Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι Ταλιμπάν απειλούν την κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Δημοσιεύτηκε στις

Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι τα αρχαία δεν θα καταστραφούν από τη μανία τους

Θανάσιμη απειλή για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά σε ολόκληρη την περιοχή της κεντρικής Ασίας αποτελεί το καθεστώς των Ταλιμπάν.

Παρά τους ισχυρισμούς περί του Αφγανιστάν ως «φονέα» αυτοκρατοριών και όσα σχετικά προσπαθούν κάποιοι να ισχυρισθούν για τον Μέγα Αλέξανδρο στο πλαίσιο της παρουσίασής του ως «ιμπεριαλιστή», η αλήθεια είναι ότι ο Μακεδόνας αυτοκράτορας όχι μόνο δεν εκδιώχθηκε ποτέ από αυτή την περιοχή, αλλά για αιώνες μετά τον θάνατό του στον χώρο του Αφγανιστάν άνθησαν τα ελληνοβακτριανά βασίλεια, με το τελευταίο μάλιστα εξ αυτών να… πέφτει το 10 μ.Χ., δηλαδή ύστερα και από την Αίγυπτο των Πτολεμαίων.

Στη διάρκεια της περιόδου αυτής, τα ελληνοβακτριανά βασίλεια αποτέλεσαν τη βάση της ανάπτυξης ενός πολύ ιδιαίτερου πολιτισμού, που έφτασε μέχρι την… Ιαπωνία, με εμφανή τα σημάδια της πολιτιστικής επιρροής του Ελληνισμού επί του βουδισμού, που άφησαν σημαντικό πολιτιστικό αποτύπωμα στην περιοχή. Αλλωστε, η ίδια η Κανταχάρ είναι η εις Αραχωσία Αλεξάνδρεια, που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος.

nb keimeno taliban
Προτομή του Μεγάλου Αλεξάνδρου

«Σήμερα, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ούτε για τα χιλιάδες αντικείμενα του Μουσείου της Καμπούλ, αλλά ούτε και για τον θησαυρό της Βακτριανής, που είχε φέρει στο φως ο Ελληνας αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης» είπε ο επί μία δεκαετία υπουργός Πολιτισμού του Αφγανιστάν Ομάρ Σουλτάν στη συνάντησή του με την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, την εβδομάδα που πέρασε. Χαμένα πιθανόν θα πάνε και τα 750.000 ευρώ που η χώρα μας είχε για την αποκατάσταση του Μουσείου της Καμπούλ, αλλά και η επίσκεψη το 2002 αρχαιολόγων του ΥΠΠΟΑ στο μουσείο, η οποία είχε συμβάλει στις αναγκαίες μελέτες συντήρησης και έκθεσης των πολύτιμων συλλογών του.

Κάποτε, το συγκεκριμένο μουσείο θεωρείτο ένα από τα καλύτερα του κόσμου, φιλοξενώντας πλήθος ελληνιστικών ευρημάτων, συμπεριλαμβανομένων θησαυρών από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η πρώτη εποχή των Ταλιμπάν ήταν καταστροφική και όποιες προσπάθειες έγιναν μετά το 2001 όχι απλά έρχονται στο τέλος τους, αλλά υπάρχει και σαφής κίνδυνος καταστροφών, καθώς η απέχθεια των φανατικών ισλαμιστών για τις αρχαιότητες, που θεωρούν «παγανιστικές», έχει επανειλημμένα επιδειχθεί τόσο στην κεντρική Ασία όσο και στη Μέση Ανατολή, με καταστροφές μνημείων. Χαρακτηριστική είναι η καταστροφή δύο τεράστιων αγαλμάτων του Βούδα στην κοιλάδα του Μπαμιγιάν.

Σε κίνδυνο προφανώς βρίσκεται αυτή τη στιγμή ακόμη και ο «χρυσός θησαυρός» (Tillya Tepe), που διασώθηκε από την προηγούμενη περίοδο των Ταλιμπάν, που αποτελείται από 20.500 ευρήματα, μεγάλο μέρος των οποίων είναι σαφώς ελληνιστικής προέλευσης που πλέον είναι αντιμέτωπα με την καταστροφή – μοίρα αντίστοιχη με αυτήν που βίωσε η Ai-Khanoum, κέντρο του Ελληνισμού στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν (στο οποίο έφτανε ελαιόλαδο από τη Μεσόγειο), η οποία σχεδόν ισοπεδώθηκε κατά τον Ρωσοαφγανικό Πόλεμο. Ο,τι απέμεινε είναι πλέον στο έλεος των Ταλιμπάν.

nb keimeno taliban1
Το πόδι του Δία

Το έργο-παρακαταθήκη της ελληνικής δύναμης που αναπτύχθηκε στην Καμπούλ

Η ΕΛΔΑΦ (Ελληνική Δύναμη Αφγανιστάν) συγκροτήθηκε με την υπ’ αριθ. 3 απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Αμυνας (ΚΥΣΕΑ) τη 15η Ιανουαρίου 2002, προκειμένου να αποτελέσει την εθνική συμμετοχή στη Διεθνή Δύναμη Ασφαλείας και Βοήθειας – ISAF (International Security and Assistance Force). Στις 17 Φεβρουαρίου 2002 αναχώρησε από την Ελλάδα η δύναμη 175 ατόμων ΕΛΔΑΦ-1 για το Αφγανιστάν, που περιελάμβανε:

  • Το Τάγμα Ειδικής Συγκρότησης Αφγανιστάν (ΤΕΣΑΦ), που διέθετε τον Ελληνικό Λόχο Μηχανικού Ειρηνευτικών Αποστολών (ΕΛΜΧΕΑ) και τμήματα υποστήριξης και ασφαλείας. Η δύναμή του ανερχόταν σε 120 περίπου στελέχη και διέθετε 74 οχήματα-μηχανήματα.
  • Δύο αεροσκάφη C-130 για εκτέλεση αερομεταφορών (στο Καράτσι του Πακιστάν).
  • Τμήμα για υποστήριξη της επιχείρησης (National Support Element – NSE) στο Καράτσι.
  • Μικρό αριθμό επιτελών-συνδέσμων αξιωματικών στα διάφορα επιτελεία της ISAF.

Στις 26 Ιουλίου 2005 αναπτύχθηκε στην Καμπούλ, και παρέμεινε μέχρι τις 2 Απριλίου 2007, το 299 Κινητό Χειρουργικό Νοσοκομείο Εκστρατείας (ΚΙΧΝΕ), ιατρονοσηλευτική μονάδα 30 κλινών και δύναμης 47 στελεχών.

Η μονάδα λειτούργησε επιχειρησιακά εντός του Διεθνούς Αεροδρομίου της Καμπούλ (Kabul International Airport – ΚΑΙΑ) και παρείχε υποστήριξη στο προσωπικό της ΕΛΔΑΦ, της ISAF και σε Αφγανούς πολίτες, πραγματοποιώντας χιλιάδες εξετάσεις (συμπεριλαμβανομένων και οδοντιατρικών), 78 χειρουργικές επεμβάσεις και παρέχοντας νοσηλεία σε 712 ασθενείς. Επίσης, έγιναν 980 κτηνιατρικές εξετάσεις, ενώ οργανώθηκαν και εκπαιδεύσεις ειδικευμένων Αφγανών γιατρών πολιτικών νοσοκομείων.

nb stratiotes ellines afganistan
Από την τελετή αναχώρησης της ελληνικής δύναμης για το Αφγανιστάν

Περίπου 10 χρόνια μετά, την Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012, το υπουργείο Εθνικής Αμυνας ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της αποχώρησης του ΤΕΣΑΦ από την Καμπούλ. Μαζί με τα επαναπατρισθέντα στελέχη επέστρεψε όλο το υλικό και τα μέσα που υπήρχαν στο Αφγανιστάν.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο Αφγανιστάν, τόσο η ΕΛΔΑΦ όσο και το ΤΕΣΑΦ (διά του Λόχου Μηχανικού) εκτέλεσαν έργα κατασκευής – ανακατασκευής και βελτίωσης των υποδομών στην πόλη της Καμπούλ και το ΚΑΙΑ. Επιπρόσθετα, συμμετείχαν στην εκπαίδευση Αφγανών στρατιωτών του Μηχανικού και στη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας, όπως ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, περονοφόρο όχημα, ημιφορτηγά οχήματα, σκηνές, συστήματα GPS, εξοπλισμός καθαρισμού νερού κ.λπ. Επίσης, το ΤΕΣΑΦ διένειμε στα σχολεία της περιοχής της Καμπούλ συνολικά 7.500 στολές, 1.200 τζάκετ και μερίδες ξηράς τροφής.

Στη συγκρότηση των ΕΛΔΑΦ-ΤΕΣΑΦ συμμετείχαν 33 αποστολές (3.295 στελέχη), με χρονική διάρκεια παραμονής από 3 έως 6 μήνες.

Η «ανατομία» της κατάρρευσης του αφγανικού κράτους

Η σχεδόν ακαριαία κατάρρευση του αφγανικού κράτους, που τα τελευταία 20 χρόνια επιχειρούσαν να ανοικοδομήσουν οι ΗΠΑ και η Δύση, μάλλον νομοτελειακή εξέλιξη μπορεί να θεωρηθεί παρά έκπληξη. Αποτελεί δε καταθλιπτική εξέλιξη τόσο για τις ΗΠΑ/ Δύση όσο, που είναι και το σημαντικότερο, και για τον αφγανικό λαό. Και όμως συνέβη, παρά το τεράστιο κόστος σε οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους:

  • 145 δισ. δολάρια δαπανήθηκαν αποκλειστικά για την ανοικοδόμηση των δυνάμεων ασφαλείας, των θεσμών πολιτικής διακυβέρνησης, της οικονομίας και της κοινωνίας του Αφγανιστάν.
  • 837 δισ. δολάρια είναι το κόστος των επιχειρήσεων στον προϋπολογισμό του υπουργείου Αμυνας των ΗΠΑ (η εμπλοκή των ΗΠΑ σε Αφγανιστάν, Ιράκ και Πακιστάν την τελευταία εικοσαετία κόστισε 6,4 τρισεκατομμύρια δολάρια).
  • 2.443 νεκροί και 20.666 τραυματίες για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.
  • 1.144 νεκροί για τις συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις.
  • 66.000 νεκροί για τις αφγανικές ένοπλες δυνάμεις.
  • 48.000 νεκροί και τουλάχιστον 75.000 τραυματίες (αριθμοί που είναι σίγουρα μικρότεροι από τους πραγματικούς), από το 2001 μέχρι σήμερα, ο βαρύς φόρος αίματος που κατέβαλαν οι άμαχοι.

Ποιοι είναι όμως οι κυριότεροι λόγοι αυτής της καταστροφής;

nb kabul kosmos oplo 1

Κατ’ αρχάς, η μέχρι σημείου αυτοχειριασμού άρνηση των ΗΠΑ/ Δύσης να αποδεχθούν ότι η ανασυγκρότηση ενός κράτους/ κοινωνίας από το μηδέν απαιτεί πολύ περισσότερα από 20 χρόνια. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε πρόσφατη μελέτη του ειδικού γενικού επιθεωρητή για την Ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν (SIGAR), «η αμερικανική προσπάθεια ανοικοδόμησης του Αφγανιστάν θα μπορούσε να περιγραφεί ως 20 ετήσιας διάρκειας προσπάθειες, παρά ως μία διάρκειας 20 ετών».

Αλλος ένας λόγος ήταν η άρνηση ή αδυναμία κατανόησης σε βάθος της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής δυναμικής της χώρας. Επιχειρήθηκε επιβολή δυτικών τεχνοκρατικών μοντέλων σε κάθε πτυχή κρατικής, πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας, ενώ κράτος, δημόσια διοίκηση και θεσμοί ουσιαστικά δεν υπήρχαν. Για παράδειγμα, έτσι εξηγείται η εκπαίδευση των δυνάμεων ασφαλείας του Αφγανιστάν σε προηγμένα οπλικά συστήματα, που, λόγω χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, ήταν αδύνατον να κατανοήσουν τον χειρισμό τους και φυσικά να τα συντηρήσουν. Ή η προσπάθεια συγκρότησης «δυτικού» τύπου κράτους δικαίου σε μια κοινωνία η οποία αντιμετώπιζε σχεδόν το σύνολο των διαφορών της με άτυπα μέσα. Ή η χρήση από το υπουργείο Αμυνας των ΗΠΑ συμβούλων για την εκπαίδευση της αφγανικής αστυνομίας, οι οποίοι παρακολουθούσαν αστυνομικές ταινίες για να μάθουν για την αστυνόμευση!

Ο τρίτος λόγος ήταν ότι, ακόμη και όταν διαπιστωνόταν η αποτυχία των προγραμμάτων ανοικοδόμησης – βοήθειας, η λύση που επιλεγόταν ήταν η διοχέτευση περισσότερων οικονομικών πόρων και η εμπλοκή ντόπιων με επιρροή για να υποβοηθήσουν την υλοποίηση τους. Ομως, αντί οι πόροι να κατευθύνονται σε προγράμματα βοήθειας και ανοικοδόμησης προς όφελος του πληθυσμού, έγιναν μέσο πλουτισμού αυτών των προσώπων και των συμμάχων τους. Υπήρξαν δε και περιπτώσεις που οι πόροι κατευθύνθηκαν στη χρηματοδότηση των Ταλιμπάν. Με αυτόν τον τρόπο, η διαφθορά κυριάρχησε από το χαμηλότερο μέχρι το υψηλότερο επίπεδο. Το 2014, σύμφωνα με τα στοιχεία του SIGAR, το 38% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος κατά κεφαλή (το ποσοστό αντιστοιχεί σε 240 δολάρια) καταναλωνόταν σε δωροδοκίες!

Ο ρόλος του Πακιστάν στην αναγέννηση του καθεστώτος

Στις εξελίξεις στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς θεωρεί τη χώρα «στρατηγικό βάθος» στον ανταγωνισμό του με την Ινδία και ταυτόχρονα μέσο για την άσκηση ελέγχου επί των οδών προς την κεντρική Ασία. Μάλιστα, αξιολόγησε τη μετά το 2001 ινδική διπλωματική και οικονομική διείσδυση στο Αφγανιστάν και την ινδοαφγανική συμφωνία στρατηγικής σύμπραξης, που υπογράφηκε το 2011, ως προσπάθεια γεωπολιτικής «περικύκλωσής» του.

Για την παρέμβασή του, το Ισλαμαμπάντ αξιοποιεί τη διαβόητη διυπηρεσιακή διεύθυνση πληροφοριών ISI (Inter-Services Intelligence), που αποτελεί την κύρια υπηρεσία πληροφοριών του Πακιστάν. H ISI ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1948 και, εκτός από πολιτικό προσωπικό, τοποθετούνται σε αυτήν και πολλοί αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων του Πακιστάν.

Η ISI έχει εκτεταμένη ενεργή εμπλοκή στο Αφγανιστάν από το 1979, όταν έγινε η επέμβαση των σοβιετικών στρατευμάτων. Μέχρι το 1989, μαζί με τη βρετανική MI6 συμμετείχε στην επιχείρηση «Κυκλώνας» που είχε οργανώσει η αμερικανική CIA με σκοπό τον εξοπλισμό και τη χρηματοδότηση των Μουτζαχεντίν, που μάχονταν τα σοβιετικά στρατεύματα. Το Πακιστάν έχει επίσης πολύ στενή σχέση με τους Ταλιμπάν και γενικά θεωρείται ότι συνέβαλε σημαντικά στη «γέννησή» τους, με σκοπό να διασφαλιστεί αφγανική ηγεσία φιλικά προσκείμενη στο Πακιστάν. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ο μουλάς Ομάρ, εκ των ιδρυτών των Ταλιμπάν, είχε εκπαιδευθεί από την ISI κατά τον πόλεμο με τους Σοβιετικούς και, όταν τραυματίστηκε, νοσηλεύτηκε σε πακιστανικό νοσοκομείο. Επίσης, στο Πακιστάν κατέφυγε μετά την αμερικανική επέμβαση το 2001.

Κατά την περίοδο 1996-2001, η ISI χρηματοδοτούσε, εξόπλιζε, εκπαίδευε και τροφοδοτούσε με προσωπικό (Πακιστανοί πολίτες) τους Ταλιμπάν, οι οποίοι μάχονταν στον εμφύλιο πόλεμο κατά της Βόρειας Συμμαχίας. Ας σημειωθεί εδώ ότι στις 7 Οκτωβρίου 2001, όταν άρχισε η αμερικανική επέμβαση στο Αφγανιστάν (Επιχείρηση «Διαρκής Ελευθερία»), η Βόρεια Συμμαχία, υποστηριζόμενη από προσωπικό των ειδικών δυνάμεων και την αεροπορία των ΗΠΑ, αποτέλεσε τον χερσαίο βραχίονα και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κατάρρευση του καθεστώτος των Ταλιμπάν (Δεκέμβριος 2001 – όταν κατελήφθη η Κανταχάρ). Ομως, παρά τις ρητές απειλές των ΗΠΑ στο Πακιστάν για τη διακοπή υποστήριξης στους Ταλιμπάν, όλες οι ενδείξεις συντείνουν στο ότι, παρά τις δεσμεύσεις της πακιστανικής κυβέρνησης, η ISI συνέχιζε να το πράττει. Μάλιστα, στην πακιστανική υποστήριξη αποδίδονται η από το καλοκαίρι του 2002 σταδιακή αναζωογόνηση των Ταλιμπάν και η έναρξη ευρείας κλίμακας επιχειρήσεων κατά των δυνάμεων της Διεθνούς Δύναμης Ασφαλείας και Βοήθειας – ISAF (International Security and Assistance Force).

Ισχυρό πακιστανικό «αποτύπωμα» υπάρχει και στην περίπτωση του άλλου ιδρυτή των Ταλιμπάν, του Abdul Ghani Baradar. Το 2010, ο Baradar συνελήφθη από την ISI στο Καράτσι, ενώ είχε επαφές με τον τότε πρόεδρο του Αφγανιστάν Χαμίντ Καρζάι, για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης. Η σύλληψή του θεωρήθηκε μήνυμα της ISI για τον αποκλεισμό του Πακιστάν από τη διαδικασία. Τον Οκτώβριο του 2018, ο Baradar απελευθερώθηκε και ανέλαβε επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου των Ταλιμπάν στην Ντόχα του Κατάρ. Περίπου δύο χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2020, υπέγραψε τη συμφωνία για την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν και σήμερα κατέχει κυρίαρχο ρόλο στο νέο καθεστώς.

Οι Ταλιμπάν απειλούν την κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή