Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Η συγκινητική ιστορία ενός Έλληνα ιερέα στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης

Δημοσιεύτηκε στις

Οι ναζί δεν σεβάστηκαν ούτε τον ηγούμενο της Μονής Λειμώνος

Πώς ο αντιστασιακός πατήρ Διονύσιος Χαραλάμπους, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Λειμώνος στη Λέσβο, κατάφερε να επιβιώσει από τη ναζιστική θηριωδία

Πάσχα. Χωρίς όμως τίποτε το πασχαλινό. Ούτε εκκλησιασμό, ούτε Μετάληψι, ούτε το κόκκινο αυγό της πατρίδας, ούτε τίποτα απ’ όλα τ’ άλλα. Άθλιο το ελάχιστο συσσίτιό μας –λάχανο νερόβραστο– και το ψωμί πολύ λίγο. Κακά Σημάδια».   Το ημερολόγιο γράφει 16 Απριλίου του 1944. Ο Διονύσιος Χαραλάμπους, Έλληνας ιερέας και ηγούμενος της Ιεράς Μονής Λειμώνος, βρίσκεται πολύ μακριά από τη χώρα, στην πόλη Ζνόγμο της Τσεχίας, σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας.   Έχουν περάσει μόλις δύο βδομάδες από την αναχώρηση του ίδιου και άλλων Ελλήνων φυλακισμένων από το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης του Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη.  

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΔΙΩΓΜΟΙ 1942-1945

Η ιστορία του αντιστασιακού ιερέα ξεκινά πολύ πιο πριν όμως. Βρισκόμαστε στον Μάιο του 1942, με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να έχει πια εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη, και στην Ελλάδα.   Ο Διονύσιος Χαραλάμπους ζούσε στη Ιερά Μονή της Λειμώνος στη Λέσβο. Ο 35χρονος ιεροκήρυκας έφτασε στο νησί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.   Η οικογένειά του, οι γονείς, Χαράλαμπος και Κλεοπάτρα, και τα έξι αδέλφια του, μεγάλωσαν στο Αβτζιλάρ Αδραμυττίου της Μικράς Ασίας. Ο μικρός Κωνσταντίνος, όπως ήταν το κοσμικό του όνομα, βίωσε μια τραγωδία, καθώς από τις διώξεις των Τούρκων έχασε εν μια νυκτί τους γονείς και τα τέσσερα από τα έξι αδέρφια του.   Όλα ξεκίνησαν την 21η Μαΐου του 1942, όταν συνεργάτης τον ενημέρωσε πως το προηγούμενο βράδυ είχαν βρει έναν Βρετανό στρατιώτη στις Αλυκές της Λέσβου. Του πρότεινε να τον φιλοξενήσουν για μερικές μέρες και να τον φροντίσουν, καθώς φαινόταν ταλαιπωρημένος.   Τα επόμενα δύο χρόνια τα ίχνη του εξαφανίζονται, μέχρι το 1924, οπότε γίνεται διάκονος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος.  

Για δέκα χρόνια ο μικρός Κωνσταντίνος μονάζει, ενώ παράλληλα φοιτά στην Αθωνιάδα Σχολή. Τις σπουδές του τις συνεχίζει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου και χειροτονείται, λαμβάνοντας το όνομα με το οποίο θα γίνει αργότερα γνωστός: Διονύσιος.   9.12.2018 Όταν οι σύμμαχοι μπήκαν στο βομβαρδισμένο Βερολίνο (1945) Το 1941, και ενώ οι Γερμανοί έχουν εισβάλει στην Ελλάδα, διορίζεται ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Μηθύμνης στη Λέσβο. Κάπου εκεί ξεκινά και η αντιστασιακή του δράση.   Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά σε έγγραφο της Ιεράς Μονής Λειμώνος, ο Διονύσιος στέλνει στο ΠΥΑΜ Μυτιλήνης ακατέργαστο μαλλί από τα στρώματα και τα μαξιλάρια της μονής και «παρακαλεί να φτιάξουν ζεστά ρούχα για τους στρατιώτες που πολεμούσαν στα παγωμένα βουνά της Αλβανίας».   Οργανώνει, μάλιστα, σε ένα από τα κτίρια του μοναστηριού ορφανοτροφείο, ωστόσο δεν προλαβαίνει να το θέσει σε λειτουργία, καθώς τον «προλαβαίνουν» οι Γερμανοί.  

Όλα ξεκίνησαν την 21η Μαΐου του 1942, όταν συνεργάτης τον ενημέρωσε πως το προηγούμενο βράδυ είχαν βρει έναν Βρετανό στρατιώτη στις Αλυκές της Λέσβου. Του πρότεινε να τον φιλοξενήσουν για μερικές μέρες και να τον φροντίσουν, καθώς φαινόταν ταλαιπωρημένος. Ο ίδιος εξιστορεί εκείνες τις στιγμές στο ημερολόγιό του της περιόδου 1942-1945 με τίτλο «Μαρτυρίες». Το βιβλίο σήμερα βρίσκεται μόνο στην Ιερά Μονή Βυτουμά στα βουνά της Καλαμπάκας.

«Χθες τη νύχτα, μου λέει, ξέπεσε στις Αλυκές κάποιος Εγγλέζος, κι ο ζυγιστής τον έφερε σε μένα. Είναι αιχμάλωτος, ο δύστυχος. Του βρήκαμε απάνω του ένα ημερολόγιο και κάτι γράμματα που δείχνουν καθαρά πως δεν λέει ψέμματα. Τον έπιασαν αιχμάλωτο στην Πελοπόννησο. Για καλό και για κακό τα κάψαμε.   Τον είχαν οι Γερμανοί σ’ ένα Στρατόπεδο Αιχμαλώτων, στην Καλαμάτα. Μα τόσκασε με κάτι άλλους. Στην αρχή πήγε στην Αθήνα κι έμεινε κάμποσον καιρό εκεί πέρα. Μα του είπαν πως από δω μπορεί να περάση στην Τουρκία κι από κει στην Αίγυπτο, και σηκώθηκε κι ήρθε.   Μάλιστα έχει πάει ως την Τουρκιά με κάτι δικούς μας, μα οι Τούρκοι δεν τον δέχτηκαν. Έχει τα χάλια του. Τον έχω σπίτι μου. Μα… καταλαβαίνεις… εδώ δεν μπορεί να μείνη πολύ.   Να πάρ’ η ευχή, δεν περνά μέρα χωρίς να ‘χουμε επισκέψεις Γερμανών. Σκέφθηκα λοιπόν να σου τον στείλω για λίγες μέρες στο Μοναστήρι… Τι λες;… Σε πρώτη ευκαιρία θα τον διώξουμε.  

—Σάστισα. Τι να του πω;

— Στείλ’ τον; “Πας όστις συλληφθή αποκρύπτων ή περιθάλπων άγγλον στρατιώτην, θα τιμωρήται διά θανάτου” – η διαταγή των κατακτητών. — Όχι; Μα τότε!… Τότε αρνούμαι να προσφέρω φιλοξενία; Εγώ, ο Χριστιανός; Ο ιερωμένος; Ο ηγούμενος του Μοναστηριού με τη μεγάλη και παλιά παράδοσι της φιλοξενίας; Και σε ποιον; Σε έναν δυστυχισμένο που άφησε τα πάντα κι ήρθε και στάθηκε πλάι στους δικούς μας τους λεβέντες και πολέμησε τους βαρβάρους… Από τη μία μεριά η ησυχία, η τάξι, η ασφάλεια. Από την άλλη… η αβεβαιότης… ο κίνδυνος… ο θάνατος.

— Ποιος ξέρει;… Και να είμαι στην αρχή ακόμα του ιεραποστολικού μου δρόμου… Κάτι μου σφίγγει την ψυχή… Μα το καθήκον; Το χρέος μου;… Μέσα μου αναταράζεται ολόκληρο το είναι μου… “Ο ποιμήν ο καλός… υπέρ των προβάτων…” Ο δρόμος είναι μοναδικός… Δεν υπάρχει άλλος… Ο δρόμος του Γολγοθά!… Είναι φωτισμένος από ένα μεγάλο παράδειγμα… Θεέ μου, βοήθησέ με!

— Καλά! Να μου τον στείλης, αγαπητέ». Όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Διονύσιος, οι μοναχοί τον περιέθαλψαν, τον φρόντισαν και προσπάθησαν να τον φυγαδεύσουν.   Όμως ο Άγγλος αιχμάλωτος έπεσε πάνω στην Γκεστάπο, ενώ αποκαλύφθηκε πως η μονή τον έκρυβε το προηγούμενο διάστημα. Στις δέκα το πρωί της 22ης Αυγούστου, και ενώ ο ηγούμενος βρίσκεται στο γραφείο του και ασχολείται με τις υποθέσεις του μοναστηριού, χτυπά το τηλέφωνο. Στην άλλη πλευρά της γραμμής, ο αστυνόμος Καλλονής.   «Κατ’ εντολήν της Γερμανικής Αστυνομίας, να κατεβήτε μετά του υφηγουμένου αμέσως κάτω!».    

Ο Διονύσιος συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στο Πρώτο Τμήμα της Μυτιλήνης. Εκεί ομολογεί πως, πέραν του Άγγλου στρατιώτη, προσπάθησε να κρύψει κι άλλους.   Στο προσωπικό του αρχείο, μάλιστα, βρέθηκε αντίγραφο του διπλώματος που η κυβέρνηση της Αγγλίας τού απένειμε για τη δράση του, το οποίο αναφέρει χαρακτηριστικά:   «This certificate is awarded to Dionysios Haralambous as a token of gratitude for and appreciation of the help given to the Sailors, Soldiers and Airmen of the British Common Wealth of Nations, which enabled them to escape from, or evade capture by the enemy». Η «ανταμοιβή» για όλα αυτά από τους Γερμανούς; Ξύλο μέρα και νύχτα. Το ίδιο συνεχίστηκε τις επόμενες μέρες του Αυγούστου. Όπως αναφέρει, τα επόμενα τέσσερα μερόνυχτα δεν έφαγε τίποτα, ενώ οι ξυλοδαρμοί, όσο πέρναγαν οι μέρες, γίνονταν όλο και πιο σκληροί. «Ο πόνος. Αχ, ο πόνος!».

Ο Διονύσιος θυμάται τα λόγια του διοικητή της Γκεστάπο όσο τον χτυπούσε.

«— Τεός, ντεν έκει Τεός! Να Τεός! Και μου δείχνει το κάδρο του Χίτλερ. Μ’ όλο μου τον πόνο δεν βάσταξα κι’ εγώ: — Θεός υπάρχει, του λέω, και θαρθή η ώρα που θα ζητήσετε το έλεός Του. Ο Διοικητής είναι… ευγενέστατος κύριος.   — Πού θέλεις, με ρωτά με τον διερμηνέα, να σε χτυπήσω.

— Δε θέλει, λέει ο Λόχνερ -αστυνόμος- γελώντας σαρκαστικά να τον κοιτάζης όταν του μιλάς, μην πετούν τα σάλια σου τα βρώμικα επάνω του. Κι αρχίζει κι ο ίδιος ο Διοικητής να με δέρνει σκληρά, αλύπητα. Χτύπα όσο θέλεις. Το χουμε περάσει πια το ακρωτήριο της αναισθησίας». Η συνέχεια στις Ποινικές Φυλακές της Μυτιλήνης, όπου δεν έμεινε πολύ, καθώς, ύστερα από μια σύντομη δίκη, αποφασίστηκε αυτός και αρκετοί ακόμα κρατούμενοι να πάρουν τον δρόμο για τον Βορρά, συγκεκριμένα για το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη.

Το «κολαστήριο», όπως το ονόμασαν αργότερα ντόπιοι.  

27 Νοεμβρίου του 1942 Ο καιρός στη Λέσβο μπορεί να είναι ηλιόλουστος, ωστόσο τίποτα δεν θυμίζει χαρμόσυνη μέρα. Στις δέκα το πρωί αναχωρεί το πλοίο με τους φυλακισμένους για τη Θεσσαλονίκη. Τα αμπάρια του πλοίου είναι γεμάτα βαρέλια. Αυτοί πάνε στο κατάστρωμα. Όπως αφηγείται ο Διονύσιος, στην προκυμαία ήταν οι συγγενείς και οι φίλοι των κρατούμενων. Μερικοί έκλαιγαν. «Ίσως χωριζόμαστε για πάντα από τ’ αγαπημένο μας το νησί. Ο ουρανός γεμάτος σύννεφα. Ψιχάλα. Σε λίγο η νοτιά και η βροχή δυναμώνουν. Το νερό μάς περνά ως το κόκκαλο».   Το στρατόπεδο του Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη. 25 Δεκεμβρίου.

Το κρύο στο στρατόπεδο είναι βαρύ. Όλο το βράδυ ο Διονύσιος ακούει τις κραυγές και τα βογγητά. Έδερναν κάποιους, τους πληροφόρησαν την επόμενη μέρα, γιατί είχαν ανάψει λίγη φωτιά να ζεσταθούν. «Δύστυχε κατάδικε, ποιος σου πε πως έχεις δω μέσα το δικαίωμα να ζεσταθής;».

«16 Ιανουαρίου 1943. Ζούμε με την καθημερινή αγωνία της εκτελέσεως». Ο χειμώνας είναι βαρύς στη Θεσσαλονίκη. Άλλοι φεύγουν κι άλλοι έρχονται στο στρατόπεδο. Δεν ξέρει κανείς τι έχουν απογίνει. Στις 6 του Μάρτη του 1943, ο Διονύσιος αναφέρεται στον μαζικό διωγμό Εβραίων στην Κεντρική Ευρώπη.   Ο αριθμός τους, «πάνω από τετρακόσιοι». Υπολογίζεται πως από το Στρατόπεδο του Παύλου Μελά πέρασαν από το 1941 έως το 1944 1.000 χριστιανοί και Εβραίοι, σύμφωνα με ερευνητές, ύστερα από την ανάσυρση δηλώσεων που κατατέθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για αποζημιώσεις σε όσους διώχθηκαν από το Γ’ Ράιχ για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς και πολιτικούς. Και ενώ οι εκτελέσεις συνεχίζονται, ο πληθυσμός των φυλακισμένων δεν φαίνεται να μειώνεται. «Τώρα πια μας τους φέρνουν με το τραίνο. Διακόσιους, τρακόσιους μαζί!».

Στις 16 Μαρτίου του ίδιου χρόνου ο Διονύσιος θα περάσει το πρώτο Πάσχα μακριά από την εκκλησία και το μοναστήρι. Μπορεί να βρίσκονται σε στρατόπεδο, ωστόσο τους επιτρέπεται να διοργανώσουν πρόχειρες λειτουργίες.   «Όλοι, βασανισμένοι, ταλαιπωρημένοι, πονεμένοι, παρακολουθήσαμε με βαθειά ανταπόκρισι το μυστήριο του Μεγάλου Πονεμένου, πρώτη φορά ασφαλώς έτσι στη ζωή μας».   Στην περίοδο της ασθένειάς του. © Μάρτυρες. Διωγμοί 1942-1945. Ο χρόνος κυλάει στο στρατόπεδο χωρίς κανείς να γνωρίζει τι θα απογίνουν.   Στις 22 Μαρτίου του επόμενου χρόνου έρχεται το ανακοινωθέν. Αρκετοί φυλακισμένοι, μεταξύ των οποίων και ο Διονύσιος, πρέπει να ετοιμαστούν, καθώς πρόκειται να μεταβούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας.   Και ενώ, όπως μαθαίνουμε, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καταβάλλει προσπάθειες να εξαιρεθεί από τη μετεγκατάσταση, εκείνος το αρνείται και ζητά να μεταφερθεί κανονικά με τους συγκρατούμενούς του, πολλούς εκ των οποίων τους είχε εξομολογήσει στη Γερμανία. Ο ίδιος δίνει την απάντησή του στις «Μαρτυρίες». «Πώς ν’ αφήσω όλον τούτον τον κόσμο μόνο του, όλους αυτούς τους ανθρώπους που με συνδέουν μαζί τους τόσοι και τόσοι δεσμοί; Και τι θα πουν μόλις ιδούν πως εγώ ξεφεύγω από τον κοινό δρόμο του μαρτυρίου;   Αν σταθή κανείς μπροστά μου και με ρωτήσει: “Έ, πάτερ, πού τα φόρτωσες όλ’ αυτά που μας έλεγες κάθε Κυριακή για αγάπη και γι’ αυτοθυσία”, εγώ τι θα αποκριθώ;”».

Στις τρεισήμισι τα ξημερώματα της 1ης Απριλίου του 1944 ξεκινούν την πορεία. Το μόνο που καταφέρνει να αφήσει πίσω είναι μερικές επιστολές γραμμένες σε χαρτάκια μέσα στο στρατόπεδο. Αυτές φυγαδεύονται τελικά από τη φυλακή και έτσι διασώζονται μέχρι σήμερα.   Όλοι τους είναι στοιβαγμένοι μέσα στα τρένα, γονατιστοί. Όποιος στέκεται όρθιος, πυροβολείται κανονικά. Περνούν από το Βελιγράδι και φτάνουν στη Βιέννη. Εκεί, όμως, σταματούν μόνο για λίγο. Τελικός προορισμός, το Τσνάιμ της Τσεχίας. Αν αναζητήσει κανείς το συγκεκριμένο λήμμα στο Διαδίκτυο, θα αντιληφθεί πως δεν υπάρχει καμία πόλη με αυτό το όνομα, κι αυτό γιατί οι ονομασίες των ανθρώπων και των περιοχών που αναφέρονται στα απομνημονεύματα δεν είναι οι σωστές αλλά ό,τι καταλάβαινε ακούγοντάς τες στα γερμανικά. Εκεί τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα. «Πείνα, αλήθεια! Το φαγητό λίγο, νερό σκέτο. Το ψωμί μια φετίτσα δύο δάχτυλα. Το μετρούμε από δω, το μετρούμε από κει, το κόβουμε –πρωί, μεσημέρι, βράδυ– μα η πείνα, πείνα. Έχουμε φαγκρίσει όλοι μας» γράφει στις 22 Απριλίου του 1944 ο Διονύσιος.  

Όλοι τους είναι στοιβαγμένοι μέσα στα τρένα, γονατιστοί. Αργότερα κάνει εκτενή αναφορά στο εβδομαδιαίο τους πρόγραμμα.   «Δευτέρα: Το πρωινό είναι πάντα το ίδιο. Μέλας ζωμός από καβουρδισμένα βελανίδια. Το μεσημέρι, πέντε-έξι κομμάτια καρότα μέσα σ’ έναν πολύ αραιό χυλό από καστανάλευρο.   Και το βράδυ το ίδιο πάντα: 4-5 βραστές πατάτες, ίσαμε καρύδια, μ’ ένα κατσαρόλι βρασμένο νερό – σούπα. Πότε-πότε, οι πατάτες, δεν ξέρω με ποιες ταχυδακτυλουργίες των μαγείρων και των καθαριστών, από πέντε γίνονται τρεις. Τρίτη: Αραιός χυλός με καστανάλευρο, με 2-3 πρέζες γάλα μέσα, για μυρωδιά. Τετάρτη: Λιωμένη κολοκύθα, που μήτε τα γουρούνια δεν την πιάνουν στο στόμα τους. Πέμπτη: Το φαγητό της Δευτέρας, και μέσ’ στη σούπα ένα ελάχιστο κομματάκι κρέας. Παρασκευή: Ακριβή και πιστή επανάλειψι του μενού της Τρίτης.   Σάββατο: Χυλός από σκουποσποράλευρο. Κυριακή: Της Τετάρτης, με το κρεατάκι της Πέμπτης. Κυριακή και Σάββατο βράδυ, για να μην ανησυχούν οι κύριοι φύλακες, ξηροφαγία.   Λίγο τυρί, που, όπως λέει κι’ ο μπάρμπα-Στέλιος, πήγαν στο ζωολογικό κήπο και το ριξαν στις μαϊμούδες, αυτές, όμως, μόλις το μυρίστηκαν, γύρισαν, κοίταξαν θυμωμένες και το πέταξαν». Η δουλειά που έχει αναλάβει να κάνει ο Διονύσιος μαζί με αρκετούς ακόμη είναι να μεταφέρουν καθημερινά βαριά σίδερα, μηχανές και μέταλλα.   Στις 16 Αυγούστου του ίδιου χρόνου αρχίζει να νιώθει ένα παράξενο μούδιασμα στα πόδια του.   «Κάτω απ’ τα γόνατα γίνονται μερικές φορές κρύα σαν το σίδερο. Τα χτυπώ και δεν τα νιώθω. Αισθάνομαι και μια μεγάλη αδυναμία, τόσο που με δυσκολία ανεβαίνω τη σκάλα μετά τον περίπατο».  

Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης κοστίζουν καθημερινά τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους 8 Σεπτεμβρίου. Οι πόνοι δεν λένε να σταματήσουν. «Πονώ και κλαίω σαν μικρό παιδί. Φασκιώνω το πόδι μου με το σακκάκι, σηκώνουμαι, πλαγιάζω, το βάζω έτσι, το βάζω αλλιώς, μα πουθενά δε βρίσκω ανακούφισι.   Ποτέ άλλοτε δεν ένιωθα τόσο τραγικά το μέγεθος της δυστυχίας μας. Να πονής, να υποφέρης αφάνταστα και να μην βρίσκεις από κανέναν άνθρωπο βοήθεια.   Το κελί, όταν κλειδώση, δεν ανοίγει πια παρά μόνο το πρωί. Εσύ που είσαι μέσα να γίνει ό,τι θέλεις. Δεν έχει γιατρό, παρά μόνο σαν ψυχομαχάς».   Στις 29 Νοεμβρίου αλλάζουν ξανά φυλακή. Αυτήν τη φορά θα πάνε στην Κρεμς-Στάιν, τη μεγαλύτερη στην Όστμαρκ, τη ναζιστική επαρχία της Αυστρίας. Υπολογίζεται πως στη συγκεκριμένη φυλακή βρέθηκαν συνολικά 400 Έλληνες. Ο καιρός στη βόρεια Ευρώπη τον χειμώνα αρχίζει να αγριεύει, με τις θερμοκρασίες να πέφτουν κάτω από το μηδέν. Το κρύο είναι πια αβάσταχτο.  

«14 Νοεμβρίου. Τέσσερις βαθμοί υπό το μηδέν. Και είμαστε ακόμα όπως και τον Αύγουστο. Εσώρουχα πάνινα και μια φόρμα από χορτάρι. Κι’ η τσοκαριά μας. Χωρίς κανένα μάλλινο ρούχο, χωρίς παλτό, χωρίς κάλτσες.   Και την ημέρα στο εργοστάσιο κάτι γίνεται, τέλος πάντων. Τ’ απόγευμα, όμως, που γυρίζομε στο κελί, που είναι σωστή παγωνιέρα; Παίρνομε την κουβέρτα στην πλάτη, σουλατσάρομε. Χαμένος κόπος. Το πρωί σηκωνόμαστε ξυλιασμένοι. Ρούχα τίποτε. Τροφή τίποτε. Χειμώνας βαρύς». Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης κοστίζουν καθημερινά τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους. Ένα πρωινό ο Διονύσιος ξυπνά και βλέπει μπροστά τους νοσοκόμους να μεταφέρουν πτώματα.   «Χωρίς κοίταγμα, χωρίς περιποίησι, χωρίς περίθαλψι. Χωρίς εξομολόγησι και Αγία Κοινωνία. Και τους θάβουν έτσι άφτιαχτους κι’ άκλαυτους κι’ αδιάβαστους». Έχει μπει πια το 1945 και εκείνοι βρίσκονται ακόμη εκεί. Τα νέα, όμως, από τις νίκες των συμμάχων φτάνουν και σ’ αυτούς. Στις 6 Απριλίου του ίδιου έτους, και ενώ όλα φαίνονται χαρμόσυνα, θα γραφτεί μία από τις πιο θλιβερές και σκληρές σελίδες του πολέμου. Γνωρίζοντας οι Γερμανοί πως χάνουν, δίνουν μια αναπάντεχη εντολή. Οι πύλες της φυλακής ανοίγουν. Ωστόσο, τα Ες-Ες, τα Τάγματα Εφόδου και η Βέρμαχτ, με τη βοήθεια και του τοπικού πληθυσμού, κυνηγούν και δολοφονούν εκατοντάδες πολιτικούς κρατουμένους, επιδιδόμενοι σε μια σφαγή άνευ προηγουμένου. Ο Διονύσιος θυμάται πολύ καλά εκείνη την ημέρα. Ήδη εκείνη την περίοδο ακούγονταν φήμες πως έρχονταν οι Σύμμαχοι.   «Παιδιά, τώρα δα μας είπε ο φύλακας πώς ο πόλεμος ετελείωσε. Η Αυστρία συνθηκολόγησε. Όλοι είστε πια ελεύθεροι. Το μεσημέρι…» ακούει να λένε. «Ράους! Έξω! Παίρνετε ό,τι βρίσκετε και φεύγετε» φωνάζει ο διευθυντής.

«Και ξαφνικά, πάνω σ’ αυτό το πανδαιμόνιο, ξεσπά μια τρομερή κραυγή: “SS!”. Όλα τα κεφάλια γυρίζουν με μιας προς την πόρτα. Κάμποσοι SS προχωρούν αγριεμένοι κατ’ επάνω μας. Κάνω μια απότομη μεταβολή και τρέχω έξαλλος στο εσωτερικό της φυλακής. Πίσω μου χαλά ο κόσμος. Για μια στιγμή, κρύβομαι, κάτω απ’ τη σκάλα». Γύρω τους τα τουφέκια παίρνουν και δίνουν. Μαζί του άλλοι τρεις. «Τρέμουμε. Πες πώς είμαστε πεθαμένοι κιόλας. Μια ελπίζω πως θα μας σώση ο καλός Θεός απ’ την τρομερή αυτή καταιγίδα, και μια πάλι λέω πως ήλθε η τελευταία μας στιγμή. Γονατίζουμε και προσευχόμαστε με δάκρυα». «Ράους!» τους φωνάζουν. Τους βρίσκουν. Με τα πιστόλια τούς πάνε για εκτέλεση.   Ξαφνικά, ενώ κινούνται, ένας φύλακας, που ποτέ δεν έμαθε ποιος ήταν, με μια σπρωξιά τον πετά σ’ ένα κελί. Σώζεται. Όλο το βράδυ, όμως, το περνά με μια έννοια: μην έρθουν πάλι τα SS και τους αποτελειώσουν. Το επόμενο πρωινό ο απολογισμός είναι τραγικός. «Πάνω από διακόσιοι» ακούει να λένε πως σφαγιάστηκαν και η αμαρτία τους ήταν ότι βιάστηκαν να βγουν.   Οι εικόνες που ακολουθούν μένουν για πάντα χαραγμένες στο μυαλό του, όπως παραδέχεται. «Ούτε στιγμή δε φεύγει από τα μάτια μου αυτή η φρίκη…». Τους βάζουν να ανοίξουν λάκκους για τους νεκρούς. Στις 10 του Απρίλη γράφεται το τελευταίο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας. Ο Διονύσιος, μαζί τους επιζώντες, μεταφέρεται στο Μπερνάου, μια φυλακή κοντά στο Μόναχο. Εκεί τους παράτησαν ουσιαστικά.   Τις επόμενες μέρες οι βομβαρδισμοί εντείνονται. Αυτοί, κλεισμένοι στη φυλακή και από πάνω τους να πετούν τα αεροπλάνα, που προσεύχονται να μην τους βομβαρδίσουν.  

Στις 2 Μαΐου ο μάγειρας τους φέρνει την είδηση: «Οι Αμερικανοί απέχουν μόλις 8 χιλιόμετρα από δω». 3 Μαΐου. «Έρχονται, έρχονται!… “Η πόλις κατελήφθη υπό των αμερικανικών στρατευμάτων. Διεταχθήκαμεν να σας αφήσωμεν ελεύθερους”. Όλοι μονομιάς ξεσπούν σε ζητωκραυγές “Ζήτω οι Αμερικάνοι! Ζήτω οι Σύμμαχοι”».   Οι εικόνες που ακολουθούν είναι ενδεικτικές του πανηγυρικού κλίματος. Οι Ιταλοί τραγουδούν και οι Έλληνες αρχίζουν να ψάλουν τον Εθνικό Ύμνο και το Χριστός Ανέστη. Είναι, άλλωστε, Μεγάλη Πέμπτη. Τρεις μέρες μετά. «Χριστός Ανέστη! Στο ύπαιθρο, πίσω από την παράγκα, μαζευόμαστε οι Ορθόδοξοι, Έλληνες και Σέρβοι. Στη μέση οι δυο τους παπάδες, ο Σέρβος κι ο Έλληνας.   Δεν φορούν χρυσά άμφια. Ούτε ράσα έχουν. Χωρίς λαμπάδες και εκκλησιαστικά βιβλία στα χέρια. Μα δεν χρειάζονται τώρα εξωτερικά υλικά φώτα για να υμνήσουν τη χαρά. Οι ψυχές όλων λαμπαδιάζουν, πλέουν μέσα στο φως. — Ζήτω!… ξεσπάει πια μες από την ξαστερωμένη ψυχή η χαρά των μαρτυρικών κατοίκων της παράγκας».   Στις 2 Μαΐου ο μάγειρας τους φέρνει την είδηση: «Οι Αμερικανοί απέχουν μόλις 8 χιλιόμετρα από δω»   Η τελευταία επίσημη αναφορά στο όνομα του Διονυσίου έγινε πριν από 5 χρόνια, στις 24 Μάϊου 2014, όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης, Βαρθολομαίος, επισκέφτηκε το Μουσείο Ολοκαυτώματος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου και μίλησε για το έργο του ιερέα.   Μετά την απελευθέρωση από τον γερμανικό κλοιό, ο Διονύσιος εργάστηκε για τη συγκέντρωση και την επιστροφή των Ελλήνων κρατουμένων στην Ελλάδα.   Εκείνος γύρισε πίσω στη Μυτιλήνη, όπου και έμεινε μερικά χρόνια, και στη συνέχεια συνέχισε τη διακονία του στη Ναύπακτο, το Καρπενήσι και την Κύπρο.  

Το 1951 επέστρεψε στα νησιά του Αιγαίου και εξελέγη Μητροπολίτης Λήμνου. Οκτώ χρόνια μετά μετατέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών, όπου και εργάστηκε για την αναστήλωση των Μετεώρων μετά τον πόλεμο και την αναγνώρισή τους ως τόπου λατρείας.   Τα επόμενα χρόνια, ο Διονύσιος έδωσε ακόμα μία μάχη, αυτήν τη φορά με τον καρκίνο. Η υγεία του ήταν ιδιαίτερα κλονισμένη, όπως γράφει το περιοδικό «Ανάπλασις», εξαιτίας των φρικτών βασανιστηρίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.   Όπως πληροφορούμαστε από την ιατρική βεβαίωση του Παναγιώτη Γηγοπούλου, μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία έκανε μια σοβαρή εγχείριση επειδή υπέφερε από κίρρωση του ήπατος.   Στις 4 Ιανουαρίου του 1970 ο μητροπολίτης άφησε την τελευταία του πνοή καταβεβλημένος πια από την αρρώστια. Στα Τρίκαλα εκατοντάδες κόσμου παρευρέθηκαν στην κηδεία του.   Ο Διονύσιος, τελικά, τάφηκε στην Ιερά Μονή Βυτουμά ως απλός μοναχός.  

Βιβλιογραφία Χαραλάμπους, Διονύσιος, 1951, Μάρτυρες. Διωγμοί 1942-1945, Έκδοσις Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Βυτουμά – Καλαμπάκας, 
Αθήνα

lifo.gr

koutroulis-spyros.blogspot.com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή