονταετής γενοκτονία»: Η συνεχής βία που οδήγησε στον αφανισμό Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων

Δημοσιεύτηκε στις

Αρμένιοι εκτοπισθέντες σε πορεία προς την έρημο της Συρίας (1915)

Ευτυχώς που υπάρχουν ξένοι ακαδημαϊκοί, να κάνουν έρευνες για τη Γενοκτονία

«Η τριακονταετής γενοκτονία» των ισραηλινών ιστορικών Μπένι Μόρις και Ντρορ Ζε’εβί, καρπός δεκαετούς έρευνας σε οθωμανικά και δυτικά αρχεία, καταγράφει τη διαμόρφωση μιας «συνεχούς βίας» που οδήγησε στον αφανισμό Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων

Καρασαρίνης Μάρκος

«Ηχώρα είναι δική σας, η χώρα ανήκει στους Τούρκους. Η χώρα επέστρεψε τελικά στους δικαιωματικούς ιδιοκτήτες της. Οι Αρμένιοι και οι άλλοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα εδώ» έλεγε ο Μουσταφά Κεμάλ σε λόγο του σε ένα πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στα Αδανα το 1923. Η διακήρυξη του ιδρυτή της τουρκικής δημοκρατίας σηματοδοτούσε το τέλος μιας διαδικασίας οι απαρχές της οποίας εντοπίζονται τριάντα χρόνια νωρίτερα με τη σταδιακή διαμόρφωση μιας γενοκτονικής πολιτικής έναντι των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Κύρια έκφρασή της υπήρξε η εξολόθρευση των Αρμενίων το 1915, ωστόσο στο βιβλίο τους Η τριακονταετής γενοκτονία (εκδ. Πατάκη), καρπό δεκαετούς έρευνας σε οθωμανικά και δυτικά αρχεία, οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Μπεν-Γκουριόν Μπένι Μόρις και Ντρορ Ζε’εβί, όπως και πολλοί άλλοι σύγχρονοι ιστορικοί, συνηγορούν ως προς την ύπαρξη ενός ευρύτερου προγράμματος εθνοκάθαρσης που πρέπει να μελετάται σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Παρά την εναλλαγή τριών καθεστώτων (μοναρχία Αβδούλ Χαμίτ Β΄, κυβέρνηση Νεότουρκων, κεμαλική δημοκρατία), οι Μόρις και Ζε’εβί υπογραμμίζουν ότι από το 1894 ως το 1924 επικράτησε ένα συνεχές βίας διεπόμενο από κοινή πολιτική ώθηση και κοινά κίνητρα: θεωρώντας ότι οι χριστιανικές μειονότητες συνιστούσαν εδαφικό κίνδυνο διαμελισμού και εμφορούμενες από την ιδεολογία της μουσουλμανικής υπεροχής, οι τουρκικές ελίτ επιδίωξαν την έξωση από τις εστίες τους ή τη φυσική τους εξόντωση.

Benny Morris και Dror Ze’evi “Η τριακονταετής γενοκτονία. Ο αφανισμός των χριστιανικών μειονοτήτων της Τουρκίας, 1894-1924”, Μετάφραση Μενέλαος Αστερίου, Εκδόσεις Πατάκη, 2021 σελ. 672, τιμή 32 ευρώ

Οι απαρχές

Τρία διακριτά κύματα αναγνωρίζουν οι συγγραφείς: τις σφαγές των Αρμενίων μεταξύ 1894 και 1896, την αρμενική γενοκτονία το 1915-1916, τις διώξεις κατά των Ελλήνων, κυρίως, μεταξύ 1919 και 1924. Πρόκειται, όμως, για τις κορυφώσεις μιας διαδικασίας η οποία σε χαμηλή ένταση δεν διακόπηκε οριστικά. Το 1914, για παράδειγμα, περισσότεροι από 100.000 Ελληνες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις παράκτιες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έπειτα από μια εκστρατεία βίαιων επιθέσεων εναντίον τους με στόχο να εγκατασταθούν στις περιουσίες τους μουσουλμάνοι πρόσφυγες των Βαλκανικών Πολέμων. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άλλοι 550.000 εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα με τα θύματα να καταμετρώνται σε δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες. Μεταξύ 1914 και 1919 δολοφονήθηκαν περίπου 250.000 Ασσύριοι, ενώ άλλοι τόσοι εκδιώχθηκαν. Οι τρεις μείζονες περιπτώσεις εθνοκάθαρσης που προτάσσονται στο βιβλίο εξελίχθηκαν σε πυκνότερο χρονικά διάστημα, αφορούσαν μεγαλύτερους αριθμούς ατόμων και ευρύτερες γεωγραφικές περιφέρειες, αλλά δεν αποτελούσαν μεμονωμένες εκρήξεις.

Οι σφαγές της περιόδου 1894-1896 συμπίπτουν με τη συνειδητοποίηση εκ μέρους των οθωμανικών ελίτ της επαναστατικής φύσης των αρμενικών διεκδικήσεων. H ανάδυση του αρμενικού εθνικισμού έλαβε ριζοσπαστική μορφή που απειλούσε την εδαφική ακεραιότητα της αυτοκρατορίας, εφόσον αυτονομία ή ανεξαρτησία θα σήμαινε την απώλεια ζωτικών εδαφών της ανατολικής Ανατολίας σε μια στιγμή που ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ είχε εξαλείψει τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις της περιόδου του Τανζιμάτ (1839-1876) που επαγγέλλονταν την ισότητα των εθνοτικών και θρησκευτικών στοιχείων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Παρακαταθήκη της μηδαμινής ουσιαστικής αντίδρασης των Μεγάλων Δυνάμεων στις μαζικές δολοφονίες 100.000 ατόμων τις οποίες υπέθαλψαν οι οθωμανικές αρχές υπήρξε η παγίωση της αίσθησης ότι η καταστροφή κοινοτήτων αποτελούσε δυνητικό τρόπο απαλλαγής από τις ανεπιθύμητες μειονότητες.

Τελική πράξη της τριακονταετούς γενοκτονίας υπήρξε η λεηλασία της Σμύρνης: χιλιάδες Αρμένιοι και Ελληνες δολοφονήθηκαν μεταξύ 9 και 12 Σεπτεμβρίου 1921, ενώ πρακτικές τρομοκράτησης εφαρμόστηκαν σε άλλες ελληνικές κοινότητες προκειμένου η συντριπτική πλειονότητα να υποστεί έξωση από τη χώρα

Η ακολουθία της εξόντωσης

Οι περιστάσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου επέτρεψαν τη συγκρότηση του μηχανισμού της αρμενικής γενοκτονίας. Σύμφωνα με τους Μόρις και Ζε’εβί η διαμόρφωση του σχεδίου έλαβε χώρα στο ανώτατο επίπεδο της ηγεσίας των Νεότουρκων μεταξύ Δεκεμβρίου 1914 και Μαΐου 1915 και περιλάμβανε τη δημιουργία ενός σκιώδους οργανισμού («Ειδική Οργάνωση»), τον συντονισμό των επαρχιακών διοικήσεων από την κεντρική κυβέρνηση, τη χρήση κωδικοποιημένων τηλεγραφημάτων και ευφημισμών, τη νομική κατοχύρωση των εκτοπίσεων των Αρμενίων. Ο νόμος που διείπε τις τελευταίες πέρασε από το κοινοβούλιο στις 27 Μαΐου 1915, επιφανειακά ορίζοντας τις στρατιωτικές ενέργειες κατά στασιαστών. Υπό το πρόσχημα της αναγκαιότητας της απομάκρυνσης από τις περιοχές κοντά στα πολεμικά μέτωπα, οι οδηγίες που εκδόθηκαν από το Οθωμανικό Γενικό Επιτελείο, τον υπουργό Εσωτερικών Ταλάτ Πασά ή και τον ίδιο τον σουλτάνο Μεχμέτ Ε΄ διέτασσαν την απομάκρυνση των Αρμενίων από τις ανατολικές επαρχίες και τον διασκορπισμό τους μεταξύ μουσουλμανικών πληθυσμών όπου θα αποτελούσαν μόνο το 5% ως 10% των κατοίκων. Πρακτικά, η κατάληξη ήταν κοινή για όλους: «στην πορεία οι πάντες – άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ασθενείς ή ηλικιωμένοι – μπορεί να σφαγιάζονταν ή να πέθαιναν από ασθένειες, λιμοκτονία, τραύματα, ψύχος και εξάντληση. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού οι εκτοπισμένοι ληστεύονταν, βιάζονταν και εξαναγκάζονταν να προσηλυτιστούν στο ισλάμ. Οσοι έφθασαν στις ερήμους της Συρίας και του Ιράκ γύρω από το Ντέιρ Ζορ σφαγιάστηκαν στη συνέχεια κατά δεκάδες χιλιάδες».

Γενοκτονία Αρμενίων: Μια αποκαλυπτική ανάλυση των γεγονότων | OnAlert

Εκφοβισμός, βιασμοί, ξυλοδαρμοί, φόνοι, εκτοπίσεις, ένταξη στα «Τάγματα Εργασίας» ήταν μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον και κατά των Ελλήνων στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και με ισχυρότερη ένταση από την άνοιξη του 1920. Αν ο διωγμός δεν μετατράπηκε σε γενοκτονία, αυτό για τους συγγραφείς ήταν ζήτημα ισορροπίας δυνάμεων: οι Ελληνες της Μικράς Ασίας διέθεταν έναν βαθμό προστασίας από την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους, τη σχέση του με τις Μεγάλες Δυνάμεις, την παρουσία του ελληνικού στρατού από το 1919. Θα παρατηρούσε κανείς εδώ ότι ακριβώς οι πιο ευάλωτοι λόγω γεωγραφικής εγκατάστασης ελληνικοί πληθυσμοί, οι Ελληνες του Πόντου, ήταν εκείνοι που βίωσαν τη γενοκτονία την περίοδο 1921-1922. (Οι συγγραφείς καταγράφουν και υπερβασίες της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, όπως η περίπτωση εθνοκάθαρσης στην περιοχή Γιάλοβας – Γκεμλίκ τον Μάιο του 1921, όπου «έλληνες ληστές, συχνά υπό τη διοίκηση αξιωματικών του στρατού, κατέστρεψαν δεκάδες χωριά», επισημαίνουν όμως ότι οι ελληνικές αρχές, σε αντίθεση με τις τουρκικές, επεδίωκαν την τιμωρία των δραστών.) Τελική πράξη της τριακονταετούς γενοκτονίας υπήρξε η λεηλασία της Σμύρνης: χιλιάδες Αρμένιοι και Ελληνες δολοφονήθηκαν μεταξύ 9 και 12 Σεπτεμβρίου, ενώ πρακτικές τρομοκράτησης εφαρμόστηκαν σε άλλες ελληνικές κοινότητες προκειμένου η συντριπτική πλειοψηφία να υποστεί έξωση από τη χώρα προτού ο Κεμάλ μεταβεί στη Λωζάννη για τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Η ανταλλαγή των πληθυσμών δεν υπήρξε μόνο το επιστέγασμα της τραγωδίας του Μικρασιατικού Πολέμου, αλλά και της ολοκλήρωσης του σχεδίου αφανισμού των χριστιανικών μειονοτήτων της Ανατολίας.

Ο υπουργός Εσωτερικών Ταλάτ Πασάς, μέλος της ηγετικής τριανδρίας των Νεότουρκων μαζί με τον Εμβέρ και τον Τζαμάλ Πασά, ήταν ένας από τους βασικούς εντολείς της «τριακονταετούς γενοκτονίας»

Καρπός σχεδιασμένης πολιτικής

Η τριακονταετής γενοκτονία είναι το δεύτερο σημαντικό έργο που εκδίδεται τους τελευταίους μήνες στα ελληνικά γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα: είχε προηγηθεί Το έγκλημα των Νεότουρκων κατά της ανθρωπότητας του Τανέρ Ακτσαμ από τις εκδόσεις Εστίας και ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται για την εποχή θα επωφελούνταν από μια συγκριτική τους ανάγνωση, μια και η προσέγγισή τους είναι συμπληρωματική. Ο Ακτσαμ περιγράφει εξαντλητικά τη συνέργεια κεντρικής κυβέρνησης, τοπικών αρχών, κούρδων ληστών και εγκληματικών στοιχείων ποικίλης εθνοτικής προέλευσης στην αρμενική γενοκτονία, οι Μπένι Μόρις και Ντρορ Ζε’εβί ανοίγουν το πεδίο στη «μεσαία διάρκεια» εγγράφοντας τα κύματα των διωγμών των χριστιανικών μειονοτήτων σε ένα ευρύτερο «συνεχές γενοκτονικής πρόθεσης και εθνοκάθαρσης». Εντός αυτού υπολογίζουν ότι στις τρεις αυτές δεκαετίες έχασαν τη ζωή τους συνολικά περίπου 1,5 ως 2 εκατομμύρια άτομα, η πλειοψηφία των οποίων ήταν Αρμένιοι. Το τελικό τους συμπέρασμα είναι σαφές όσο και επιγραμματικό: «ο αφανισμός των χριστιανικών κοινοτήτων ήταν το αποτέλεσμα σχεδιασμένης κυβερνητικής πολιτικής και της θέλησης των μουσουλμάνων κατοίκων της χώρας. Αξιωματούχοι διέταξαν τους φόνους, τις εκτοπίσεις και τις απελάσεις, τους προσηλυτισμούς, και άλλοι αξιωματούχοι, στρατιώτες, χωροφύλακες, αστυνομικοί και συχνά μέλη διάφορων φυλών και κάτοικοι πόλεων και χωριών εφάρμοσαν αυτά τα μέτρα. Ολα αυτά συνέβησαν με την ενεργό συμμετοχή μουσουλμάνων κληρικών και την ενθάρρυνση του τουρκικού Τύπου».

Ο αφανισμός των χριστιανικών κοινοτήτων ήταν το αποτέλεσμα σχεδιασμένης κυβερνητικής πολιτικής και της θέλησης των μουσουλμάνων κατοίκων της χώρας

Οι εντολείς των εκτοπίσεων και των σφαγών

Το έργο των Μόρις και Ζε’εβί δεν εστιάζει μόνο σε δομές και μηχανισμούς. Από τις σελίδες του περνά ένα τεράστιο πλήθος προσώπων: ιεραποστόλων, διπλωματών, διοικητικών υπαλλήλων, θυμάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει η ανάδειξη εκείνων που κατέστησαν δυνατή την «τριακονταετή γενοκτονία». Οι μετακινήσεις του Μπαχαετίν Σακίρ, επικεφαλής της «Ειδικής Οργάνωσης», είναι ενδεικτικές των κατά τόπους ρυθμίσεων και του συντονισμού της δράσης. Η περιοδεία στην Ανατολία του Φαζίλ Μπερκί, «ανερχόμενου αστέρα στην Επιτροπή για την Ενωση και την Πρόοδο», ο οποίος τον Μάρτιο του 1915 προετοίμαζε «την καρδιά και τον νου των ανθρώπων για τις εκτοπίσεις» υπογραμμίζει: στη Σεβάστεια συγκρότησε με τον βαλή και τον τοπικό γενικό γραμματέα του κόμματος μυστική επιτροπή για την επίβλεψη των εκτοπίσεων και των σφαγών. Ως μουτεσαρίφης του Ντέιρ Ζορ ο Σαλίχ Ζεκί εκκαθάρισε την περιοχή από τους εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένιους που στέλνονταν εκεί, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη «με τα σεντούκια του γεμάτα νομίσματα» και παρά την καταδίκη του ερήμην σε θάνατο από στρατοδικείο το 1920 αργότερα επανεμφανίστηκε στην πολιτική ως ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Υπεράνω όλων, οπωσδήποτε, βρίσκεται ο υπουργός Εσωτερικών Ταλάτ Πασάς, μέλος της ηγετικής τριανδρίας των Νεότουρκων μαζί με τον Εμβέρ και τον Τζαμάλ Πασά, ο οποίος υπερηφανευόταν ότι πραγματοποίησε «περισσότερα για τη λύση του αρμενικού προβλήματος σε τρεις μήνες απ’ ό,τι ο Αμπντούλ Χαμίτ σε τριάντα χρόνια». Περιπτώσεις όπως του Χασάν Μαζχάρ μπέη, βαλή της Αγκυρας, ο οποίος όταν έλαβε προφορικές διαταγές εξόντωσης από τον Ταλάτ μέσω του αρχηγού της αστυνομίας δήλωσε παραιτούμενος «όχι, Ατίφ Μπέη, είμαι βαλής και όχι ληστής, δεν μπορώ να το κάνω αυτό, θα εγκαταλείψω αυτή τη θέση και μπορείς να το κάνεις κι εσύ», δεν υπήρξαν πολλές.

Πηγή: Το Βήμα

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα35 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή